Σάββατο 20 Ιουνίου 2015





ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟΥΣ

του John Djinn Demiris 

Την είδε μπαίνοντας στο δωμάτιο. Καθόταν στην πολυθρόνα και κοίταζε το πάτωμα. Τ’ άσπρο πουκάμισό της, ξεκούμπωτο, άφηνε να φαίνεται μεγάλο μέρος του μπούστου της. Τα πόδια της, ανοιχτά, σχημάτιζαν τρίγωνο κι έκρυβαν μέσα του ένα Smith and Wesson τριάντα δύο χιλιοστών. Στ’ αριστερό χέρι κρατούσε ένα μπουκάλι ουίσκι και στο δεξί έναν σουγιά μ’ ανοξείδωτη λάμα. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία του άφησε τον σουγιά να πέσει στο πάτωμα, άρπαξε τ’ όπλο και το έφερε γρήγορα στο στήθος της.
«Τί ’ναι αυτό; Ανάγκη για προσοχή;», της είπε.
Εκείνη δεν απάντησε. Ακούμπησε το μπουκάλι στο πάτωμα κι έσυρε μπροστά της το διπλανό τραπεζάκι. Πάνω του λαμποκοπούσε ένας σκεπαστός δίσκος σερβιρίσματος. Σήκωσε το καπάκι κι αποκάλυψε έναν μικρό εγκέφαλο από μπλε και κόκκινα καλώδια μπερδεμένα μεταξύ τους. Ανάμεσά τους μικρές ασημί λυχνίες  χωμένες σε γκρι νευρώνες, συνέθεταν μία πολυπλοκότητα, που αψηφούσε τη λογική. Μόνο το τικ τακ του μικρού ρολογιού, που ήταν τυλιγμένο πάνω στο κόκκινο πλαίσιο της κατασκευής με χαρτοταινία σ’ έκανε να υποπτεύεσαι.  
«Βόμβα; Έφτιαξες μια γαμημένη βόμβα;», είπε εκείνος.
Τα  δεκαέξι χρόνια της δεν τον άφηναν, μέχρι τώρα, να την υποπτευθεί. Μα όσο συνδύαζε τους μαύρους κύκλους στα μάτια της, τις περίεργες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, την καρό μαντήλα στον πάτο της τσάντας της και χίλιες δυο άλλες λεπτομέρειες απ’ τις συναντήσεις τους όταν το ‘σκαγε απ’ το σχολείο, τόσο το μυαλό του έβαζε τα πράγματα σε μια σειρά. Έπειτα ήταν κι ο πατέρας της, δημόσιος υπάλληλος ισχνός κι ανέκφραστος. Κάθε πρωί άγγιζε με τα δυο του δάχτυλα το γείσο του καπέλου του σ’ ένδειξη χαιρετισμού κι έφευγε για τη δουλειά. Το ίδιο έκανε και το βράδυ, όταν επέστρεφε. Δεν την άγγιξε ποτέ, σαν να την απέφευγε. Η επικοινωνία τους άρχιζε και τελείωνε σ’ αυτόν τον χαιρετισμό. Το χαρτζιλίκι της το ‘παιρνε απ’ τη σύνταξη της μάνας της, χωρίς αντιρρήσεις, μόνο «πάρε αυτά» και τα χρήματα την περίμεναν στο τραπέζι. Σαν συναλλαγή για τα χρόνια που τους χώριζαν, ένα είδος επένδυσης δίχως απαιτήσεις.
Ακούμπησε τον δίσκο στο τραπεζάκι κι άφησε το πιστόλι στα πόδια της. Έβγαλε απ’ το σλιπάκι της ένα μικρό χειριστήριο με κόκκινο κουμπί και το χάιδεψε.
«Άσε το κουμπί», προσπάθησε να την αποτρέψει εκείνος.
Της θύμισε τις φίλες της στο σχολείο και τα πράγματα που αγαπούσε. τις μέρες που περάσανε μαζί, τον ζεστό καφέ και τη σοκολάτα. Κι όσο έψαχνε λόγους για να την πείσει πως τη χρειαζόταν τόσο στέρευαν οι δικαιολογίες για τη δικιά του ζωή. Σκέφτηκε το περίπτερο, που ’χαν πουλήσει οι γονείς του για να ζήσουν σαν ερημίτες, την ωριμότητα που δεν είχε, παρά τα τριάντα πέντε χρόνια του, και μέτρησε τις φορές που την απάτησε. Εκείνη, λες και διάβαζε τη σκέψη του, τον κοίταζε με ειρωνεία χωρίς να μιλάει. Το σώμα της προκλητικό κι απόρθητο τον κορόιδευε. Κι εκείνος μίκραινε, κι όλο μίκραινε.
Τότε κατάλαβε πως το κόκκινο κουμπί τον αφορούσε. Ο ιδρώτας έτρεξε στο μέτωπό του και του θόλωσε τα μάτια. Ένοιωσε την ανάσα του να κόβεται και τα γόνατά του να λυγίζουν.
«Πάτα το κουμπί», της είπε κλείνοντας τα βλέφαρα και χάθηκε στη μυρωδιά του λεπτού λαιμού της.




