Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019



Σαν απόψε

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ λοιπόν, σαν απόψε, το χιόνι έξω απ’ το παράθυρο είχε φτάσει έως το πρεβάζι. Είπα, δε βαριέσαι, αυτή τη νύχτα ας μείνουν τα εξώφυλλα ανοιχτά να βλέπω το χιόνι που θα πέφτει.  
Γαλατερή η νύχτα απ’ την πυκνή χιονόπτωση. Η ησυχία, ένα σίγμα τελικό, που έβγαινε απ’ τα δόντια με την άχνα. Αραιά και που, τα φώτα κάποιου αυτοκινήτου ανέβαιναν από τη δημοσιά προς την πλατεία. 
Ξεκρέμασα την μπακιρένια χύτρα από την αλυσίδα του τζακιού, την ακούμπησα στη σιδεροστιά και το «φούντωσα» με ξύλα. Ύστερα, ξεσκέπασα το φαΐ, ν’ απολαχάνει όπως έλεγε η μάνα μου, έδιωξα το σκυλί που γλειφότανε μπροστά στη φλόγα, σαν το γατί που προμηνύει τη βροχή της επόμενης μέρας, και περίμενα τον κύρη μου να μπει για να σερβίρω το δείπνο. 
Ακούστηκε το καμπανάκι της αυλόπορτας και αμέσως μετά απανωτά χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, για να φύγει το χιόνι απ’ τα παπούτσια. Δρασκέλησα το σκυλί, που είχε κουλουριαστεί στα πόδια μου, και πήγα ν’ ανοίξω την πόρτα. Πάλι φορτώθηκε με ξύλα ως τα μάτια, σκέφτηκα.
Μπήκανε τρεις, λευκοντυμένοι με νιφάδες· ο κύρης μου, φορτωμένος ξύλα, ο Γιάννης και η Κική.
«Είδαμε το παραθυράκι σας φωτισμένο· το μόνο που ξεχώριζε από τη δημοσιά. Ανάψαμε τη σόμπα και ήρθαμε να καθίσουμε, μέχρι να ζεσταθεί το σπίτι μας. Στις ειδήσεις ακούσαμε για το χιόνι και το αποφασίσαμε αμέσως.» 
Ήτανε μια από τις ομορφότερες βραδιές της ζωής μου. Τη χύτρα με την κρεατόσουπα, που εν τω μεταξύ είχε απολαχάνει, τη στραγγίξαμε, ήπιαμε και μία νταμιτζάνα κρασί κουβεντιάζοντας δίπλα στο τζάκι μέχρι το ξημέρωμα.  

Ο Γιάννης έχει φύγει, χρόνια τώρα, και η Κική δεν ανεβαίνει πια να βρει το χιόνι στο χωριό. Ο κύρης μου παραπονιέται πως μεγάλωσε και κουβαλάει από νωρίς τα ξύλα έξω από την πόρτα. Ο σκύλος μας, γεράκος πια, γλείφεται σταθερά μπροστά απ’ το τζάκι. Όταν χιονίζει με πλησιάζει εκείνο το βράδυ και κάποιες φορές νομίζω πως ακούω χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, μέχρι να φύγει το χιόνι που κολλάει στα παπούτσια. Φαίνεται πως κάτι ακούει και το σκυλί, γιατί σηκώνει το κεφάλι του και αφουγκράζεται ακίνητο. Να, σαν απόψε ένα πράγμα.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018






Περ' απ' την κατανάλωση

Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ' ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς
ο ξυπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ' τη σκιά των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια 
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ' άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!

Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018






«Η 16η του Νοέμβρη ήταν για μένα μέρα χαράς. Ήταν η γενέθλια μέρα μου. Ήταν μέχρι το 1973, που δεκαεπτάχρονο παιδί είδα τη νύχτα της να γίνεται ολέθρια.   
Νωρίς το απόγευμα το φροντιστήριο του «Σαββαΐδη» στη Σόλωνος ήταν γεμάτο. Τις δύο τελευταίες μέρες τα συνθήματα των φοιτητών από το Πολυτεχνείο έμπαιναν δυνατά από τα παράθυρα. Όλοι γνωρίζαμε τι συνέβαινε και οι μαθητές και οι δάσκαλοι. Οι περισσότεροι από μας μετά τις δέκα το βράδυ, που τελείωνε το μάθημα, περνάγαμε από το Πολυτεχνείο για να μάθουμε τα νεώτερα και να προσφέρουμε βοήθεια.
Εκείνο το βράδυ το μάθημα διακόπηκε όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί. Οι καθηγητές κλείδωσαν τις πόρτες και μας είπαν να περιμένουμε, μέχρι να δούμε τι θα κάναμε. Ήταν επικίνδυνο να διασχίσουμε τους γύρω δρόμους, είπαν. Οι ελεύθεροι σκοπευτές έριχναν στο ψαχνό· κάποιες σφαίρες εξοστρακίζονταν στους γύρω τοίχους. Τραβήξαμε τα θρανία μακριά από τα παράθυρα, σβήσαμε τα φώτα και περιμέναμε αμίλητοι. Όταν φάνηκε να κοπάζει για λίγο ο χαλασμός μας άφησαν να φύγουμε σιγά-σιγά. Ένας καθηγητής έβγαινε με προσοχή από την είσοδο, έψαχνε το δρόμο και ύστερα μας έδιωχνε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι αρχίσαμε να ξεμυτίζουμε ένας-ένας.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Δεν ξέρω πως κατάφερα να περάσω τα οδοφράγματα, πως βρέθηκα στην Αχαρνών και από ’κει, συνεχίζοντας το τρέξιμο, πως έφτασα στα Πατήσια περασμένα μεσάνυχτα. Η μάνα μου με περίμενε κλαμένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου πρώτη φορά δεν είπε κουβέντα που άργησα.
Εκείνο το βράδυ δεν γυρίσαμε όλοι στα σπίτια μας. Κάποιοι από μας σκοτώθηκαν παραμένοντας άγνωστοι και κάποιοι άλλοι έγιναν ήρωες. Από εκείνους που σώθηκαν μερικοί εξαργύρωσαν τη σωτηρία τους και κάποιοι άλλοι, σε κάθε επέτειο, μένουν σιωπηλοί και θρηνούν φίλους συμμαθητές και άγνωστους αγαπημένους.
Στο σπίτι μας δεν μιλήσαμε ξανά για 'κείνο το βράδυ. Η 16η του Νοέμβρη έρχεται κάθε χρόνο και κάθε χρόνο εμείς υποκρινόμαστε πως δεν τη θυμόμαστε. Τόσα χρόνια την κουβαλάμε μέσα μας αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτή. Μόνο ανάβουμε κεριά γι’ αυτούς που χάθηκαν εκείνο το βράδυ και για 'κείνους που σώθηκαν από το χαμό και σέρνουν μαζί τους την απώλεια, που θα ήθελαν να είχαν ξεχάσει.»


