Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019


Από τη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό "Μανδραγόρας"
του διηγήματος "Στο σχολείο" 
της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου 



https://mandragoras-magazine.gr/%cf%83%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%b4%ce%b9%ce%ae%ce%b3%ce%b7%ce%bc%ce%b1/14932


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019











Η αναγκαιότητα της ενδοσκόπησης

Ο άνθρωπος είναι το πρώτο πλάσμα που κοίταξε όρθιο τον ουρανό. Είναι ο «άνω θρώσκων», ο οποίος έχοντας σώμα οργανικό, με σχήμα, μορφή και κίνηση, αισθήσεις και αντίληψη δε χρειάστηκε τέσσερα πόδια για να βαδίσει ούτε να ξαπλώσει ανάσκελα στη γη για να στείλει το βλέμμα του βαθιά στο αχανές μεγαλείο του ουρανού.  
Είναι το ον, το οποίο αφού μπόρεσε να αμυνθεί από ένστικτο και να επιβιώσει χάρη στη λογική του κατάφερε να τακτοποιήσει τη σκέψη του, να τελειοποιήσει τον εγκέφαλό του και να ενισχύσει τη δύναμή του, ξεμακραίνοντας από τη φύση του ζώου.
Είναι το ίδιο ον, το οποίο στη συνέχεια ξεπέρασε τους φραγμούς της φύσης και ξεχύθηκε σε αναζητήσεις και έρευνες για την κατάκτηση κάθε επιθυμητού στόχου του.
Είναι ο άνθρωπος, του οποίου το «πρόβλημα» εξέτασε ο Αριστοτέλης και σημείωσε στο «Μετά τα φυσικά» ότι με τις αισθήσεις του – αρχικά με την όραση και στη συνέχεια και με τις υπόλοιπες – κατάφερε να αντιληφθεί, να θαυμάσει, να κατανοήσει σε βάθος και να αποδεχθεί τις ομοιότητες και τις διαφορές του σημαίνοντος και του σημαινομένου.
Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο άνθρωπος παρότι με τα επιτεύγματά του ενδυνάμωσε την αυτοπεποίθησή του σε μεγάλο βαθμό εντούτοις δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από τα αρχέγονα ένστικτά του· ούτε καν να τα περιορίσει πόσο μάλλον να τα νεκρώσει ολοκληρωτικά. Ίσως γιατί η δύναμη, την οποία συσσώρευσε γύρω από τον εαυτό του, συμμετέχοντας στο πολυπύρηνο σύμπαν, παραγκώνισε τη συνεχή εσωτερική ανάγκη του – ως έλλογο όν – να γνωρίζει τον εαυτό του, να αναρωτιέται για τις πράξεις του, να τις εξετάζει και να τις κρίνει.
Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο εκείνο που οδηγεί τον άνθρωπο στην αλήθεια δεν είναι η εξωτερική γνώση αλλά η ενδοσκόπηση: «Εδιζησάμην Εμεωυτόν».
Σε μία και μόνη ρήση εμπεριέχεται τόσο η φιλοσοφική σοφία όσο και το νόημα της συνεχούς προσπάθειας με στόχο την κατανόησή της· το νόημα για την αναζήτηση της Αληθινής Ζωής, ανάλογα πάντα με τη σοβαρότητα των κοινωνικών συνθηκών καθώς και τη συναισθηματική ωριμότητα του κάθε ανθρώπου.
Είναι αλήθεια πως όσες φορές κι αν ζήτησε ο άνθρωπος τη βοήθεια του βαθύτερου εαυτού του εκείνος δεν αρνήθηκε να του την προσφέρει. Όπως είπε και ο Σωκράτης: Αυτά που θα καταλάβει ο καθένας από την ενδοσκόπηση θα είναι σπουδαία αλλά θα υπάρχουν πάντα και όσα δεν θα μπορέσει να καταλάβει, που θα είναι σπουδαία εξίσου.
Ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, ο ίδιος (ο άνθρωπος) αρνηθεί να σηκώσει το βάρος της διατιθέμενης γνώσης και εμπειρίας και προτιμήσει να μείνει στην ασφάλεια της πολυθρόνας του.
Η στιγμή θα δείξει την αναγκαιότητα της γνώσης, που βρίσκεται εκεί βαθειά ώστε να γίνει η επιλογή με σεβασμό και αποφασιστικότητα.

[Εργασία σε εξέλιξη]


Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Πολύδροσος Παρνασσού: ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΜΦΙΚΛΕΙΑΣ: Εκδήλωση για να τιμή...

Πολύδροσος Παρνασσού: ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΜΦΙΚΛΕΙΑΣ: Εκδήλωση για να τιμή...: Στο πλαίσιο των θερινών πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου, οι γυναίκες της Αμφίκλειας μέσω του Επιμορφωτικού & Εκπολιτιστικού Συλλ...



