Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014


 
 

 O Captain! My Captain!


 

 
O Captain! My Captain!

O CAPTAIN! my Captain! our fearful trip is done,
The ship has weather'd every rack, the prize we sought is won,
The port is near, the bells I hear, the people all exulting,
While follow eyes the steady keel, the vessel grim and daring;

But O heart! heart! heart!
O the bleeding drops of red,
Where on the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.

O Captain! my Captain! rise up and hear the bells;
Rise up -for you the flag is flung -for you the bugle trills,
For you bouquets and ribbon'd wreaths -for you the shores acrowding,

For you they call, the swaying mass, their eager faces turning;
Here Captain! dear father!
This arm beneath your head!
It is some dream that on the deck,
You've fallen cold and dead.

My Captain does not answer, his lips are pale and still,
My father does not feel my arm, he has no pulse nor will,
The ship is anchor'd safe and sound, its voyage closed and done,
From fearful trip the victor ship comes in with object won;
Exult O shores, and ring O bells!
But I with mournful tread,
Walk the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.





Καπετάνιε! Ω Kαπετάνιε μου! (μτφ. 1)

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου!
Το φοβερό μας το ταξίδι έχει τελειώσει.
Το πλοίο μας ξεπέρασε τη κάθε αναποδιά
κι η δάφνη που ζητούσαμε κερδήθηκε.
Φτάσαμε στο λιμάνι.
Ακουώ καμπάνες να χτυπούν,
λαό που αναγαλλιάζει,
Κι όλων τα μάτια στρέψανε στ' ακλόνητο σκαρί,
στ' ατρόμητο και βλοσυρό καράβι.

Μα, συ ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ώ άλικες, αιμάτινες, κόκκινες σταλαξιές,
Εκεί στη γέφυρα του πλοίου, ο Καπετάνιος μου πεσμένος
κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου! Σήκω!
τα σήμαντρα ν' ακούσεις που χτυπούνε.
Σήκω! για σενα λάβαρα λυτά ψυχανεμούνε,
για σένα σάλπιγγες, κλαγγές, αχολογούνε,
Για σένα τ' ανθοστόλιστα, τα πλουμιστά στεφάνια,
Για σένα στην ακρογιαλιά συνάχτηκε το πλήθος,
Εσένα πεθυμά ο χοχλασμός ολάκερου λαού
και σε γυρεύει μ' όψη φουντωμένη.

Έλα, έλα, Καπετάνιε μου! Πατέρα αγαπημένε!
Γείρε πάνω στο μπράτσο μου το έρημο κεφάλι.
Σαν όνειρο μου φαίνεται στη γέφυρα πεσμένος,
Και να 'σαι κρύος... νεκρός... χαμένος....

Μα ο Καπετάνιος μου δεν απαντά,
τ' αχείλι του είν' αμίλητο, χλωμό,
πατέρα μου το μπράτσο μου δε νιώθεις
κι ούτε έχεις πια τη θέληση, δεν έχεις πια σφυγμό
Το πλοίο έριξ' άγκυρα ολάγερο, βουβό
κι έχει τελειώσει το ταξίδι το στερνό,
Από το φοβερό του το ξαρμένισμα,
της νίκης το καράβι ξαναγύρισε,
με κερδεμένο τον σκοπό.

Ευφράνου ακρογιαλιά, καμπάνα χτύπα!
Μα 'γω το πένθιμό μου σέρνω βήμα
Στη γέφυρα, που ο Καπετάνιος μου πεσμένος
Κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...

 



 
Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! (μτφ. 2)