Τρίτη 16 Ιουνίου 2015




Mr Gold
του John Djinn Demiris 

Ξύπνησε μέσα σ’ ένα δωμάτιο που έμοιαζε με κουτί και είχε το χρώμα της σέπιας. Μία βαλίτσα διακοσμούσε τη μια πλευρά του. Στο κιτρινισμένο από το πέρασμα του χρόνου πάτωμα ήταν σκορπισμένα διάφορα άχρηστα αντικείμενα. Εκείνος ήταν μικρό παιδάκι, έξι-εφτά χρόνων. Κοίταξε γύρω του για να βρει ένα σημάδι λογικής, κάτι, που να εξηγεί γιατί βρέθηκε μέσα σε αυτό το δωμάτιο που έζεχνε κλεισούρα. Έξω από το μοναδικό παράθυρο γυναίκες πίεζαν τα στήθη τους και του έγνεφαν. Ακόμα κι αν προσπαθούσε δεν θα κατάφερνε να τις ακολουθήσει. Όσο περισσότερο σκεφτόταν την ικανοποίηση της σάρκας του, τόσο λιγότερο ήθελε να βγει έξω.
Αυτό το μέρος τον κρατούσε μακριά από τους άλλους ανθρώπους και του παρείχε ασφάλεια από τα στοιχεία της φύσης. Λαχταρούσε να νιώσει το τσίμπημα της βροχής στους γυμνούς ώμους του, ν’ ακούσει τις φωνές της γειτονιάς του και το φτερούγισμα των περιστεριών στον κήπο. Γι’ άλλη μια φορά δεν έκανε καμία κίνηση. Δεν τόλμησε. Έμεινε μόνος, εκεί στη γωνιά του. Αγκάλιασε τα γόνατά του και σήκωσε το κεφάλι να πιει τις μικρές σταγόνες που έσταζαν από την οροφή. Η γεύση τους ήταν πικρή. Σιγά-σιγά το δωμάτιο γέμισε με λάμψεις, σαν να το φώτιζε ένας ήλιος από κάπου. Εκείνος ακίνητος. Μόνο η σκιά του στον τοίχο μεγάλωνε και μίκρυνε στο πέρασμα κάθε καινούργιας αχτίδας, που τρύπωνε στο δωμάτιο. Πότε εξαφανιζόταν μέσα στις χαραμάδες και πότε ορθωνόταν σαν γίγαντας.   
«Μάο,» ακούστηκε μια φωνή. Απέναντι του, μέσα από τα σπλάχνα της αραχνιασμένης γωνίας, ένα μικρό γατί τον πλησίασε κι έριξε μια απαλή κουτουλιά στην ανοιχτή παλάμη του. Προσπάθησε να δει βρει το φύλο του, όμως αυτό του γυρνούσε την πλάτη και δεν τον άφηνε. Έγλυφε μόνο την χρυσαφένια γούνα του και συλλάβιζε «μάο». Με την τραχιά του γλώσσα του γαργαλούσε τα γόνατα. Το πήρε στην αγκαλιά του και το ‘σφιξε πάνω του. “Mr Gold”, του ψιθύρισε κι εκείνο λες κι  άκουσε τ’ όνομά του τρίφτηκε πάνω του. Mr Gold, σαν τον χρυσό, σαν το καλό που είχε φωλιάσει μέσα του. Με κάθε χάδι τους το φως γέμιζε όλο και περισσότερο το δωμάτιο. Στο τέλος, στάθηκε όλο μπροστά στα μάτια του και τον ανάγκασε να τ’ ανοίξει.
Αν μπορούσε να δει τον εαυτό του θα έβλεπε έναν ογδοντάχρονο γέρο ζητιάνο ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο. Στην αγκαλιά του χωμένος βαθιά ο Mr Gold του γαργαλούσε τη γενειάδα. Η τεράστια χάρτινη κούτα, που μέχρι τώρα ήταν το σπίτι του, στέγνωνε στο κράσπεδο μισολιωμένη από την έντονη βροχή. Έκλεισε τα μάτια του για τελευταία φορά κι άφησε την ψυχή του να ταξιδέψει μακριά, σ’ ένα μέρος, όπου οι γάτες δοξάζονται ως θεοί, και οι ζητιάνοι μπορούν να ονειρεύονται σαν βασιλιάδες.





Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015



φωτογραφία Travis Louie


Το γεύμα

Τα βράδια που ο Γκρέγκορ κλειδωνόταν στο δωμάτιό του δεν ήταν μόνος. Τους τελευταίους πέντε μήνες συγκατοικούσε με μία αράχνη, την Νίνα. Μόλις ο Γκρέγκορ αποκοιμιόταν η Νίνα ύφαινε έναν ιστό και πλησίαζε στο πρόσωπό του. Η αποπνικτική οσμή, που έβγαινε από μέσα του την έλκυε. Ακουμπούσε στην άκρη των χειλιών του κι άφηνε τη βαριά ανάσα του να ξεπλένει το δηλητήριό της. 

Η Νίνα είδε πρώτη τον Γκρέγκορ μεταμορφωμένο σε σκαθάρι. Εκείνη είχε ήδη βιώσει τη δική της μεταμόρφωση. Η σκληρή πανοπλία του τον κρατούσε ανάσκελα με το βάρος της και τον εμπόδιζε να περπατήσει. Κινούσε σπασμωδικά τα ισχνά ποδαράκια του, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να κατέβει απ' το κρεβάτι. Τον είδε να προσπαθεί μάταια να πιει γάλα απ' τη γαβάθα, να τσαλαβουτάει στην εφημερίδα με τ' αποφάγια κι ύστερα να κρύβεται ντροπιασμένος μπροστά στα τρομαγμένα ανθρώπινα βλέμματα. Στο τέλος, τον είδε ν' αρνείται να φάει. Ο θαυμασμός της εξατμίστηκε. Ο Γκρέγκορ ήτανε πια ένα αδύναμο αρσενικό ζωύφιο, που έκανε άγαρμπες σπασμωδικές κινήσεις. Δεν θα τον άφηνε να πεθάνει. 
   
"Σήμερα ετοίμασα εγώ το γεύμα σου", του είπε κι άφησε να κρέμεται μπροστά στο πρόσωπό του το κουφάρι ενός ζωυφίου.
Ο Γκρέγκορ γούρλωσε τα μεγάλα μάτια του. Ο άνθρωπος μέσα του δεν είχε ακόμα εξατμιστεί. Προσπάθησε να ξεφύγει όμως η αράχνη τον είχε τυλίξει με τον ιστό της. Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει και το ψόφιο ζωύφιο κύλισε στον ουρανίσκο του. Η Νίνα έφερε κοντά στο στόμα του κι άλλο ένα ψόφιο ζωύφιο. Ο Γκρέγκορ δεν αντέδρασε. Κράτησε το στόμα και τα μάτια του κλειστά σαν άρνηση. Έδειχναν τόσο διαφορετικοί, η Νίνα ευκίνητη, χνουδωτή και μαύρη σαν την εκδίκηση κι αυτός μια ακίνητη, φαρδιά κατσαρίδα.