(Μαρτυρία ενός δεκαεπτάχρονου παιδιού, που εκείνο το βράδυ είχε γενέθλια). 


Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018






ξημέρωμα 
τα νέα καράβια
έλυσαν τους κάβους
στραγγίσανε
οι τρύπες τ’ ουρανού
στον κύκλο μέσα
ήλιο ζητάνε οι ίσκιοι
τα νερά τους να ζεστάνουν
και τα  κομμένα σου μαλλιά
να στάξουν θέλουν
όσο αίμα περισσεύει




Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018




23.07.2018

παιδάκι μου κακότυχο και κατασπαραγμένο
τα τρυπημένα σου φτερά τα σέρνεις λαβωμένο
στου ανέμου τα περάσματα και στης φωτιάς τη λάβρα
και σαστισμένο στέκεσαι στου χαλασμού τη χάβρα
δε μένει τόπος να πιαστείς άκρη για να κουρνιάσεις
λίγο νερό να δροσιστείς τον πόνο να σωπάσεις
να του φωνάξεις του Θεού «εδώ υπάρχω ακόμα
κι ώσπου να δεις τι θα γενεί θα κείμαι μες στο χώμα
τα σύννεφα που έστειλες μ’ αγάπη δεν σκεπάζουν
όταν μολύβι και φωτιά τα σωθικά τους βγάζουν
κι όσους πονάνε από στο χαμό να τους υπολογίσεις
πλέκουν ξανά τον δρόμο τους για να τους αγαπήσεις
στάσου για λίγο δίπλα τους, μ’ αγάπη αγκάλιασέ τους
δώσε τους λίγη απ’ τη χαρά, σκύψε προστάτεψέ τους
κι αν κοιμηθούν στα βότσαλα τη στάχτη ν’ ανεμίσεις
κι απ’ τα μαλλιά τους τη φωτιά με τη βροχή να σβήσεις
φέξε μπροστά τους να μπορούν σώοι να ταξιδέψουν
δώσε τους χέρι ν’ ακουμπούν και δύναμη ν’ αντέξουν
στείλε ελαφρύ τον ήλιο σου να κλείσει τις πληγές τους
κι αν σου γυρέψουνε ζωή πως τους θυμάσαι πες τους»
 

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018







Με φωνάζουν "Νατίν"

Σ' αυτόν τον τόπο με φωνάζουν "Νατίν". Δεν ξέρω τι σημαίνει η λέξη αυτή. Ο ήχος της είναι σκληρός, είναι κι αυτό το δάχτυλο που με δείχνει· φοβάμαι να ρωτήσω. Στον τόπο μου τα ονόματα των κοριτσιών ακούγονται σαν κελαϊδίσματα πουλιών, είναι βγαλμένα από λουλούδια κι όμορφες στιγμές.

Έρχομαι από μακριά, από πολύ μακριά, μέρες, νύχτες, θάλασσες, πολλές θάλασσες μακριά. Είχα μια όμορφη πατρίδα, δεν ήθελα να την αφήσω. Αναγκάστηκα. Μάζεψα ό,τι πολύτιμο μπορούσα να κουβαλήσω στους ώμους μου κι έφυγα κρυφά, για να επιζήσω από τους βομβαρδισμούς. Εκείνη η φυγή είχε μέσα της ελπίδα. Ύστερα, ήρθε το ναυάγιο και η ελπίδα βούλιαξε μαζί με τ' όνομά μου. Δεν βαριέσαι, είπα, ας μην έχω όνομα αρκεί που σώθηκα. 

Ξέρω από πού έρχομαι, αλλά δεν γνωρίζω που θα φτάσω. Δεν καταλαβαίνω γιατί βρίσκομαι ακόμα εδώ· δεν το διάλεξα. Αν είχα επιλογή θ' αποφάσιζα νωρίς σε ποιόν τόπο θα ήθελα να ζήσω. Αυτή η χώρα ούτε με διώχνει ούτε με κρατάει. Ζητάω να φύγω και δεν μου επιτρέπεται. Μόνο να στέκομαι απέναντι από σύνορα και να περιμένω επιτρέπεται. Αν προσπαθήσω να τα περάσω θα με γυρίσουν πίσω. Άμα γυρέψω γη για να στεριώσω θα μου πουν πως είμαι προσωρινή. Πάλιωσα άπραγη σ' αυτή την εξορία κι ακόμα προσωρινή είμαι. Δεν ορίζω ούτε το χώμα που ακουμπούν οι σόλες των παπουτσιών μου. Στον πρώτο τόπο που θα με δεχτεί, θα βγάλω τα σκισμένα παπούτσια μου και θα περπατήσω ξυπόλυτη στο χώμα του, να τον αισθανθώ και να με καταλάβει.  