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Το φοβερό ταξίδι μας έχει τελειώσει
Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, το έπαθλο που αποζητήσαμε το έχουμε σηκώσει
Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, συνεπαρμένο κόσμο,
Ενώ τα μάτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα, το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:
                       Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
                         Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
                           Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
                               Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Ορθώσου κι άκου τις καμπάνες
Ορθώσου – για σένα τη σημαία κυματίζουν – για σένα η σάλπιγγα ηχεί
Για σένα ανθοδέσμες και μετάξινα στεφάνια – για σένα στις ακτές μαζεύονται τα πλήθη
Σένα ζητούν, οι μάζες οι παλλόμενες, στρέφοντας τα ανυπόμονα πρόσωπά τους
                        Να Καπετάνιε! πατέρα αγαπημένε!
                          Το χέρι αυτό κάτω από το κεφάλι σου
                             Όνειρο είναι πως πάνω στο κατάστρωμα,
                                Είσαι πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ο Καπετάνιος μου δε μ' απαντά, τα χείλη του ακούνητα κι ωχρά
Ο πατέρας μου το χέρι μου δε νιώθει, σφιγμό δε θα 'χει πια ποτέ ξανά
Το πλοίο έδεσε άγκυρα σώο και αβλαβές, η πλεύση του ανήκει πια στο χθες
Από ταξίδι φοβερό, το πλοίο νικητής, εισπλέει με σκοπό επιτυχή
                     Πανηγυρίστε, ω ακτές, χτυπάτε, ω καμπάνες!
                       Όμως εγώ, με πάτημα θρηνητικό,
                         Γυρνώ τη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
                            Πεσμένος κρύος και νεκρός.




 
 
 
 
 Ουώλτ Ουίτμαν - Walt Whitman (1819-1892)
 

 
 
Ο Ουώλτ Ουίτμαν - Walt Whitman (1819-1892) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς και ποιητές. Κυριότερο έργο του αποτελεί η ποιητική συλλογή «Φύλλα Χλόης» (Leaves of Grass) και ένα από τα πιο γνωστά ποιήματά του το «Καπετάνιε! Ω Kαπετάνιε μου!» (O Captain! My Captain!). Παραθέτουμε βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, το ποίημα στα αγγλικά, δυο μεταφράσεις του στα ελληνικά και δυο βίντεο με σκηνές από την κινηματογραφική ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» (Dead Poets Society), στα οποία απαγγέλονται στίχοι του Ουίτμαν.

Ο Ουίτμαν γεννήθηκε το 1819 στο Λόνγκ-Άιλαντ της Νέας Υόρκης, ο δεύτερος γιος μιας πολυπληθούς οικογένειας με συνολικά εννέα παιδιά. Το 1823 η οικογένειά του αναγκάζεται να μεταβεί στο Μπρούκλιν όπου ο πατέρας του δουλεύει ως μαραγκός και ο ίδιος φοιτά για έξι χρόνια στο δημοτικό σχολείο. Από την ηλικία των δώδεκα ετών, εργάζεται στο γραφείο ενός δικηγόρου και στα δεκατέσσερά του γίνεται μαθητευόμενος σε τυπογραφείο. Την ίδια περίπου περίοδο εγγράφεται σε κάποιο αναγνωστήριο βιβλιοθήκης, όπου έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει πολλούς κλασικούς αλλά και νεότερους συγγραφείς. Το 1835 επιστρέφει στο Λονγκ-Άιλαντ όπου εργάζεται ως δάσκαλος. Παράλληλα, ιδρύει την εφημερίδα Long-Islander, της οποίας είναι συγχρόνως διευθυντής, υπεύθυνος σύνταξης και τυπογράφος. Το έργο του ως δάσκαλος συνεχίζεται μέχρι το 1841, χρονιά που μετακομίζει στη Νέα Υόρκη προκειμένου να εργαστεί ως στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο αλλά και δημοσιογράφος σε διάφορα περιοδικά ή εφημερίδες της εποχής. Συγχρόνως, λαμβάνει ενεργό μέρος στην πολιτική και συμμετέχει σε προεκλογικές εκστρατείες του Δημοκρατικού Κόμματος.
Παράλληλα εγκαταλείπει την εργασία του στο τυπογραφείο και αναλαμβάνει διευθυντής εφημερίδων, βρισκόμενος διαδοχικά στις Daily Aurora και Brooklyn Eagle. Σε αυτό το διάστημα δημοσιεύει πλήθος άρθρων επί διαφόρων θεμάτων που συνδέονται συνήθως με την παγκόσμια ή την αμερικανική πολιτική επικαιρότητα. Το 1848 διακόπτεται η συνεργασία του με την εφημερίδα Brooklyn Eagle και γίνεται συντάκτης της Crescent, θέση που κατέχει για ένα χρόνο στο διάστημα του οποίου ταξιδεύει σχεδόν σε ολόκληρο τον αμερικανικό Νότο. Το 1849, επικεφαλής ενός μικρού τυπογραφείου, εκδίδει την εφημερίδα Freeman. Τον επόμενο χρόνο όμως αλλάζει εκ νέου κατεύθυνση και γίνεται μαραγκός, χτίζοντας σπίτια που αργότερα πουλά. Το 1854 φαίνεται πως εγκαταλείπει κάθε εργασία και επεξεργάζεται την πρώτη του ποιητική συλλογή Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass), η οποία εκδίδεται το 1855 με προσωπικά έξοδα του Ουίτμαν. Σε αυτή την πρώτη έκδοση της, η συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα εκτεταμένα άτιτλα ποιήματα και λαμβάνει ως επί το πλείστον αρνητικές κριτικές ενώ πωλείται τελικά μόλις ένα αντίτυπο. 
 