Το διήμερο 17-18 Αυγούστου 2019 ο Επιμορφωτικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών Αμφίκλειας πραγματοποίησε, υπό την αιγίδα του Δήμου στο Πολιτιστικό Κέντρο της κωμόπολης, έκθεση με έργα τοπικών Δημιουργών. 
Οι συγγραφείς και ποιητές, των οποίων έργα παρουσιάστηκαν, είναι με αλφαβητική σειρά:

Αδάμ Αδάμ
Δημήτρης Βασιλείου  
Χρήστος Ενισλείδης (+)
Βίβιαν Ευθυμίου
Αθανάσιος Κασσιός (+)
Γιάννης Ματσιώτας (+)
Π. Διομήδης Παναγιωτόπουλος
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
Ευγενία Πανουργιά
Γεώργιος Παπαλιάκος (+)
Δήμητρα Παπαλιάκου
Κώστας Πεντεδέκας (+)
Γιάννης Σκορδάς
Μαρία Σκουρολιάκου
Πάνος Σκουρολιάκος
Δημήτριος Τσιτσιπής (+)

Τη δεύτερη μέρα της έκθεσης πραγματοποιήθηκε εκδήλωση, στην οποία, μετά το καλωσόρισμα των παρευρισκομένων από την Πρόεδρο του Ε.Ε.–Συλλόγου Γυναικών Αμφίκλειας, κυρία Λουκία Δρίβα, αναγνώστηκαν τμήματα από το έργο των λογοτεχνών. Τις αναγνώσεις συνόδεψε με την κιθάρα του ο μουσικός κ. Παναγιώτης Κέφος (Σχολές Κέφος). 





Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019






Δεκαπενταύγουστος 

Σ’ ένα πιάτο δυο σαρδέλες
καλαμάρι τρεις ροδέλες,
δυο ντομάτες, λίγο αγγούρι
κα τζατζίκι για το γούρι.

Μαγαζί της παραλίας
και αρίστης πελατείας
ήρθε η καταστηματάρχης
και τους το ’παιξε νομάρχης.

Είστε ευχαριστημένοι;
Κοντοστάθηκε η καημένη
περιμένοντας ν’ ακούσει
ευγενείας ουρά και μούσι.

Την κοιτάξαν μ’ απορία.
Ας μην κάνω φασαρία,
σκέφτηκε ο καθείς μονάχος
κι αποφάσισε σαν βράχος

να σταθεί της ευπρεπείας,
της καλής οικογενείας
γόνος, με κληρονομιά του
τη μεγάλη ευγένειά του.

Όταν ήρθε η τρομάρα
μια γεμάτη πενηντάρα
να ανοίξει τα φτερά της
για να πάει στον κουμπαρά της,

της κυράς ντε, που δυο ψάρια
κι άλλα τρία καλαμάρια
τα χρεώνει -δυο κομμάτια-
σαν της Παναγιάς τα μάτια,

τηνε πιάνουν απ’ το γένι:
Θα σου βγει ξινό το  μέλι
και τα λόγια τα μεγάλα
αν δεν φέρεις και τα άλλα.

Τι να κάνει η καημένη;
Έτριψε λίγο το γένι
και διόρθωσε το πάθος.
Είπε: έγινε από λάθος.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019





Στίχους κυλάει το παράπονο
από της έλλειψης τα βάθη
μην αφεθείς
να με θυμάσαι θέλω
κι εγώ θα βλέπω

όσο μπορείς.




Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019









Μια νύχτα με τον Μικρό Πρίγκιπα

Μια όμορφη νύχτα του Ιούνη, ο Μικρός Πρίγκιπας έφτασε στον γαλαξία της Αμφίκλειας. Μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να δει καθαρά τη διάφανη "Ατόλη", που σχηματιζόταν από μικρές συστάδες λάμψης. Διάλεξε την πιο φωτεινή, περπάτησε ανάμεσα σε πεύκα και κουφοξυλιές και είδε μπροστά του ένα μικρό θεατράκι. Μια απαλή μουσική έφτανε στ' αυτιά του και όσο πλησίαζε τόσο δυνάμωνε. Στην αρχή, στάθηκε πίσω από τον πέτρινο τοίχο κι άκουσε να διηγούνται τις δικές του περιπέτειες. Μίλαγαν για τη ζωή του σαν να ήταν ένα παραμύθι.
Σιγά-σιγά πήρε θάρρος και σκαρφάλωσε πάνω στον τοίχο. Κάθισε στη μέση, ακριβώς εκεί που η μουσική και οι λέξεις έφταναν αρμονικά, κρέμασε τα πόδια του από τη μέσα μεριά του τοίχου κι άρχισε να τα κουνάει ρυθμικά. Το θέαμα ήταν μαγευτικό! Μικρά ανθρωπάκια, σαν κι αυτόν, με όμορφες πολύχρωμες φορεσιές χόρευαν στο ρυθμό της μουσικής μαζί με τη δασκάλα τους, την κυρία Πηνελόπη.