 "Αν είχε μείνει μέσα του κάτι απ' τον παλιό Γκρέγκορ, θα μας είχε αφήσει ήσυχους", είχε πει η αδελφή του το πρωί. "Αυτό είναι αλήθεια", σκέφτηκε ο Γκρέγκορ. Ήταν αποκλεισμένος πριν από τη μεταμόρφωσή του. 

Άκουγε πάλι τους θορύβους που ακούν τα ζωύφια. Αναδύονταν απ' τα πατώματα, διαπερνούσαν τους τοίχους, έστελναν γρατζουνιστά ψιθυρίσματα στους νευρώνες του εγκεφάλου του και καταλάμβαναν το μυαλό του. Απ' το φόβο του άρχισε να κάνει μεγάλη φασαρία.

Αν έμενε ακίνητος και σιωπηλός θα γέμιζε η σκέψη του από 'κείνο το χωρίς νόημα μουρμουρητό με τις ελάχιστες παύσεις, τους μπερδεμένους φθόγγους και τους λυγμούς, τους χωρίς τέλος άρα και χωρίς νόημα. Γιατί η μετάλλαξη του Γκρέγκορ δεν είχε τελειώσει άρα δεν είχε νόημα και η ζωή του, αφού το τέλος είναι που δίνει νόημα και στις λέξεις και στις ζωές. Και σ' αυτή τη φάση ο Γκρέγκορ σίγουρα δεν ήταν ούτε άνθρωπος ούτε ζωύφιο. Ήταν ένα ολοκληρωμένο τίποτα. 

Μ' ένα δυνατό τίναγμα ο Γκρέγκορ έπεσε στο πάτωμα και το κεφάλι του χωρίστηκε απ' το σώμα του. Η Νίνα το κατάπιε αμάσητο. Τα επόμενα δευτερόλεπτα με το νεκρό σώμα της συμπλήρωνε το αποκομμένο μέλος του Γκρέγκορ. Την είχε σκοτώσει το ίδιο της το δηλητήριο. Ένα είδος αυτοχειρίας σαν απόδοση δικαιοσύνης.

Το πρωί βρήκαν το ανθρώπινο κουφάρι του Γκρέγκορ Σάμσα στο πάτωμα. Το πρόσωπό του διαγραφόταν θαμπά μέσα απ' την τεντωμένη κοιλιά της αράχνης. Τα τριχωτά πόδια της έδιναν την εντύπωση ακατάστατης κόμης.

Οι δυο τους ενώθηκαν μ' ένα τέλος που έδινε νόημα στις ζωές και των δύο. 

                 
       bbarends

Κυριακή 10 Μαΐου 2015




Μη-κ-τρότητες

μικρός εγώ
μικρές κι οι ώρες που σ' ακούμπαγα
μικρή κι η γη που στο πλευρό μου περπατούσες
άφησες πίσω όση αγάπη μου χρωστούσες

μικρός εγώ
μικρά κι εκείνα που για σένα συλλογίστηκα
μικροί και  όσοι να σε νοιώσουν προσδοκούσες
σ' εγκαταλείψαν χωρίς λόγο κι απορούσες

μικροί κι αυτοί που εμπιστεύτηκες
μικροί κι εκείνοι που βοηθούσες
και όσοι πριν να φύγεις σκέφτηκες
κι αν σ' αγαπούσα τους ρωτούσες

στο τέλος έγινε μικρότερος κι ο θάνατος
λιγότερος απ' όσο τον φοβάμαι
τις  μνήμες που μου πήρε τις επέστρεψε
σε βρήκα σε αισθάνομαι θυμάμαι 