Ένα χρόνο αργότερα, ο Ουίτμαν ετοιμάζει την δεύτερη έκδοση της συλλογής του η οποία περιέχει επιπλέον είκοσι ποιήματα, γενικότερες διορθώσεις, τίτλους και μια σαφέστερη ταξινόμηση. Παράλληλα περιλαμβάνει ως εισαγωγή ένα συγχαρητήριο γράμμα του Ραλφ Γουάλντο Έμερσον προς τον Ουίτμαν. Η κυκλοφορία της δεύτερης έκδοσης των Φύλλων Χλόης συνοδεύεται επίσης από αντιδράσεις του περισσότερο συντηρητικού τμήματος της αμερικανικής κοινωνίας. Από το φόβο δικαστικών διώξεων, το έργο αποσύρεται ενώ έχουν ήδη πωληθεί μερικές εκατοντάδες αντιτύπων. Το επόμενο διάστημα δημιουργείται σταδιακά ένα ευνοϊκότερο κλίμα για τον Ουίτμαν που οδηγεί τελικά το 1860 σε μία τρίτη έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Thayer and Eldridge. Την περίοδο του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου ο Ουίτμαν εργάζεται ως εθελοντής νοσοκόμος και περιθάλπει τραυματισμένους στρατιώτες κυρίως στην περιοχή της Ουάσινγκτον. Με το τέλος του πολέμου διορίζεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και ειδικότερα στο τμήμα Υποθέσεων των Ινδιάνων. Λίγο αργότερα ωστόσο, ο νέος υπουργός James Harlan, πρώην ιεροκήρυκας των Μεθοδιστών, απολύει τον Ουίτμαν επειδή αποτελεί τον συγγραφέα των Φύλλων Χλόης. 

Παρόλα αυτά, ένα μήνα αργότερα, διορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το καλοκαίρι του 1866, ο Ουίτμαν επεξεργάζεται την τέταρτη έκδοση των Φύλλων Χλόης κατά τη διάρκεια διακοπών του στο Μπρούκλιν. Στα πλαίσια αυτής της νέας επανεξέτασής τους, διαφοροποιεί ορισμένους τίτλους και προχωρεί σε κάποια αρίθμηση ώστε το έργο να αποκτήσει μια ενότητα. Δημοσιεύεται τελικά το 1867 με προσωπικά του έξοδα. Ακολουθούν άλλες τέσσερις εκδόσεις και το 1891 η τελευταία κατά σειρά, είναι αρκετά ογκώδης περιλαμβάνοντας περισσότερα από τετρακόσια ποιήματα, ενώ παράλληλα συνοδεύεται από μία ευρύτερη αποδοχή του Ουίτμαν που σταδιακά έχει επιτευχθεί. Ήδη από το 1870 η υγεία του Ουίτμαν είχε αρχίσει να κλονίζεται σημαντικά. Πέθανε το 1892 και στον τάφο του -- που ο ίδιος σχεδίασε -- αναγράφεται απόσπασμα από ένα ποίημα του:
   
«My foothold is tenon'd and mortis'd in granite  
I laugh at what you call dissolution   
And I know the amplitude of time.»

«Η βάση μου βρίσκεται αρραγής
 κάτω απ' αυτή τη πέτρα
 Γελώ μ' αυτό που καλείτε αποσύνθεση
 Και γνωρίζω το εύρος του χρόνου.»