"Α! Τι εξαιρετικό θέαμα είναι αυτό!" είπε κι άρχισε να σιγοτραγουδάει μαζί τους. Μπροστά του, στο βάθος του ορίζοντα, εκατομμύρια αστέρια λαμπύριζαν και τον χαιρετούσαν. Ένα από αυτά, το πιο μακρινό, ίσα που ξεχώριζε έτσι όπως αναβόσβηνε.

"Ο μικρός μου πλανήτης σκέφτηκε ο Μικρός Πρίγκιπας και δάκρυα νοσταλγίας πλημμύρισαν τα κουρασμένα μάτια του. Η θάλασσα των αστεριών όταν τα είδε να λαμπυρίζουν τρεμόπαιξε τα φώτα της.

"Σε περιμένουμε, βιάσου!" τραγούδησαν μερικά αστέρια μαζί με τη μουσική.

Τότε, ο Μικρός Πρίγκιπας έβαλε όση δύναμη είχε, πήδησε από τον τοίχο και βρέθηκε μέσα στην αγκαλιά μου.

"Είμαι πολύ κουρασμένος", μου είπε, "Μπορείς να με πας κοντά στα παιδιά;"

"Ευχαρίστως, Μικρέ Πρίγκιπα!" είπα και τον μετέφερα στη σκηνή, όπου τα παιδιά χόρευαν με τη δασκάλα τους.

Και τότε έγινε κάτι μαγικό:
Ο Μικρός Πρίγκηπας άρχισε να στροβιλίζεται μαζί τους και να λαμποκοπά σαν αστέρι. Κι έτσι όπως στροβιλιζόταν έστελνε κομματάκια από τη λάμψη του σε όλους τους χορευτές. Στο τέλος έγινε μια μικρή λαμπερή φλογίτσα και άρχισε ν' ανεβαίνει ανάλαφρη προς τον ουρανό. Όλοι γύρισαν τα κεφάλια τους και την είδαν να χάνεται στο στερέωμα.

Λίγο πριν χαθεί μας φώναξε:
"Σας ευχαριστώ όλους, που με βοηθήσατε ν' απαλλαγώ από το βάρος μου και να πετάξω για την πατρίδα μου. Να είστε ευλογημένοι και να συνεχίσετε να χορεύετε. Κι εγώ, από τον μακρινό πλανήτη μου, θα σας στέλνω τις ευχές μου για ένα καλύτερο αύριο.

Αυτά που σας γράφω τα έζησα. Για του λόγου το αληθές σας δείχνω και τη μοναδική φωτογραφία της λάμψης του Μικρού Πρίγκιπα, που κατάφερα να τραβήξω, γιατί σκέφτηκα πως κάποιοι μπορεί και να μη με πίστευαν.  


Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019




[...]
15 ΥΠΝΕ! Άκουσέ με: Σιγανά θα σου μιλήσω:
     Ύπνε! Ουρανέ των κρεβατιών όσων δεν τον έχουν!
      Εσύ σαν πετάς με τ' Άλμπατρος της θύελλας
      Σαν κάθεσαι στων νοικοκυραίων τους σκούφους! 
      ΎΠΝΕ! Μωρών παρθένων, λευκό μαξιλάρι!
20  Και μυστική βαλβίδα μιξοπαρθένων!
      - Μαλακό Στρώμα ραχοκοκκαλιάς του ψαροκόκκαλου!
      Μαύρο σακί, που το κεφάλι τους θα κρύβουν οι 
      διωγμένοι!
      Αλήτη της φαινομενικής λεωφόρου! Μαστρωπέ!
      Χώρα που ο μουγγός ξυπνάει προφήτης!
25  Τομή του μακριού στίχου και ρίμα του ποιητή! 
      ΎΠΝΕ! Γκριζόλυκε! Ύπνε μαύρε από καπνιά!
      ΎΠΝΕ! Βελουδένιε Λύκε δαντέλλας μες στ' αρώματα!
      Φιλί της Άγνωστης και Φιλί της Ερωμένης!
      - ΎΠΝΕ! Κλέφτη της νύχτας! Λιγοθυμισμένο μελτέμι!
30  Άρωμα ν' ανεβαίνει στον ουρανό μυρουδάτων
       μνημουριών! 
      Καρότσα της σταχτοπούτας να μαζεύει τις Πόρνες! 
      Αισχρέ Εξομολογητή νιογέννητων πεθαμένων κοριτσιών! 
      Συ, που έρχεσαι σαν σκυλί, να γλείψεις την παλιά πληγή 
      Του μάρτυρα, που ο θάνατος εκλιπαρεί στη λάμψη του.
35  Ώ βιασμένο μειδίαμα της σκοτωμένης κρίσης!
      ΎΠΝΕ! Αύρα μελτεμιού. Αυγούλα εξατμισμένη! [...]