κα.πα.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015


Ανοιξιάτικο επεισόδιο Γ΄

(Εἶναι μεσονύχτι —  Σαββατόβραδο τοῦ Πάσχα)
Ποτὲ πρὶν δὲν ἀκούστηκαν οἱ θεῖες καμπάνες νὰ χτυποῦν
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν
Ποτὲ πρὶν δὲν ἄναψαν οἱ γιορτινὲς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
γι’ αὐτοὺς ποὺ γιὰ πάντα λείπουν
Ποτὲ πρὶν σὰν ἀπόψε δὲν κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νεῖκος
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἀποδημητὲς στὴ χώρα τοῦ πολέμου
Ποτὲ πρὶν
Αὐτοὶ τὴν ἁρμονία δίνουν στὶς καμπάνες
Ἀνάβουν τὶς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
Νικοῦν τὸ θάνατο μὲ τὴν αἰωνιότητά τους.
Τοὺς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Γυρίζουν πολὺν καιρὸ σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία
Ζητοῦν ἀπόψε μιὰ θέση στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ μας
Χωρὶς ὕπνο γιὰ νὰ τοὺς πεῖς νεκροὺς
τυλίγοντας τὴν κλωστὴ τοῦ κεριοῦ στὰ δάχτυλά τους
ψάχνουν νὰ βροῦν τὴν πόρτα μας
ψάχνουν νὰ βροῦν ἁγνὴ τὴ θύμησή τους
σ’ ὅλων μας τὴ μνήμη
Κάθονται στὸ τραπέζι τοῦ δείπνου μας θλιμμένοι
σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ τόσα χώματα πλημμυρισμένα
Ὡραῖοι σὰν τὸ θαῦμα τοῦ Εὐαγγελίου
Σὰ μία κραυγὴ χαρᾶς:
Χριστὸς Ἀνέστη! 
Κι αὐτὲς οἱ θεῖες καμπάνες
εἶναι τὰ λόγια τους
Κι αὐτὲς οἱ κόκκινες λαμπάδες
εἶναι τὸ βλέμμα τους
Κι αὐτὴ ἡ λεπτὴ κλωστὴ στὰ δάχτυλά τους
εἶναι ἡ ζωή μας —Ὅλοι — νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ
γύρω στὸ γιορτινὸ τραπέζι τῆς Λαμπρῆς — Στὴν κεφαλὴ
τοῦ τραπεζιοῦ ὁ Ἀναστάς Χριστὸς. 
Μᾶς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Τὸ δεῖπνο μας πῆρε ἄλλο νόημα καθὼς ἔμπαινε
στὰ πληγωμένα βλέφαρα τὸ φῶς τοῦ θείου του λόγου
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε ἕνα στρωμένο τραπέζι γιὰ τὴ δικαιοσύνη
Ἕνα ἥσυχο σπίτι σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία καμωμένο ἀπὸ ἀγάπη. 
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε χίλια διαμάντια στὶς καρδιὲς
νὰ θυμίζουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

Ιάσωνας Δεπούντης
( Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»)




Παρασκευή 10 Απριλίου 2015





άσμα μικρό 

χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως 
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο. 

Νίκος Καρούζος


Τετάρτη 1 Απριλίου 2015







Εγώ, εσύ, η ελπίδα κι ο φόβος


Εγώ
υποκείμενο αποκλειστικό
πολύ αποκλειστικό.
Ενικού αριθμού.
Γένους ειδικού
εσωτερικά απομονωμένο
και φοβικά ανυπεράσπιστο.
Πληθυντικός αριθμός
Εμείς
άφιλου γένους παροπλισμένο λήμμα.

Εσύ
αντικείμενο υποθετικό
πολύ υποθετικό.
Ενικού αριθμού.
Γένους κατά περίπτωση
φαινομενικά συγκροτημένο
και υπερβολικά κατασταλαγμένο.
Πληθυντικός αριθμός
Εσείς
μεμονωμένοι και αποκλειστικά μακρινοί.