Πηγές:
 
  1. Βιογραφικά στοιχεία από την  Βικιπαίδεια
  2. Το ποίημα στην αγγλική γλώσσα και η πρώτη μετάφραση (δεν αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή), από την ιστοσελίδα  Περί…γραφής.
  3. Η δεύτερη μετάφραση είναι της Μαρίας Θεοφιλάκου από το μπλογκ στο τρένο της ποίησης.
 
 

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014





 Απολογητικές στιγμές καθημερινότητας


«Συγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;», πρόσφερα μια αντανακλαστική συγνώμη στην πωλήτρια του super market.   
Είχα πελαγώσει με όλα τα πολύχρωμα χημικά, που απλώνονταν μπροστά μου και φαντάστηκα πως θα μπορούσε κάποιος αρμόδιος να με βοηθήσει. 
Με κοίταξε διερευνητικά λες και της ζητούσα να μου απαγγείλει Ερωτόκριτο στο Ηρώδειο και ήταν απροετοίμαστη. 
«Θα ήθελα ένα παιδικό σαμπουάν.  Το πιο απλό, χωρίς parabens», ξαναπροσπάθησα μπροστά στο αγελαδίσιο βλέμμα της.
«Σιγά τ’ αυγά.  Όλα τα ίδια είναι», είπε και σύρθηκε βαριεστημένα μέχρι το απέναντι ράφι.
Σκέφτηκα πως θα μου πρόφερε το λιγότερο επιβαρημένο, αλλά η βοήθεια της δεν με βοήθησε και πολύ.  Μου έδωσε ένα της σειράς, την ευχαρίστησα ζητώντας και πάλι συγνώμη και το άφησα στο ράφι.  Άρχισα να ψάχνω ξανά από την αρχή, χρεωμένη με δύο συγνώμες.
«Καλά, ούτε τα παιδιά τους δεν τα προσέχουν οι βιομήχανοι;», αναρωτήθηκα με περισσή αφέλεια.  
Στην εποχή μου τα χημικά δεν ήταν ευρείας κατανάλωσης γι αυτό, μάλλον, άργησα να μεγαλώσω.  Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε ήταν το άσπρο οικιακής παραγωγής  και για πολυτέλεια αγοράζαμε το πράσινο από αγνό ελαιόλαδο, όπως διαλαλούσαν  οι πραματευτάδες μια φορά την εβδομάδα.  Οι σαπωνοποιοί  αποσιωπούσαν τον χρωματισμό του και οι αφελείς πιστεύαμε πως η ελιά βάφει πράσινα τα μοσχοσάπουνα.  Και να μας το λέγανε, σιγά που θα μας ένοιαζε.  Εποχή ανάπτυξης και  ευδοκίμησης.  Χάρη σ’ αυτήν φτάσαμε σήμερα να παρελαύνουν σωροί τα χημικά στα ράφια.  Όρεξη να έχεις να τα δοκιμάζεις.  Κι ούτε ένα αγνό κομμάτι.  Ούτε ένα σαπούνι χωρίς χημικά.  Ούτε ένα προϊόν χωρίς ανθρώπινη σάρκα.  Ούτε ίχνος παγκοσμιοποιημένου κέρδους χωρίς απώλεια ζωής.
Ζαλίστηκα από τους γύρους στο ράφι των καλλυντικών.  Θα λουστώ με πράσινο σαπούνι πάλι κι ας μην τρίζει στο κεφάλι μου η αστραφτερή καθαριότητα.   Θα το ξεπλύνω με ξύδι διαλυμένο σε νερό, να γυαλίζουν και τα μαλλιά μου στον ήλιο.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα ξεπερνούσε τα όσα είχα σκεφτεί!
Το κάθε «δεν έχω» της μάνας μου με γέμιζε ενοχές.  Η συγνώμη γινόταν το δεκανίκι, που στήριζε την εναγώνια ανάγκη μου να με συμπαθούν.  Ένας τρόπος να ζητάω κάτι  χωρίς προσβάλω.  Μια υπεκφυγή της αρνητικής πραγματικότητας.   Λίγο ακόμη να είχε ασχοληθεί μαζί μου η πωλήτρια  και θα της είχα ζητήσει συγνώμη, που την έφερα σε δύσκολη θέση όταν δεν βρήκε αυτό που της ζήτησα. Απεγνωσμένη προσπάθεια για να μην γίνω αντιπαθής στο ολοένα και πιο επιθετικό περιβάλλον της.  