Από την "Λιτανεία του ΎΠΝΟΥ" του Tristan Corbiere 






Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019







Πρώτο πρόσωπο


Σε κοίταξα. Τα μάτια σου τα έδεναν οι κλωστές της ακούσιας φυγής κι ανάμεσά τους βάθαινε η ρυτίδα του τέλους.
Το στόμα σου σφιχτό, συνήθεια χρόνων η προσπάθεια ν’ αντέξεις. Η όρθια κεφαλή σου, αντίβαρο ζωής ακόμα, δεν είχε γείρει ακυβέρνητη μπροστά στο θάνατο. Σε λίγο η εικόνα σου θ’ άρχιζε να θολώνει αργά, θα μείνει άδεια η πολυθρόνα.  
«Η ζωή θέλει διάρκεια για να σταθεί στα πόδια της» είχες πει από την ίδια θέση όταν με είδες για πρώτη φορά. 
Όπως και τώρα, δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό σου. Το φως που έμπαινε από το παράθυρο σκοτείνιαζε τη φιγούρα σου. Ζυγιάζω το βάρος σου με τα λάθη μου, πριν σκουρύνει η μνήμη που σκεπάζει τ’ όνομά σου.  
«Στην ανωνυμία της λήθης δεν οφείλεις τίποτα πια» σκέφτομαι.
Αντάλλαξες με μνήμη όση ζωή μου χάρισες. Τι άλλο μένει από την άδεια τη βάρκα του γυρισμού; Η μοίρα καταστάλαξε, έχει διαλέξει ανάμεσά μας. Θολώνει αργά η εικόνα σου. Πριν σε δω να εξατμίζεσαι θα μαζέψω απ’ το σύρμα τ’ απλωμένα ρούχα σου.
Ξέχασα να σου πω: τρεις μέρες τώρα ρίχνει τοξική βροχή.   


Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019






Στο περιοδικό της παρέας bonusmall magaz❗️zin 
η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γράφει ιστορίες  
από το χθες, το σήμερα και το αύριο
στη στήλη 

"Γράφοντας μια ιστορία"