Μέχρι τότε, θα κλείνω τα μάτια και θ' ανασαίνω μέσα από τα συρματοπλέγματα, σαν να μην υπάρχουν. Σαν να μην υπάρχω κι εγώ μέσα σ' αυτά. Γύρω μου φωνές εκνευρισμού, κραυγές αγωνίας, βρισιές, κατάρες· σιγά-σιγά μαθαίνω να μην τις ακούω για να μπορέσει το όνειρο να με τραβήξει πίσω. Σκέφτομαι πως ο τόπος μου δεν θα είναι πια ο ίδιος, γι' αυτό μαζεύω γύρω μου τη σιωπή μήπως καταφέρω και τον ονειρευτώ όπως ήταν πριν την καταστροφή. Ξαναγίνομαι παιδί, βρίσκω τους γονείς και τους συγγενείς μου ζωντανούς, τρέχω με τους φίλους μου μέσα σε φυλλωσιές και σε πολύχρωμα χωράφια. Αφήνομαι σ' αυτόν τον γυρισμό και παίρνω κουράγιο για να συνεχίσω την πορεία προς την Εδέμ. Κι εκεί που καταφέρνω να χαμογελάσω κάποιος φωνάζει "Νατίν". Τα βλέφαρά μου ανοίγουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων και ένα δάχτυλο με δείχνει. 

Δεν συγχωράω αυτό το ξύπνημα όμως το χαμόγελό μου γίνεται μαγικό και το δάχτυλο χάνεται. Η λέξη "Νατίν" με κάνει υπαρκτή. Θα μπορούσε να σημαίνει "έθνος" και να με χρήζει αυτόματα πολίτη του κόσμου. Όταν τα σκέφτομαι αυτά παύω να είμαι δύσπιστη· φαντάζομαι πως είμαι σημαντική και υπόσχομαι να κρατήσω αυτό το όνομα για πάντα. Μέσα μου το "Νατίν" σημαίνει "υπάρχω εδώ". Άλλωστε, δεν έχω που αλλού να πάω.    

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018




Οι μαϊμούδες


Καταμεσής στη ζούγκλα της Αθήνας,
σε δέντρο τσιμεντένιο που ορθώνεται μουντό,
χρόνια και χρόνια κρύβονται
φριχτοί τυραννοδαίμονες,
λογιών-λογιών μαϊμούδες νεκροζώντανες,
που απειλούν σαρκαστικά και ξεκαρδίζονται
φτύνοντας τους περαστικούς,
εκσφενδονίζουν τα σπασμένα φέρετρά τους,
και τα φθαρμένα δεκανίκια τους σαν βέλη εκτοξεύουν
ποτισμένα δηλητήριο του μίσους,
πετάνε πετρωμένα παραμύθια
και καρδιές μαχαιρωμένες ποιητών…

Ό,τι στερνό είδε το φριχτό μαϊμουδολόι
ήτανε σμήνος, μαύρο, από γύπες νεκροβόρους,
που αγριεμένοι από την πείνα γυροφέρνανε ψηλά
πάνω από πλήθος μανιασμένο, με τσεκούρια κοφτερά
πού ’κοβε απ’ τη ρίζα του το δέντρο,
το κακό, του Πανδαιμόνιου.

Περικλής Παπαδόπουλος
Δεκέμβρης 2017


Τρίτη, 22 Μαΐου 2018



δεύτερη εποχή

τις αγέννητες λέξεις σου υμνώ Ιάσονα
σε τούτο το χρονικό του χρέους
μέσα στον ίλιγγο της ανησυχίας
και στις άρπυιες των ηλεκτρονικών 
μανθάνουσα μηχανή εγώ 
με την τέχνη του νοητού
υπηρετώ τον Μάγο Pixar Typestyry
σε απροσπέλαστες τεχνητές γλώσσες
μεταστοιχειωτής ενός οράματος
με υπαρκτό στόχο. Ίσως. 




Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018







"ἰὼ σκότος, ἐμὸν φάος,
ἔρεβος ὦ φαεννότατον, ὡς ἐμοί,
ἕλεσθέ μ᾽, ἕλεσθ᾽ οἰκήτορα,
ἕλεσθέ μ᾽"

Ω συ σκοτάδι, δικό μου φως,
ω έρεβος λαμπρότατο,
πάρτε με, πάρτε με σύνοικό σας,
πάρτε με·

Σοφοκλής – Αίας Μαστιγοφόρος,
στροφή δ΄, 394-397.





Σκιόφως


Αυτό το Κάτι σκέφτομαι, το Φως,
και τ’ Άλλο του αμέσως, το Σκοτάδι,
πίσω του ξεπηδάει σαν μαύρος δαίμονας.

Αυτό το Κάτι Άλλο, το Σκοτάδι,
που είναι κι αυτό ένα Κάτι, του Αίαντα ένα Φώς,
που είναι κι αυτό ένα Άλλο,
του Άλλου του το Άλλο,
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
μονότονη επ’ άπειρον, εναλλαγή κακή.

Κι επειδή στο απόλυτο Φως
εξίσου δυστυχώς νιώθω τυφλός
όπως και μες στ’ απόλυτο των Κιμμερίων Σκοτάδι,
γι’ αυτό και ’γώ από δω και μπρός
μόνιμα πια θα κατοικώ μες στο άπλετο Σκιόφως,
που Φως άλλοτε γίνεται σκιασμένο
και άλλοτε Σκοτάδι φωτισμένο.
Εκεί μόνον μπορώ να βλέπω καθαρά.