Μια συγνώμη απολογητική  για την παραπάνω κούραση που της προκάλεσα.  Το ίδιο θα έκανα και στον διπλανό μου στο λεωφορείο που τον έσπρωξα κατά λάθος με τον αγκώνα μου και στο κρεβάτι που διεκδίκησα παραπάνω μερίδιο από το πάπλωμα, χωρίς να φανταστώ πως  ο σύντροφός μου μπορεί και να το ήθελε όλο για τον εαυτό του.  Μια πανδημία συγνώμης ενάντια στην επιθετικότητα, που προβάλει η κούραση μπροστά στην ανάγκη μου να είμαι αρεστή σε όλους.  
Συγνώμη που δεν μπορώ να σταματήσω ν απολογούμαι, αλλά σε κάποιον πρέπει να μιλήσω,  συγνώμη που αμφιβάλω για τον εαυτό μου, συγνώμη που με βλέπεις έτσι, αλλά είμαι τόσο κουρασμένη. 
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα υπερβαίνει τα όσα έχω φανταστεί!
Στην παραλία τρία παιδάκια του δημοτικού καταναλώνουν, μέσα σε μία ώρα, όσο νερό χρειάζεται ο πληθυσμός της Αφρικής για ένα χρόνο.  Με τη βρύση ανοιχτή προσπαθούν ν ανεβάσουν τη στάθμη της θάλασσας.  Πάλι συγνώμη ζήτησα, για να τους θυμίσω το δέος των παιδιών της Αιθιοπίας  μπροστά σ ένα ποτήρι νερό.  Με συγνώμη απολογήθηκα και για την παραίνεσή μου να σκεφτούν πόσο πολύτιμο αγαθό είναι το νερό στις παγκόσμιες φαβέλες.  Και πάλι, ένοιωσα άβολα γιατί έπαιρνα τη θέση των γονιών τους, που έπιναν τον καφέ τους ανέμελοι. 
«Μπορεί να κάνω λάθος», είπα στα παιδιά χωρίς να διευκρινίσω που και ζήτησα ξανά συγνώμη.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα επαλήθευε όσα είχα  φοβηθεί!
Απελπισμένη για τη μη συμβατότητα του DNA μου με τα δεδομένα πειραματόζωου γύρισα στο σπίτι μου να απομονωθώ από τις έξωθεν συναισθηματικές παρεμβάσεις του ευρύτερου κοινωνικού μου περιβάλλοντος.  Έκανα το λάθος να πατήσω εκείνο το ανάλγητο κουμπί της εκρηκτικής μηχανής ελέγχου συνειδήσεων.  Της συσκευής που αναμεταδίδει φωτογραφικά διαμελισμένα σώματα παιδιών από ομαδικές σφαγές.  Εγκλήματα αφανισμού, προκαθορισμένα και καθοδηγούμενα από όντα υπεράνω υποψίας, που λέγονται ιθύνοντες, κυβερνόντες, θρησκευτικοί καθοδηγητές, δάσκαλοι, γονείς, παιδιά που πανηγυρίζουν με το θάνατο άλλων παιδιών.   
Όλοι ζούμε την ίδια ιστορία από διαφορετική πλευρά. Ανάλογα τη θέση που διαλέγουμε παίρνουμε και την ιδιότητα του θύτη ή του θύματος. Η επιτυχία, η πτώση, η αποτυχία, η κρίση, το νερό ή το αίμα που ήπιαμε στην πορεία όλα ανήκουν στην  ίδια ιστορία .  Θα την αφηγηθούμε στο τέλος ότι κι αν γίνει, όπως κι αν εξελιχτεί.  Κάθε βίωμα, αποδοχή ή αντίσταση, εγρήγορση ή λήθη, πόνος ή πόθος, απώλεια ή δημιουργία  δέσμες φωτός είναι πάνω από παρηκμασμένες Θερμοπύλες.
Σε λίγο θα τα καταφέρω οι συγνώμες μου να μην είναι ηττοπαθείς, ενοχικές, αδυναμίας ή αβεβαιότητας, ούτε σπάνιας ευαισθησίας.  Θα σταματήσω να ζητάω συγνώμη απ’ αυτούς που με σκοτώνουν.

Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα καταρρίπτει όσα με έχουν συγκλονίσει! 


                                                                  κα. πα.