Πρώτη δημοσίευση 

Η αρχή

  
Διάλεξα ένα τραπέζι δίπλα στο κύμα κι αγνάντευα τη θάλασσα. Λίγο ν’ άπλωνα τα χείλη μου θα φίλαγα τα βότσαλα. Σε κάνα δυο ακόμα τραπέζια οι άνθρωποι μιλούσαν ήσυχα μεταξύ τους. Ευτυχώς ήταν όμορφα στη δροσιά γιατί η παραγγελία μας θα αργούσε. Από τότε που η επαρχία είχε γίνει περιφέρεια δεν βιαζόταν κανένας.  
Ένας νεαρός και το σκυλί του κοντοστάθηκαν μπροστά μου, ντερέκια και οι δύο. Και να ήθελα δεν μπορούσα ν’ αποφύγω το θέαμα. Ο δικός μου ο σκύλος, ευνουχισμένος χρόνια, έκανε «μούτες» κάτω απ’ το τραπέζι. Στο πρώτο «γρου» του ψιθύρισα «Κύριος» κι από τότε δεν έβγαλε άχνα· να μην ενοχλούμε και τους διπλανούς.  
Το ξένο ζωντανό τουρλώθηκε μια ευθεία από τη μύτη μου. Το αφεντικό του είχε ήδη προσπεράσει, κοιτάζοντας αδιάφορα τάχα τα κύματα. Είπα, δεν μπορεί, θα πισωγυρίσει, δίπλα του έγινε το «ξαλάφρωμα». Όμως, εκείνος συνέχισε ν’ απομακρύνεται ακόμα κι όταν το ζωντανό τουρλώθηκε ξανά.
«Κύριε» του φώναξα μα δεν μου απάντησε. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να εκτεθεί –«σκυλομάνα» είμαι. Ο δικός μου ο σκύλος με έγλυφε κάτω απ’ το τραπέζι.
«Κύριε» ξαναφώναξα, δυνατότερα αυτή τη φορά, και τότε γύρισε ενοχλημένος. Στο πρόσωπό του απλωνόταν μια ξινίλα κομμένης μαγιονέζας. «Κύριε, ξεχάσατε τα “κακάκια” του σκύλου σας» είπα δυνατά αλλά ευγενικά. Έδειχνε να μην καταλαβαίνει από πού ερχόταν η φωνή, σαν να μην άκουγε. Σηκώθηκα και πήγα κοντά του.
«Θα σας παρακαλούσα να μαζέψετε τα “ξαλαφρώματα” του ζώου σας», είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα, προσπαθώντας και σβήσω και το παραμικρό ίχνος ειρωνείας από την έκφρασή μου.
«Θα τα μαζέψω» είπε κι έκανε πάλι να φύγει.
«Περιμένω» του είπα σκληρά αυτή τη φορά. Είχα αρχίσει να φουντώνω.  
«Εντάξει, σας είπα θα τα μαζέψω» μουρμούρισε χωρίς να με κοιτάξει ενώ συνέχισε ν’ απομακρύνεται.
Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Η παρέα μου έκανε ότι μπορούσε για να με ηρεμίσει.
«Ξέσκισέ τον, τον μαλάκα», ακούστηκε κάποιος από το διπλανό τραπέζι.
Το εξέλαβα κυριολεκτικά ως επιθετική προτροπή. Αν δεν συγκρατιόμουν το επόμενο βήμα θα ήταν να του ορμήσω. Όμως, με είχαν υποτιμήσει. Σκέφτηκα ότι το τσαγανό χρειάζεται έξυπνες κινήσεις για να ισοζυγιάσει την επιμονή με την υπομονή. Έβγαλα από την τσέπη μου το κινητό, ζούμαρα πάνω του και του άστραψα τρεις απανωτές. Τον πέτυχα στον εγκέφαλο· μαρμάρωσε όταν κατάλαβε πως την είχε άσκημα.
Γύρισε πίσω παραλιακά και άρχισε να ψάχνει το «πεσκέσι». Του πρόσφερα σακούλες συλλογής ακαθαρσιών σκύλων. Αρνήθηκε αμίλητος και απευθύνθηκε στο γκαρσόνι.
«Πάρτε αυτές» του είπα αλλά εκείνος με αγνόησε πάλι.  
«Δεν χρειάζεται να περιμένετε το γκαρσόνι, δεν θα μου λείψουν. Έχω σκυλί και ξέρω» επέμεινα.
Επέμενε κι εκείνος να με αγνοεί. Απόρησα με την υπομονή μου.
«Μα γιατί δεν τις παίρνετε;» τον ξαναρώτησα.
«Έγινε κάτι που δεν μου άρεσε» είπε. Πρόφτασα μόνο ν’ ακούσω ότι «δεν έπρεπε να τον φωτογραφήσω» και κατέρρευσα. Έβαλα τις σακούλες στην τσέπη μου και γύρισα στη θέση μου.
Το γκαρσόνι σέρβιρε σακούλες στον «κύριο» και σε μας δεν θυμάμαι τι. Η διπλανή παρέα με κοίταζε απορημένη. Ο τύπος έδεσε το σκυλί με το λουρί του και μάζεψε τις ακαθαρσίες αδέξια, σαν να ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Μου ήρθε στο μυαλό η σιτεμένη νεάζουσα με τον σκύλαρο, που πριν από κάποιους μήνες είχε παραδεχτεί πως όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς μαζεύει τα «κακάκια» του ζώου της. Τι «κακάκια» δηλαδή, ένα κιλό σκατό το καθένα. Με έπιασε νευρικό γέλιο. Γέλαγα με κλάματα. Τον έβλεπα, τηλεγραφόξυλο να διπλώνεται και να ψάχνει στα βότσαλα, και σπάραζα. Έκλαιγα γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω και γέλαγα με την τύχη μου να γλυτώσω το πνίξιμο αφού υπήρχαν μάρτυρες στο συμβάν.
Κι όσο εγώ γέλαγα κι έκλαιγα μαζί τόσο εκείνος κιτρίνιζε· μέχρι που άρχισε να καίγεται και στο τέλος να μαυρίζει, να γίνεται κάρβουνο και να καπνίζει, σαν μπουρί, σαν φουγάρο καραβιού θα έλεγα καλύτερα.
«Έπρεπε να της το πεις από την αρχή, βρε άνθρωπε, πως δεν είχες σακούλα μαζί σου» του είπε το γκαρσόνι την ώρα που έφευγε με το σκατό στο χέρι. Δεν ξέρω σε ποια σκουπίδια το πέταξε· σημασία έχει ότι το μάζεψε. Η αρχή είχε γίνει.  

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019





Οι γενναίοι

Στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν  
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του    

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.


Μίλτος Σαχτούρης
(1919-2005)


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019


Πρώτη δημοσίευση:

www.bonusmallmag.gr

Μαραθώνιος 1896




Ο Μαραθώνιος 

«Ποιος ήταν ο νικητής του πρώτου ολυμπιακού Μαραθωνίου το 1896;» ρωτάει ο παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής.
Η νεαρά μπομπονιέρα καρφώνει το βλέμμα της στο ταβάνι και σκέφτεται, παίζοντας με μια μπούκλα από τα μαλλιά της.
«Νερουλάς ήταν ο τύπος που το τερμάτισε. Μμμ, δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του» ψιθυρίζει με τη ροζ φωνή της.
Τζάμπα υπολόγισα στον αντιπερισπασμό της τηλεόρασης, μετά τη δεύτερη αλλαγή στο πλάνο δεν κατάφερνα να συντονίσω ήχο και εικόνα. Οι ατάκες τρύπαγαν τις σκέψεις μου και ο νους μου, υποκλινόμενος στην αυτοσυντήρηση, έμπαινε κατευθείαν στο αύριο. Τι τα ήθελα εγώ αυτά; Το «δέκα μετράς μία κόβεις» με βόλευε. Τουτέστιν, σκέψου πριν αγοράσεις. Με άλλα λόγια, μην προτρέχεις και κατά συνέπεια μην τρέχεις, πάτα στα πόδια σου σταθερά και άσε να κόψει το νήμα κάποιος άλλος. Άλλωστε φαινόταν ότι δεν τα πήγαινα καθόλου καλά με το τρέξιμο. Τη μία σκόνταφτα όπου εύρισκα, την άλλη γύριζα αστράγαλο μέσα σε λακκούβα, την τρίτη μού ερχόταν μία ζαλάδα και το κεφάλι μου άρχιζε να χτυπάει σαν γκαζοτενεκές· εν ολίγοις, αν είναι να σκέφτεσαι δέκα ώρες για μια άμεση αντίδραση δε φτουράς, καλύτερα να την αναβάλεις. Κι εγώ αυτό έκανα, την ανέβαλα συνεχώς.  
          Ένας καλεσμένος στην εκπομπή, που δήλωνε προπονητής, προσπαθούσε να με πείσει πως όλα τα έκανα λάθος μόνο και μόνο επειδή τα σκεφτόμουν λάθος. Επέμενε πως το μυστικό συστατικό της επίδοσης βρίσκεται μέσα μας και ότι μπορούμε να τρέξουμε πολύ καλά, ακόμα κι αν δεν έχουμε προπονηθεί ιδανικά για τον αγώνα μας. Τώρα, εμένα αυτό με βόλευε και, καθώς εκείνος επαναλάμβανε πως το είχε δει να συμβαίνει ξανά και ξανά, κόντευα να το πιστέψω.   
Βέβαια, αυτό δεν με εμπόδιζε να παραδεχτώ ότι για δεύτερη φορά είχα αποφασίσει απερίσκεπτα να λάβω μέρος σε μαραθώνιο. Η πρώτη ήταν στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου – εξατάξιο ακόμα – ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια πριν. Η καθηγήτρια της γυμναστικής απογοητευμένη για τη μεγάλη αποχή από το μάθημά της έριξε το δόλωμα «οι πρώτοι είκοσι, που θα τερματίσουν στον μαραθώνιο, θα πάρουν είκοσι» κι εγώ τσίμπησα. Έτρεξα, τερμάτισα στη δέκατη όγδοη θέση και λιποθύμησα. Το εικοσάρι όμως το πήρα·  χαλάλι οι φουσκάλες στα πόδια από τις ελβιέλες.   
Άφησα την τηλεόραση να μουρμουρίζει και σκεφτόμουν ότι στα χρόνια που πέρασαν από τότε δεν είχα ξανατρέξει σε Μαραθώνιο. «Τι τα θες εσύ αυτά;» μονολογούσα κι άλλαζα πλευρό, ξανά και ξανά, μπας και έρθει ο ύπνος να με πάρει. Που τέτοια τύχη. Τα «πρέπει» με πλάκωναν όλα μαζί: να μην ανησυχώ, να ηρεμίσω, να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ για τον αγώνα. Τι είχα να χάσω; Άλλωστε, τόσοι μεγάλοι άνθρωποι θα έτρεχαν μαζί μου.   
Η Εύα με παρακίνησε, αυτή έφταιγε· φίλη να σου πετύχει. Τελευταία είχε αφήσει τους άντρες στην ησυχία τους και είχε περιλάβει εμένα. Στενό μαρκάρισμα και υποδείξεις· κοίτα πως κατάντησες και πόσα κιλά πήρες τελευταία και η καθιστική ζωή είναι θάνατος και θα πεθάνεις στην καρέκλα. Βέβαια, σκεφτόμουν, δεν είναι και το καλύτερο πράγμα να πεθαίνεις σε κρεβάτι με παυσίπονα αλλά αυτό με την καρέκλα δεν το άντεχα· με φόβιζε περισσότερο. Παρότι δεν ήθελα ν’ αποφασίσω από φόβο, τελικά βαρέθηκα να την ακούω, βάφτισα την επιμονή της ενδιαφέρον και είπα το «ναι» με βαριά καρδιά, χωρίς να το πάρω απόφαση.   
«Έχετε τρέξει ποτέ σε μαραθώνιο;» είπε ο παρουσιαστής μέσα από ένα μακρινό πλάνο και σκέφτηκα πως ήταν ένα καλό ερώτημά προς τη φραουλίτσα.  
«Έχω στα παιδικά μου» είπε εκείνη και τίναξε υπεροπτικά τη φράντζα, που έκρυβε το ένα μάτι της.
«Τα παπούτσια;» ρώτησε πάλι ο παρουσιαστής.
«Όχι καλέ, στα μικράτα μου. Πως το λένε;»
          Ούτε ήξερα πως το λέγανε κι ούτε είχα καταλάβει. Όμως, ο σχετικός που παρακολουθούσε απευθύνθηκε σε μένα:
          «Είναι σημαντικό να σταματήσετε να βάζετε τρικλοποδιές στον εαυτό σας. Εσείς βάζετε τα όρια όχι εκείνος. Εκεί είναι το κλειδί.»
          «Εύκολο να το λες» είπε η φραουλίτσα κι έξυσε το μέτωπό της.
Συμφώνησα μαζί της. Αυτή τη φορά είχαμε καταλάβει και οι δύο. Είδα κι έπαθα μέχρι να κατεβάσω τα πόδια μου από το κρεβάτι. Ύστερα, άφησα την τηλεόραση να παίζει και χώθηκα στο ντους με κλειστά μάτια. Το νερό έτρεχε πάνω μου αρκετή ώρα. Όταν ξύπνησα για τα καλά φόρεσα καθαρή φόρμα, πήρα ένα μπουκάλι νερό και βγήκα στη νύχτα. Ευτυχώς ο καιρός ήταν δροσερός και δεν εμπόδιζε την ανάσα μου.  
Έτρεξα τα 42.195 χιλιόμετρα του αυθεντικού μαραθωνίου μέσα στο σκοτάδι, χωρίς το «μπαμ» της εκκίνησης, χωρίς το δάσος των πολύχρωμων δρομέων, χωρίς να τσούζουν τα μάτια μου από τον ιδρώτα. Μέσα από τις υψομετρικές εναλλαγές της διαδρομής μέτρησα τα βήματα του πειραιώτη Χαρίλαου Βασιλάκου όταν, στις 10 Μαρτίου 1896, έτρεξε στον πρώτο σύγχρονο Μαραθώνιο δρόμο και τερμάτισε πρώτος, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά, και ...ήρθε δεύτερος.
Όλη τη νύχτα έτρεχα. Το πρώτο φως με βρήκε να τερματίζω στο άδειο Καλλιμάρμαρο. Μια καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα. Τα χειροκροτήματα του ήλιου, που έβγαινε από το πέταλο του σταδίου, μου τρυπούσαν τα μάτια. Η κούραση τραβούσε το σώμα μου στο έδαφος. «Δεν είμαι για τέτοια εγώ», σκέφτηκα και γύρισα πλευρό.