Περικλής Παπαδόπουλος




Ο Αίας του Σοφοκλή, που διδάχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα μεταξύ 450 και 442 π.Χ., ήταν, ίσως, η παλαιότερη από τις τραγωδίες του που διασώθηκαν.
"Ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, έξω φρενών από το θυμό του, επειδή μετά τον θάνατό του Αχιλλέα, τα όπλα του απονεμήθηκαν, στον Οδυσσέα και όχι στον ίδιο, στρέφει την οργή του εναντίον ενός κοπαδιού προβάτων, τα οποία νομίζει πως είναι οι εχθροί του Ατρείδες, Αγαμέμνονας και Μενέλαος, καθώς και ο Οδυσσέας. Σε αυτή την παραφροσύνη τον οδήγησε η θεά Αθηνά,η οποία ήθελε να προστατέψει τους αρχηγούς των Αχαιών".


Κυριακή, 29 Απριλίου 2018










διαχρονική …φυσική μουσική

«[…] Διαφορετικοί λαιμοί ψάλλουν σε μία γλώσσα.
Γι’ αυτό πιστεύω πως αν ήμασταν
αρκετά δυνατοί για ν’ ακούμε δίχως
τις διχόνοιες της επιθυμίας και του τρόμου 
δίχως τη θύελλα των νοσηρών εθνών,
την οργή των πεινόπληκτων πόλεων,
 τότε και αυτές τις φωνές θα τις βρίσκαμε
 καθαρές σαν παιδικές - ή σαν την ανάσα ενός κοριτσιού
που χορεύει μόνο του στην ακτή του ωκεανού
και ονειρεύεται εραστές».


Επιλογή από το ποίημα «Φυσική μουσική», του Ρόμπινσον Τζέφερς, Αμερικανού ποιητή, (1887-1962).

Από τις Εκδόσεις «Γαβριηλίδη» κυκλοφορεί η Δίγλωσση έκδοση της ποιητικής συλλογής Φυσική μουσική. Πενήντα ποιήματα και ένα δοκίμιο ποιητικής του Ρόμπινσον Τζέφερς, σε μετάφραση του Γιώργου Λαμπράκου.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018



Τελεία

Λέω ν’ αφήσουμε, αργά στο χώμα,
μια κουκίδα που τελεία θα την πούμε,
και πάνω της το δάχτυλο ακουμπώντας
ν’ αρχίσουμε τη χάραξη ενός κύκλου.
Κι ίσως, δεμένοι στον πυρήνα που μας έλκει
κι ακολουθώντας την πορεία του άξονά μας,
αλήθεια καταφέρουμε να δούμε, από μέσα,
μέχρι τις άκρες του να ενώσει ο κύκλος.   
Αυτή η οδυνηρή περιστροφή μας
θα μοιάζει πιο πολύ στην καταδίκη,
που νιώθουν όσοι ζουν στιγματισμένοι,
άδικα, λόγω της δικής μας κρίσης.
Κι αν μέσα απ’ τη ζαλάδα ξεμυτίσουν
ελεύθερες και καθαρές οι σκέψεις
ίσως βρεθεί ο τρόπος να σωθούμε
πριν να μας λιώσουνε τα όρια του κύκλου
ή πριν βουλιάξουμε στο λάκκο,
που τα πόδια μας ανοίγουν,
πατώντας πάνω στην τελεία. 



Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018








Ένας λύκος αισθηματίας - Αργύρης Χιόνης


Διψάω γι’ αγάπη, πεινάω γι’ αγάπη, πονάω γι’ αγάπη...
Ουρλιάζω γι’ αγάπη, πεθαίνω γι’ αγάπη... αλλά...
Είμαι o λύκος, o κακός o λύκος και δεν γίνεται...
Δεν είναι δυνατόν τέτοια αισθήματα να έχω...
Γιατί αν το μάθουνε τα πρόβατα,
θα πέσουνε να με σπαράξουν...



Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018





Μανόλης Αναγνωστάκης

[Εκεί…]

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου — απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε θα ξέρεις.

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, 
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).


Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018



Αξίζει να διαβαστεί




ΤΟ TΡΕΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΊΞΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ….

Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια έτυχε να δω την ταινία του Πήτερ Μπογκντάνοβιτς “η τελευταία παράσταση”  με θέμα την  τελευταία κινηματογραφική προβολή σε μια αμερικανική κωμόπολη, λόγω της παρακμής του κινηματογράφου απ’ την ισοπεδωτική εισβολή της τηλεόρασης. Στο χωριό μας αυτή η τελευταία παράσταση έχει συμβεί προ πολλού, σε βαθμό που σχεδόν έχει ξεχαστεί ο κινηματογράφος του Δεληγιάννη, όσο και αν για μας, της κάποιας ηλικίας ανθρώπους, οι αναμνήσεις αυτές  δεν σβήνουν ποτέ.
Αργότερα ακολούθησε το “τελευταίο φιλί” για το τέλος μιας άδοξης σχέσης, και άλλοτε ο “τελευταίος ασπασμός” για την αποδημία εις Κύριον προσφιλών μας προσώπων. Και από τότε η λέξη <<τελευταίος>>, είτε ως επιθετικός είτε ως χρονικός προσδιορισμός, έγινε συνώνυμο του αποχωρισμού, της απώλειας, ενός πικρού συναισθήματος που σα μαχαιριά χαρακώνει τη μνήμη και γεννά νοσταλγικά συναισθήματα για κάτι ωραίο που τελείωσε, έσβησε οριστικά.
‘Έτσι και τώρα το τρένο θα σφυρίξει για τελευταία φορά κάποια νύχτα στις πρώτες μέρες του Φλεβάρη του 2018 στο μικρό μας σιδηροδρομικό σταθμό, καθώς οι ιθύνοντες εγκέφαλοι των σύγχρονων συγκοινωνιών έκριναν πιο πρόσφορη, πιο αποδοτική και πιο σύντομη τη χάραξη νέας γραμμής (μέσα από τη σήραγγα του Καλλιδρόμου) και την αλλαγή πορείας από την Τιθορέα προς Θεσσαλονίκη, παρακάμπτοντας έτσι τη γραφικότατη γραμμή από Τιθορέα προς Λιανοκλάδι μέσω Αμφίκλειας, Μπράλλου και Γοργοποτάμου.
Και καθώς η ημερομηνία της διέλευσης του τελευταίου τρένου δεν είναι σαφής, κανείς βέβαια δε θα είναι εκεί για να  χαιρετήσει για έσχατη φορά το τρένο που εξυπηρέτησε  γενιές και γενιές Δαδιωτών, από τότε που πρωτοκύλησε στις ράγες στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και τώρα. Εξυπηρέτησε σε ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές τους παππούδες, τους γονείς μας, εμάς τους ίδιους και τα παιδιά μας στις μετακινήσεις μας βασικά προς την πρωτεύουσα αλλά και βόρεια προς τη Μακεδονία, καθώς πάντα η λεωφοριακή συγκοινωνία ήταν ελλιπής ή ανύπαρκτη  ίσως και γιατί υπερκαλύπτονταν από το τρένο.
Θα σταθώ εκεί στη δεκαετία του ‘70 με ‘80, όταν ζήσαμε τη μεγάλη αίγλη του σταθμού μας, καθώς τα ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα ήταν μετρημένα, το οδικό δίκτυο σε κακή κατάσταση και οι ανάγκες για μετακίνηση ολοένα αυξανόμενες. Με νοσταλγία θυμάμαι τα απογεύματα της Κυριακής, όταν, φοιτητές όντες, επιστρέφαμε στην Αθήνα, να πλημμυρίζει ο σταθμός με καμιά πενηνταριά  και παραπάνω άτομα, ένα μελίσσι από νέους που σπούδαζαν στην Αθήνα, αλλά και μεγαλύτερους που κατέβαιναν για δουλειές στην πρωτεύουσα. Εκεί λοιπόν στο σταθμό περιμέναμε όλοι με τις βαλίτσες καταγής γεμίζοντας το χώρο με γέλια και φωνές, σχόλια για την πολιτική, καθώς ήταν εποχή της δικτατορικής παρακμής, του έπους του Πολυτεχνείου και αργότερα της μεταπολίτευσης, που έκαναν μερικούς μεγάλους να στραβομουτσουνιάζουν και να σιγομουρμουρίζουν… 
Περιμέναμε, περιμέναμε ώρα πολύ μέχρι να ακουστεί εκεί κάπου στο Κωμοπύλι το βαρύ αγκομαχητό της μηχανής και να φανεί ο καπνός απ’ το μαυρισμένο φουγάρο. Νωρίτερα, αρκετές φορές είχαμε ξεγελαστεί από κάποιο τυχαίο ήχο παραπλανητικό, όταν κάποιος με δυνατή φωνή επέβαλε “σσσσουτ”  για να ακουστεί καθαρά αν έρχεται ή όχι το τρένο. Και τότε μια βουβαμάρα έπεφτε στο σταθμό όλα τα κεφάλια στρέφονταν προς τα εκεί από όπου περιμέναμε το τρένο, αλλά μάταια, τίποτα… Και ξανά, πάλι απ’ την αρχή γέλια, αστεϊσμοί, φωνές, μαζί τώρα και η αγανάκτηση για την αργοπορία. Γιατί οι καθυστερήσεις ήταν φαινόμενο όχι απλά σύνηθες, αλλά ανελλιπώς καθημερινό, τόσο που στο τέλος δε μας πολυένοιαζε, καθώς ήταν κάτι το αναμενόμενο και υπολογιζόταν μάλιστα και στο συνολικό χρόνο του ταξιδιού, που ποίκιλλε από τις 3 ώρες (το κανονικό, αλλά σπανιότατο) μέχρι τις 5 ή και 6 ώρες. Μας αρκούσε η βεβαιότητα πως κάποτε θα περάσει το τρένο και θα μας πάει στον προορισμό μας στα σίγουρα.  