Η ελπίδα
όνομα ουσιαστικόν 
πολύ ουσιαστικόν
όπως η μνήμη.
Γένους θηλυκού
όπως η νύχτα.
Ενικού αριθμού
όπως ο έρωτας.
Πληθυντικός αριθμός
οι ελπίδες,
όσες και οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.



Αθήνα 9.11.13

Αφιερωμένο με σεβασμό την ποιήτρια Κ. Δημουλά.
Επηρεασμένο από το ποίημά της ‘Πληθυντικός αριθμός’ 
(συλλογή ‘Το λίγο του κόσμου’ 1971 
εκδ. Νεφέλη 1983/ εκδ. Στιγμή 1990) 


κα. πα.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015



Ωσαννά

Άσε τον λόγο να φανεί
μακρόσυρτος, αδρός, στομφώδης.
Να γίνουν τα νοήματα ακατάληπτα.
Βάλε στολίδια στις απλές τις λέξεις
καν’ τες βαριές, επίσημες να δείχνουν,
οι φράσεις να φαντάζουνε περίτεχνες.
Σ’ άδειες ζωές στηρίγματα αν υπόσχονται
 μεγάλος λόγιος θα χριστείς
και μύστης της γραφής.

Όταν αδειάσει από θάλασσα η καρδιά 
κι από τ’ αλάτι ξεραθούνε στο μυαλό οι σκέψεις
θα νέμεσαι τις τύχες ολονών. Άνθρωπος είσαι.
Τα χαίρε και τα ωσαννά φόβους ξορκίζουν.
Απόπειρες καταστολής συναισθημάτων
οι ηλεκτρονικές αποδοχές, 
με σχήματα δελεαστικά συνθέτουν 
αναχωρητές κι ανθρώπινα κουφάρια. 


κα. πα. 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015





Αυτόν τον τόπο κουβαλάω

Γύρισα πίσω, εκεί που άφησα
κομμάτι της καρδιάς μου.
Στους δρόμους τους χωμάτινους
και στα χορτάρια, που κέρδιζαν
ζωή μες στα πλακόστρωτα.
Έψαξα τα χαλίκια στο λιμάνι, 
που μου ‘χαν βάψει κόκκινα τα γόνατα.







Πέρασα απ’ τις γειτονιές
και οι ξερές αυλές έστειλαν ευωδίες.
Τα φούλια κι οι γαρδένιες πρασίνισαν
δειλά στους τρύπιους τενεκέδες.
Μπήκε ο Μάρτης. Για το Πάσχα
θα βάψουμε λευκούς του τοίχους,
είπα και πίστεψα στο όνειρο.
Είδα τη μάνα μου να ξεφυλλίζει τα ξερά
απ’ τα παρτέρια, ν’ αδειάζει τα νερά
που ξέπλυναν τη σκόνη τ’ ουρανού
κι έπλασαν λάσπη
με τ’ απόσταγμα του χρόνου.








Είδα τα χρώματα, που φώτισαν
τα παιδικά μου μάτια κι άπλωσα
να πιαστώ απ’ τα γνώριμα.
Κι  ως τ’ άγγιξα χαθήκανε.
Πάγωσαν τα χαμόγελα,
γίνανε γκρίζα και με χαιρετούν
ακίνητα απ’ το γυαλιστερό χαρτί.

κα. πα. 

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015






Κάποιες φορές

Κάποιες φορές η ζωή σε σαστίζει,
σε στήνει ακίνητο, σε αποδομεί.  
Αφουγκράζεσαι τους χτύπους της,
μπλέκεσαι στα όνειρά της
κι αναρωτιέσαι αν σ’ αφορούν.  
Οι μυρουδιές της γίνονται γνώριμες  
και συνάμα αλλοτινές.
Ανασαίνεις την αρμύρα της
κι οι θάλασσες των στιγμών της
βάφουν τα μάτια σου
με το βαθύ του ωκεανού.