Σημείωση: 
Στις 10 Μαρτίου 1896 διεξήχθησαν οι πρώτοι σύγχρονοι Πανελλήνιοι Αγώνες, με κυριότερο στόχο να αναδειχθούν οι αθλητές που θα επάνδρωναν την ελληνική ομάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα. Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ήταν νεαροί νεοσύλλεκτοι του στρατού, οι οποίοι είχαν επιλεγεί από τους διοικητές τους εξαιτίας των ικανοτήτων τους στον αθλητισμό. Στον αγώνα νικητής αναδείχθηκε ο Βασιλάκος ο οποίος εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Αθήνα, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά. Ο Βασιλάκος μαζί με άλλους 16 αθλητές αγωνίστηκε στον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Τερμάτισε στην 2η θέση, πίσω από τον Σπύρο Λούη, με χρόνο 3:06.03 και ήταν ένας από τους εννέα συνολικά που κατάφεραν να τερματίσουν.

Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bonusmallmag.gr/?fbclid=IwAR0ymg3pL3c1JK3NJ7ADACggQlz06wluuAK2Uy-z-u3SYrcz9S94ZvjlKLw


Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019



Σαν απόψε

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ λοιπόν, σαν απόψε, το χιόνι έξω απ’ το παράθυρο είχε φτάσει έως το πρεβάζι. Είπα, δε βαριέσαι, αυτή τη νύχτα ας μείνουν τα εξώφυλλα ανοιχτά να βλέπω το χιόνι που θα πέφτει.  
Γαλατερή η νύχτα απ’ την πυκνή χιονόπτωση. Η ησυχία, ένα σίγμα τελικό, που έβγαινε απ’ τα δόντια με την άχνα. Αραιά και που, τα φώτα κάποιου αυτοκινήτου ανέβαιναν από τη δημοσιά προς την πλατεία. 
Ξεκρέμασα την μπακιρένια χύτρα από την αλυσίδα του τζακιού, την ακούμπησα στη σιδεροστιά και το «φούντωσα» με ξύλα. Ύστερα, ξεσκέπασα το φαΐ, ν’ απολαχάνει όπως έλεγε η μάνα μου, έδιωξα το σκυλί που γλειφότανε μπροστά στη φλόγα, σαν το γατί που προμηνύει τη βροχή της επόμενης μέρας, και περίμενα τον κύρη μου να μπει για να σερβίρω το δείπνο. 
Ακούστηκε το καμπανάκι της αυλόπορτας και αμέσως μετά απανωτά χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, για να φύγει το χιόνι απ’ τα παπούτσια. Δρασκέλησα το σκυλί, που είχε κουλουριαστεί στα πόδια μου, και πήγα ν’ ανοίξω την πόρτα. Πάλι φορτώθηκε με ξύλα ως τα μάτια, σκέφτηκα.
Μπήκανε τρεις, λευκοντυμένοι με νιφάδες· ο κύρης μου, φορτωμένος ξύλα, ο Γιάννης και η Κική.
«Είδαμε το παραθυράκι σας φωτισμένο· το μόνο που ξεχώριζε από τη δημοσιά. Ανάψαμε τη σόμπα και ήρθαμε να καθίσουμε, μέχρι να ζεσταθεί το σπίτι μας. Στις ειδήσεις ακούσαμε για το χιόνι και το αποφασίσαμε αμέσως.» 
Ήτανε μια από τις ομορφότερες βραδιές της ζωής μου. Τη χύτρα με την κρεατόσουπα, που εν τω μεταξύ είχε απολαχάνει, τη στραγγίξαμε, ήπιαμε και μία νταμιτζάνα κρασί κουβεντιάζοντας δίπλα στο τζάκι μέχρι το ξημέρωμα.  