Και καθώς η καλή παρέα με άλλους φίλους ήταν δεδομένη, το διασκεδάζαμε κι όλας. Και όταν επί τέλους φαινόταν να έρχεται μεγαλειώδες, μια ξαφνική κινητικότητα συνέβαινε, καθώς όλοι τρέχαμε να βρούμε τις βαλίτσες που ούτε θυμόμαστε πού τις είχαμε παρατήσει, όταν πρωτοήρθαμε. Και όταν τις βρίσκαμε, εκεί να δεις στριμωξίδι στις στενές πόρτες του τρένου για το ποιος θα πρωτανέβει. Φροντίζαμε να ανεβεί πρώτα ένας γερός νέος για να τραβήξει τις κοπέλες με τις βαρύτερες κατά κανόνα βαλίτσες. Και καθώς το πρώτο σκαλί ήταν (δεν ξέρω για ποιο λόγο) αρκετά ψηλό, χρειαζόταν κάποιος να βοηθήσει στο ανέβασμα, γιατί υπήρχε και το πιεστικό σφύριγμα του ελεγκτή που είχε κατέβει κάτω και επέβλεπε στην επιβίβαση των επιβατών, σφυρίζοντας και φωνάζοντας να βιαστούμε, λες και αυτά τα λίγα λεπτά θα κάλυπταν την ωριαία και βάλε καθυστέρηση.
‘Ήταν πραγματικά ένα πανηγύρι αυτή η αναμονή στο σταθμό για τους ταξιδιώτες και κυρίως για μας, τους νέους τότε,  που δε μας πολυπίεζε ο χρόνος, αρκεί να περνούσαμε καλά. Και ήταν γεγονός πως περνούσαμε καλά  και στο σταθμό, αλλά και μέσα στο τρένο, όπου μετά την επιβίβαση παιζόταν η δεύτερη πράξη του κωμικοδράματος, καθώς το τρένο όπως ήταν σχεδόν γεμάτο, όταν ερχόταν, έπρεπε να χωρέσει εμάς, πενήντα και βάλε άτομα, άλλες τόσες τουλάχιστον βαλίτσες και τσάντες και να μείνει και χώρος για τους άλλους, που θα ανέβαιναν στην Τιθορέα και παρακάτω. Βαδίζοντας λοιπόν και σπρώχνοντας στους στενούς διαδρόμους, ανοίγαμε τα κουπέ και ερευνούσαμε για τυχόν άδειες θέσεις. Σπάνια βρίσκαμε αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η αναζήτηση θέσης ήταν μια ενστικτώδης και όχι συνειδητή ενέργεια, γιατί, αν και μόλις βρίσκαμε, παρατούσαμε τα πράγματα και ξαναβγαίναμε στο διάδρομο, όπου ήταν και οι υπόλοιποι της παρέας, για να συνεχίσουμε τις κουβέντες, τους αστεϊσμούς, τα σχόλια, τα πειράγματα κ.λ.π..
Και το τρένο ταξίδευε… Τιθορέα, Λειβαδιά, Αλίαρτος, Αλαλκομεναί (τι παράξενο όνομα), Θήβα, Αυλώνα…. Συνήθως σε κάποιο μεγάλο σταθμό το τρένο ξανασταματούσε για αρκετή ώρα. Γιατί, καθώς η γραμμή ήταν μονή και τα δρομολόγια είχαν καθυστέρηση, δε μπορούσε να προγραμματιστεί με ακρίβεια η κίνηση δυο αντίθετων συρμών στην ίδια γραμμή. Πάλι καθυστέρηση, τόσο που πολλές φορές ανακοίνωνε ο σταθμάρχης ότι το τρένο θα ξεκινήσει πάλι σε μισή ώρα ή και σε τρία τέταρτα.  Και πάλι ανησυχία, αγανάκτηση για το πότε θα γίνουμε επιτέλους πολιτισμένο κράτος, που η λαϊκή ετυμηγορία ήταν αυτομάτως “ποτέ”. Ποτέ δε θα γίνουμε Ευρώπη, όπως έλεγε κάποιος που του είχε πει  ο ξάδελφος κάποιου φίλου του, που είχε πάει στη Γερμανία, όπου όλα δούλευαν ρολόι εκεί, ή ποτέ δε θα γίνουμε Σοβιετική ‘Ένωση, όπως είχε διαβάσει στο Ριζοσπάστη κάποιος άλλος και όπου όλα ήταν ιδανικά. Συνήθως στις μεγάλες καθυστερήσεις κατεβαίναμε για να ξεμουδιάσουμε, να πιούμε λίγο νερό, αλλά και κάποιοι για να φάνε κάτι, μέχρι και σουβλάκια ή και για να δείξουμε την αγανάκτησή μας φωνάζοντας στο σταθμάρχη, λες κι έφταιγε εκείνος.  Κάποτε ακουγόταν και πάλι το σφύριγμα του ελεγκτή, και άντε πάλι ανέβασμα με ευχές να φτάσουμε τώρα επιτέλους.
Το τρένο είχε συνήθως και μπαρ, όπου μπορούσες να πάρεις κάτι να πιεις ή να φας, αν είχες λεφτά και αν ήσουν τυχαία κοντά σ’ αυτό, γιατί, αν ήσουν μακρυά, η διαδρομή ήταν δύσβατη απ’ τους ανθρώπους του διαδρόμου κι απ’ τις βαλίτσες.  Αμυδρά θυμάμαι στα πρώτα μου ταξίδια ακόμα και καλάθια, που κουβαλούσε ο κόσμος στην Αθήνα μ’ ένα σωρό καλούδια και κάποτε και καμιά κότα ζωντανή που την είχαν κλεισμένη στο καλάθι με ραμμένη μια πετσέτα στο άνοιγμα του καλαθιού, απ’ όπου προεξείχε ελεύθερος ο λαιμός και το κεφάλι του ζωντανού που κοίταζε σαστισμένο και μεις γελούσαμε…. Τριτοκοσμικές, αλλά τόσο ωραίες, ξεχασμένες πια  σκηνές.
Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη μυρουδιά του τρένου μια μυρουδιά ανάκατη μουντζούρας, πολυκοσμίας, ιδρώτα και τσιγάρου. Γιατί τότε επιτρεπόταν το κάπνισμα και μέσα στα βαγόνια κι αν κάποιον δυστυχή το ενοχλούσε πραγματικά, άντε να το πει σε μας τα επαναστατημένα νιάτα, που τα ξέραμε όλα. Κάποτε λοιπόν φτάναμε στην Αθήνα κι ο καθένας έπαιρνε βιαστικά το δρόμο του, συνήθως να προλάβει τη συγκοινωνία, γιατί η ώρα ήταν ήδη αρκετά περασμένη.