Δεν φεύγουν πάντα τα χελιδόνια, μικρέ μου.
Κάποιες φορές ο ουρανός τα φέρνει πίσω.

Και τότε, η ζωή σε ξεπερνάει.


                                            
                                                      κα. πα. 

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014



Καλή Πρωτοχρονιά.

Αφήσαμε τα Χριστούγεννα πίσω μας και κρατήσαμε την ελπίδα ν’ ανασαίνει πως δεν τελείωσε, ακόμα, αυτός ο χρόνος.  Κι ας θέλαμε να φύγει. Λόγια. Κάθε τι που διώχνουμε, ξεκολλάει από πάνω μας σαν λέπι ζωντανό. Αφήνει γούβα, που δεν γεμίζει με τα χρόνια, όσο κι αν μαραζώσει το δέρμα γύρω του.  
Κάθε φορά, στο παραπέντε της αλλαγής του χρόνου, μετράμε τις κόκκινες προειδοποιήσεις της ζωής μας και τις πατάμε πίσω, ξορκίζοντάς τες, μην περάσουνε στο μέλλον. Τα ίδια κάθε χρόνο. Και φέτος τι είναι πάλι τούτο;  Ένας αέρας, που σαρώνει.  Πέρσι δεν είχαμε χιονιά. Θυμάσαι εκείνη τη φορά, που η μέρα της Πρωτοχρονιάς ήταν ζεστή;  Πότε να ήταν; Πόσα χρόνια πριν;  Αλλόκοτη ή απότομη αλλαγή.  Στο ένα δευτερόλεπτο το πριν και στο επόμενο το μετά.  Τι να προλάβεις από τη στιγμή;  Πόσο κρατάει ο χρόνος ανάμεσα σε δύο δευτερόλεπτα;  Σαστίζεις μόνο.  Η χαρά και ο πόνος ίδιοι είναι.  Με μια κλωστή δεμένα παρελθόν και μέλλον χτίζουν τη συνέχεια της ζωής μας.  Και εμείς τη σέρνουμε από δω, τη σπρώχνουμε από κει, ζαλίζοντας τη μοίρα που μας ψάχνει.  
Μακάρι τα κακά που ζήσαμε να μην μας ξαναβρούν.  Να μαζευτούνε τα καλά και να τα πνίξουν στη χαρά.  Κι αν κάποιος παραπονεθεί, μην τον ακούτε.  Τυφλός θα είναι ή αλλοπρόσαλλος, σαν και την τύχη του, που αφήνει να τον σέρνει.
Καλή Χρονιά!


                                                                            κα. πα.  

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014



Χριστούγεννα

Θλιβερά τραγουδάκια στο ραδιόφωνο.
Αραδιασμένες  μοναξιές στα μπαρ των ξενοδοχείων.
Ξεχασμένες σχολικές γιορτές.
Κλειστά μαγαζιά.
Μίζερες λαϊκές αγορές.
Κρύες καμινάδες.
Γλιστερές αυλές.
Άδειες φάτνες.

Απέλπιδες ειδήσεις καναλιών.
Πολυτελή συντρίμμια στις εθνικές οδούς.
Διαμελισμένα κορμιά στα ναρκοπέδια.
Δολοφονικές ηγεσίες κατ’ εξακολούθηση.
Νεκρές πόλεις.

Ναυαγισμένες βάρκες λαθρομεταναστών.
Εγκλωβισμένοι υποτελείς πολιτικοί.
Αναίσχυντοι ποιμένες.
Ρημαγμένες εκκλησιές.
Αδιάφοροι βολεμένοι.



Στις ουρές των ανέργων που περιμένουν τα συσσίτια,
στα παιδιά τα ξυπόλητα,
στους άστεγους έξω από τους φούρνους,
στους συνταξιούχους που ορφάνεψαν,
στα νοσοκομεία που ασφυκτιούν,
στα τζάνκια που χάθηκαν στις δίνες της πόλης,
στα σβηστά καντήλια των νεκροταφείων,
στους απελπισμένους λαούς με τις χωρίς ίχνη πατημασιές,
και σε όσους δεν επαναπαύονται με μια βολική μετάφραση,

Καλά Χριστούγεννα.