Ο Γιάννης έχει φύγει, χρόνια τώρα, και η Κική δεν ανεβαίνει πια να βρει το χιόνι στο χωριό. Ο κύρης μου παραπονιέται πως μεγάλωσε και κουβαλάει από νωρίς τα ξύλα έξω από την πόρτα. Ο σκύλος μας, γεράκος πια, γλείφεται σταθερά μπροστά απ’ το τζάκι. Όταν χιονίζει με πλησιάζει εκείνο το βράδυ και κάποιες φορές νομίζω πως ακούω χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, μέχρι να φύγει το χιόνι που κολλάει στα παπούτσια. Φαίνεται πως κάτι ακούει και το σκυλί, γιατί σηκώνει το κεφάλι του και αφουγκράζεται ακίνητο. Να, σαν απόψε ένα πράγμα.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018






Περ' απ' την κατανάλωση

Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ' ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς
ο ξυπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ' τη σκιά των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια 
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ' άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!

Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018






«Η 16η του Νοέμβρη ήταν για μένα μέρα χαράς. Ήταν η γενέθλια μέρα μου. Ήταν μέχρι το 1973, που δεκαεπτάχρονο παιδί είδα τη νύχτα της να γίνεται ολέθρια.   
Νωρίς το απόγευμα το φροντιστήριο του «Σαββαΐδη» στη Σόλωνος ήταν γεμάτο. Τις δύο τελευταίες μέρες τα συνθήματα των φοιτητών από το Πολυτεχνείο έμπαιναν δυνατά από τα παράθυρα. Όλοι γνωρίζαμε τι συνέβαινε και οι μαθητές και οι δάσκαλοι. Οι περισσότεροι από μας μετά τις δέκα το βράδυ, που τελείωνε το μάθημα, περνάγαμε από το Πολυτεχνείο για να μάθουμε τα νεώτερα και να προσφέρουμε βοήθεια.
Εκείνο το βράδυ το μάθημα διακόπηκε όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί. Οι καθηγητές κλείδωσαν τις πόρτες και μας είπαν να περιμένουμε, μέχρι να δούμε τι θα κάναμε. Ήταν επικίνδυνο να διασχίσουμε τους γύρω δρόμους, είπαν. Οι ελεύθεροι σκοπευτές έριχναν στο ψαχνό· κάποιες σφαίρες εξοστρακίζονταν στους γύρω τοίχους. Τραβήξαμε τα θρανία μακριά από τα παράθυρα, σβήσαμε τα φώτα και περιμέναμε αμίλητοι. Όταν φάνηκε να κοπάζει για λίγο ο χαλασμός μας άφησαν να φύγουμε σιγά-σιγά. Ένας καθηγητής έβγαινε με προσοχή από την είσοδο, έψαχνε το δρόμο και ύστερα μας έδιωχνε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι αρχίσαμε να ξεμυτίζουμε ένας-ένας.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Δεν ξέρω πως κατάφερα να περάσω τα οδοφράγματα, πως βρέθηκα στην Αχαρνών και από ’κει, συνεχίζοντας το τρέξιμο, πως έφτασα στα Πατήσια περασμένα μεσάνυχτα. Η μάνα μου με περίμενε κλαμένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου πρώτη φορά δεν είπε κουβέντα που άργησα.
Εκείνο το βράδυ δεν γυρίσαμε όλοι στα σπίτια μας. Κάποιοι από μας σκοτώθηκαν παραμένοντας άγνωστοι και κάποιοι άλλοι έγιναν ήρωες. Από εκείνους που σώθηκαν μερικοί εξαργύρωσαν τη σωτηρία τους και κάποιοι άλλοι, σε κάθε επέτειο, μένουν σιωπηλοί και θρηνούν φίλους συμμαθητές και άγνωστους αγαπημένους.
Στο σπίτι μας δεν μιλήσαμε ξανά για 'κείνο το βράδυ. Η 16η του Νοέμβρη έρχεται κάθε χρόνο και κάθε χρόνο εμείς υποκρινόμαστε πως δεν τη θυμόμαστε. Τόσα χρόνια την κουβαλάμε μέσα μας αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτή. Μόνο ανάβουμε κεριά γι’ αυτούς που χάθηκαν εκείνο το βράδυ και για 'κείνους που σώθηκαν από το χαμό και σέρνουν μαζί τους την απώλεια, που θα ήθελαν να είχαν ξεχάσει.»


(Μαρτυρία ενός δεκαεπτάχρονου παιδιού, που εκείνο το βράδυ είχε γενέθλια).