Αυτή ήταν μια τυπική διαδρομή με το τρένο με πολλά επί μέρους κωμικά περιστατικά που διάνθισαν τα φοιτητικά μας  χρόνια, όταν τα βλέπαμε όλα τόσο απλά αλλά και σύνθετα κι όταν νομίζαμε πως εμείς θα κάνουμε τον κόσμο καλύτερο, ακόμα και τα τρένα να πάνε στην ώρα τους. Κι είναι γεγονός πως πολλά διορθώθηκαν από τότε. ‘Ένα ταξίδι απ’ την Αθήνα στο Δαδί, διαρκεί, (ή  μάλλον τώρα πια το σωστότερο είναι πούμε διαρκούσε) λιγότερο από δύο ώρες. Αλλά τα δρομολόγια απ’ τον καιρό της κρίσης είχαν μειωθεί πολύ, σχεδόν ένα το πρωί και ένα δυο το απόγευμα, το επιβατικό κοινό είχε ελαττωθεί αρκετά, γιατί οι νεοέλληνες αποκτήσαμε πια δικό μας μεταφορικό μέσο και μας ήταν βαρύ και υποτιμητικό να  ταξιδέψουμε με το τρένο που τόσο ευχάριστα μας συντρόφευε στη νιότη μας.
Αλλά τώρα οι σχεδιασμοί της νέας Ελλάδας της Ε.Ο.Κ., της Ευρωπαϊκής που λέγαμε,  απαιτούν να  σταματήσει το θρυλικό 501 δρομολόγιο του τρένου. Δε μπορούμε βέβαια να πάμε κόντρα σε κεντρικούς σχεδιασμούς των συγκοινωνιών που έκριναν τούτο πιο συμφέρον και πιο γρήγορο απ’ το άλλο, δε μπορούμε να πάμε κόντρα στην εποχή της ταχύτητας και της τεχνολογίας, που ο χρόνος αποτιμάται σε χρήμα, αλλά πώς να το κάνουμε μας πονάει αυτό το επερχόμενο τελευταίο σφύριγμα.
Πόσο καλό και λυτρωτικό συνάμα θα ήταν να μαζευτούμε όλοι οι Δαδιώτες στο σταθμό και να χαιρετίσουμε αυτό το τελευταίο τρένο με χειροκροτήματα σαν αναγνώριση της μεγάλης του προσφοράς σ’ όλους τους Δαδιώτες στην υπεραιωνόβια ζωή του σε καλές και σε άσχημες στιγμές. Σ’ αυτό το τρένο, που μας έφερε σε επαφή με την άλλη Ελλάδα και συνέβαλε στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό του χωριού μας. Σκέψεις και όνειρα αρκετά ρομαντικά χωρίς καμιά αξία στην πεζή μας εποχή, όπου τα συναισθήματα παραμερίζονται μπροστά στον οδοστρωτήρα του κέρδους, των συμφερόντων και της ταχύτητας της εποχής μας.
Κι όμως, αν το καλοσκεφτούμε, αυτό το τελευταίο σφύριγμα θα φέρει ριζική αλλαγή στο τόπο μας και θα πρέπει άμεσα να βρούμε άλλους τρόπους που θα αναπληρώσουν αυτό το συγκοινωνιακό κενό. Λένε πως ο υπουργός κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός υποσχέθηκε πως θα διατηρηθούν κάποια δρομολόγια για την εξυπηρέτηση των επιβατών των τοπικών κοινωνιών της πεδιάδας του ‘Άνω Κηφισού. Απομένει να υλοποιηθεί η υπόσχεση,  γιατί πολλές υποσχέσεις παίρνει ο λαός απ’ τους κυβερνώντες, όταν θέλουν να του χρυσώσουν το χάπι. Και για να ’μαι  ειλικρινής, εκείνο το “όχι τώρα, αργότερα θα μπει σ’ ένα άλλο σχεδιασμό η εξυπηρέτηση των επιβατών  Αμφίκλειας, Λιλαίας και Μπράλλου”, βαθύτατα με ανησυχεί. Συνηγορεί βέβαια υπέρ μας και το πλεονέκτημα της ιστορικότητας της Γέφυρας του Γοργοποτάμου που περιλαμβάνεται σ’ αυτή την υπό κατάργηση γραμμή, που με τη συμβολική της βαρύτητα συγκινεί όλον τον  Ελληνισμό, πολύ περισσότερο μια προοδευτική- αριστερή κυβέρνηση που θα αποφασίσει τελικά για το μέλλον της γραμμής Τιθορέας - Αμφίκλειας - Μπράλλου - Λιανοκλαδίου.
Επί πλέον να τονίσουμε πως θα είναι εντελώς απαράδεκτο το ενδεχόμενο να μην έχει η ευρύτερη περιοχή της Αμφίκλεια απ’ ευθείας σύνδεση με την πρωτεύουσα της χώρας αλλά και του νομού, και  κάτι που απολάμβανε ήδη απ’ την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, τώρα στον 21ο αιώνα της προόδου και της ανάπτυξης να το στερηθεί. Για όλα αυτά πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση και να απαιτήσουμε την άμεση λύση του προβλήματος, γιατί  η κυκλοφορία του τρένου έχει εγγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο της περιοχής ως συνώνυμο της  συγκοινωνίας και επικοινωνίας με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Αλλά προς το παρόν ας επικεντρωθούμε όλοι στο τελευταίο σφύριγμα του 501 δρομολογίου του τρένου που θα σφυρίξει μια κρύα νύχτα στις αρχές του Φλεβάρη του 2018 σ’ ένα μάλλον εντελώς έρημο από κόσμο σταθμό και θα ανησυχήσει μόνο τα κουρνιασμένα πουλιά στα πεύκα του σταθμού της Αμφίκλειας.
   