                                                                          κα. πα.


Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014




                                        ΤΟ ΠΑΝΙ

Ένα κομμάτι πανί ήταν. Κι όντας λευκό, σε σεντόνι παρέπεμπε. Από ‘κείνα που τα κόβουν πατσαβούρια οι νοικοκυρές όταν λιώνουν. Πόσα κορμιά το πότισαν δεν μέτραγε. Προίκα, νυφιάτικο. Είχε πνίξει πολλούς στεναγμούς. Πρώτη φορά που στρώθηκε ποτίστηκε με αίμα. Κι όχι της παρθενιάς. Του μίσους ήταν. Τέσσερις χαρακιές, οι δυο στο στήθος κι οι άλλες δύο στα γλουτιά το πότισαν.
«Σε σημαδεύω», της είπε το πρώτο βράδυ τους «από δω και πέρα μ’ άλλον να μην πας».  
Δεν του άνοιξε τα σκέλια δεύτερη φορά. Εννέα μήνες είχε φύλακα το λεκιασμένο πάνω της, μέχρι που έκανε το σερνικό. Ίσα που βγήκε η φύση του κι είδε στα μάτια του ανδρός της τη χαρά, ξέρασε γέλιο άγριο.
«'Δω σε κρατώ», του φώναξε «από το γιο μου θα το βρεις». Κι ούτε του ξαναμίλησε.
Πήρε κοντά της το παιδί, το σκούπισε, το τύλιξε με το αιματοβαμμένο κι ήταν σαν να το πότιζε το αίμα της διπλά .
«Να εκδικηθείς» το ορμήνεψε. Κι εκείνο λες κατάλαβε, γέλασε μες στα σπάργανα.
Κι όσο αυτό μεγάλωνε, γαντζωνόταν επάνω της κι απόκτημα δικό της γινότανε. Εκείνος ούτε βλέφαρο δεν του ΄ριχνε σαν να μην ένοιωθε γονιός. Τι κι αν αγόρι ήτανε. 
Πήρε ο γιος τη μυρουδιά απ’ της μάνας του το αίμα και αγρίεψε. Και τα καλά του κύρη του ακόμα πιο στραβά τα μέτραγε. Κι όσο περνούσε ο καιρός κι αντρείευε τόσο και η καρδιά του σκλήραινε. Ώσπου, στο τέλος τον πατέρα πατριό τον έβλεπε.  
Τη μέρα εκείνη του κακού ήλιο δεν είχε απ’ το πρωί . Βαρύς σηκώθηκε ο γονιός και πρόσταξε καφέ, να σβήσει το μεθύσι του απ’ τη νύχτα. Τα μάτια του ήταν θολά και η ψυχή του μαύρη απ’ τη μοναξιά.  Μάνα και γιος κοιτάχτηκαν βουβοί.
«Να μαζευτείς», είπε ο γιος στον κύρη του.
«Να βγάλεις το σκασμό», μούγκρισε εκείνος.
Λόγο στο λόγο θέριεψε ο καυγάς. Γιος και πατέρας ‘στελναν απειλές. Ώσπου, ο πατέρας μούλο φώναξε το γιο, τον όπλισε κουράγιο να του ορμήσει.  Δυο χαρακιές πατόκορφες σβήσανε την ντροπή. Σαν τα σημάδια που έβλεπε στη μάνα του όταν βύζαινε. Τον τύλιξε στο ίδιο το σεντόνι, που ‘χε βαστηγμένο να του θρέφει την εκδίκηση, κι ύστερα τον εσκέπασε με χώμα. 

Χρόνια μετά,  σκαλίζοντας βρήκανε το πανί.
«Δεν είναι αυτό δικό μου», είπε ένας γέροντας κι οι εργάτες το ξανάχωσαν.
Είχε ξεβάψει της εκδίκησης το αίμα. 

κα. πα.