Υ.Γ.   1.Το παρόν γράφτηκε την 1η Φεβρουαρίου 2018, όταν ακόμα εκτελούνται τα τελευταία δρομολόγια του τρένου από και προς την Αμφίκλεια.
       2.Αναφερθήκαμε στο δρομολόγιο με αριθμό 501 εντελώς συμβολικά ως την ευρύτερα γνωστή διαδρομή καθημερινά.  
   
 ΝΙΚΟΣ ΖΥΓΟΥΡΟΣ.









Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018







Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω στο θέμα αλλά ξεφύτρωσε μπροστά μου η γνωστή ιστορία· αυτή, ντε, με το τραπέζι.
Εγώ, στο βουνό ανέβηκα, μιας και η μέρα ήταν όμορφη. Είδα τον ήλιο, το πρωί, που υποσχόταν μεγαλύτερη διάρκεια, επιθύμησα το πράσινο και τον καθαρό αέρα, πήρα μπουφάν, γυαλιά, το καφεδάκι μου κι ανηφόρησα. Με τον Ορφέα, φυσικά. Εκεί, βρήκαμε κι άλλα σκυλάκια χαρούμενα, με τα αφεντικά τους. Συναντήσαμε πρόσωπα χαμογελαστά νέων ανθρώπων, που με τα παιδάκια τους συνέλλεγαν τα σκουπίδια τους για να τα πετάξουν στον κάδο. Είδαμε όλες τις ηλικίες, ακόμα και προσκόπους να καθαρίζουν τον τόπο από τα κλαδιά, που έσπασε ο αέρας την προηγούμενη εβδομάδα. Είναι αλήθεια ότι το απόλαυσα. Περπάτησα, χάρηκα τη φύση, τρέχοντας κάμποσες φορές πίσω από τον Ορφέα, και μάζεψα αρκετή βιταμίνη D, που από το πολύ το μέσα είχε φτάσει στον πάτο. Κι όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής δεν ήθελα ν’ αφήσω πίσω μου τις χαρούμενες ψιλές φωνούλες των λυκόπουλων, που με τα πράσινα καπελάκια τους συμμετείχαν υπερήφανα στην κυριακάτικη εξόρμηση. Μέχρι κι ο Ορφέας είχε σταθεί και τους χάζευε· είδα κι έπαθα να του βάλω το λουρί και να πάρουμε το δρόμο του γυρισμού. Λίγο πριν φτάσουμε στην κατηφόρα άκουσα ένα διπλό «Ωχ!» και στη συνέχεια έναν διάλογο, που κάτι μου θύμιζε:
«Πρόσεχε ρε, θα σκοτωθείς.»
«Δεν φταίω εγώ, αυτό το χαζόδεντρο βρέθηκε μπροστά μου!»
Δεν γύρισα το κεφάλι μου πίσω. Μήπως φταίω εγώ;

 Ο Εκβαθέων Αναρωτηθείς








Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018







Από το σπίτι στο Σύνταγμα πήγαινα με ταξί, πέντε στάσεις απόσταση, κι ούτε κατάλαβα πότε πρόλαβε να φουντώσει η συζήτηση.
«Για όλα στην Ελλάδα φταίει ένα τραπέζι» είπε ο ταξιτζής, με ιδιαίτερη σοβαρότητα,  στα μισά της διαδρομής και σάστισα.
«Τι εννοείτε με αυτό που λέτε;» ρώτησα μόλις συνήλθα.
«Δεν το λέω εγώ, μία μεγάλη ψυχολόγος το λέει».
«Δηλαδή;»
«Είναι απλό. Όταν το παιδί αρχίζει να περπατάει πιάνεται από το τραπέζι για να κάνει τα πρώτα βήματα. Φτάνοντας στη γωνία, χτυπάει το κεφάλι του στην κόχη του τραπεζιού και βάζει τα κλάματα. Η μάνα του αντί να το συμβουλέψει για τη απροσεξία του το παρηγορεί κοπανώντας το τραπέζι: ‘Να κακό τραπέζι που πόνεσες το παιδί μου. Μην κλαις αγάπη μου καλή’. Γι αυτό σας λέω: για όλα στην Ελλάδα φταίει ένα τραπέζι!»
Έτσι μου ήρθε να του πω ότι αυτή την ιστορία την έβγαλα από το κεφάλι μου, πριν από πολύ καιρό, για ν’ αποδείξω σ’ έναν άλλον ταξιτζή πως ο Έλληνας εξ απαλών ονύχων μαθαίνει να μη φταίει ποτέ. Όμως, δεν του το είπα, γιατί εγώ δεν είμαι ψυχολόγος. Από δω και πέρα θα πρέπει να προσέχω. Ποιος ξέρει τι άλλο θα γυρίσει να με βρει;

Ο Εκβαθέων Αναρωτηθείς 



Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018




Άτιτλο

Ξερνάει η υποκρισία το φιλί της
πιο πριν κι απ’ του Ιούδα την ανάγκη.
Των ραγισμένων εκμαγείων οι ασπασμοί
μαζί με των Ερμών τις κεφαλές
της παρακμής το χώμα προσκυνάνε.
Όσο του Αλκιβιάδη οι κραυγές
θα προσποιούνται θείο έρωτα
και των ανθρώπων οι ψυχές
τις ψευδαισθήσεις θα καρφώνουν
στον τοίχο της ματαιότητας
δεν θα είναι ήρεμος
ο ύπνος των παιδιών.