Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017





Την πλησίασα
φορώντας την αμηχανία μου
κι εκείνη με φίλησε στο μάγουλο.
Με μπέρδεψε με κάποια άλλη, σκέφτηκα
Πριν χωρίσουμε με φίλησε ξανά,
διπλά αυτή τη φορά
Σαν να ήξερε
πως ήμουν η δική της άγνωστη 

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017








Μεθεόρτια 

Η αναπόληση είναι δύσκολο πράγμα ένα τραύμα που σε πονάει σαν να δίνεις αδιέξοδες εξετάσεις κι ακόμα πιο βαρύ σαν να περιμένεις αποτελέσματα που θ' αργήσουν να βγουν ένα πράγμα βαθύ σαν ερωτηματικό διαρκείας τύπου θα ζήσω γιατρέ μου ή θα με μπήξουν στο χώμα.
     Κι ακόμα χειρότερη είναι εκείνη η αναπόληση που έχεις μέσα σου να σου τρώει τα έντερα και να μη χορταίνει να θες να τη σπρώξεις να χαθεί στ' απορρίμματα και να σου ξεφεύγει κι όταν παραιτείσαι ν' ανεβαίνει χορτάτη μέχρι την ανάσα σου να σε πνίγει και να την καταπίνεις κι ύστερα να νιώθεις σαν να σε πήρε και σε σήκωσε ένα πράγμα σαν αέρας λυπητερός και χαρούμενος μαζί λες και δεν την έχεις καταπιεί.
     Αυτή σε κάνει κάθε Πάσχα να ξυπνάς με τον καπνό στα ρουθούνια το τσούξιμο στα μάτια και τον γνωστό πονοκέφαλο που χρειάστηκαν χρόνια για να καταλάβεις την αιτία του κι ας μη την παραδέχεσαι όταν αναπολείς σαν να μην βλέπεις του αθώους διάκους να στριφογυρίζουν στη σούβλα ούτε ν' ακούς τον ήχο των κουδουνιών πριν αλλάξουν ιδιοκτήτη για ένα χρόνο ούτε τις προτροπές να μη φοβάσαι το χάρο και πίνεις άλλο ένα γιατί τον φοβάσαι και θα τον φοβάσαι αφού έτσι έμαθες το έθιμο πάνω απ' όλα κι ας μη το αντέχεις Χριστέ μου να σταυρώνεσαι σαν άνθρωπος κάθε χρόνο κι ας είσαι πνιγμένος σε ξένα νερά διαμελισμένος από βόμβες ερευνητών πολεμικής τεχνολογίας μεταλλαγμένος από τους δυνατούς του κόσμου δηλητηριασμένος ανάμεσα σ' αυτούς που περισσεύουν.
    Όσο το σκέφτομαι νιώθω και τη δική μου ανάσα να περισσεύει και από τους Καλούς και από τους Κακούς αυτού του κόσμου γιατί εγώ παιδιόθεν ανήκω στους Ανάμεσα σ' εκείνους που δεν αγαπούσαν το Πάσχα γιατί μ' απόδιωχνε από το κρεβάτι μου για να κοιμηθεί η υποχρέωση του ετήσιου μουσαφίρη που δεν την ξανάβλεπα στη ζωή μου. Γιατί δεν άντεχα τον καπνό τον ήλιο και τη φωτογραφημένη απελπισία των σφαγίων με τις γλώσσες έξω ούτε τις βακχικές κλαγγές συντονισμού της σούβλας με τον πάσσαλο κι έψαχνα αιτίες για τιμωρία που θα μου στερούσε την τιμή να γυρίσω το αρνί στο λάκκο.
     Κι ακόμα μετά από τόσα χρόνια διφορούμενα αισθάνομαι. Ικανοποίηση που μεγάλωσα και δεν μου επιβάλλεται η αποδοχή της χαράς των σφαγίων και θλίψη γιατί επαληθεύτηκε η μάνα μου που μου έλεγε πως θα γεράσω και μυαλό δεν θα βάλω.
      
   Καλή από-ανα-κατά-σταση. 


Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017



















η προσμονή
μιλάει με παραβολές
φυτεύει εικόνες
στα βλέμματα
ανάβει την αγρύπνια
ελπίδες στάζει
υψώνει σιωπές
σ’ ανίερες σκέψεις
να κρατηθεί θέλει
κι οι μνήμες τρίβονται
σαν τα ξερά χορτάρια


Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017






Ψιχία (αρ. 3)

μελαγχολικός απόηχος
οι μασκαράδες που ακουμπάνε 
αμίλητοι ο ένας στον άλλο  
οι χορευτές που τρίβουν τα πόδια τους
πονεμένα στο πάτωμα

μελαγχολικός απόηχος
η μπάντα που σίγησε
και μονάζει πίνοντας σέρτικο
ο άνδρας που χορεύει ακόμα
γερτός αργό ζεϊμπέκικο

μελαγχολικός απόηχος
και η απόφαση να συνεχίσεις
όταν η ζωή αναγγείλει τη λήξη της

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Κύκλος η ζωή

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Κύκλος η ζωή: γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου εικόνα: Βιβή Τουρόγιαννη Κύκλος η ζωή. Γραπώνεσαι πάνω της και, όπως κυλάει, σε λιώνει ή σ...





Κύκλος η ζωή...

Πρώτη δημοσίευση στο διαδικτυακό Λογοτεχνικό Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ από τον Γιώργο Κορδομενίδη. Τον ευχαριστώ και εκείνον και το περιοδικό. 

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017





Αντιμετωπίζοντας τη σκιά μου 

Στέκομαι στο άνοιγμα της σπηλιάς
Σηκώνω τα χέρια ψηλά 
νακουμπήσουν στην κορυφή 
κι ύστερα ταφήνω να περιηγηθούν
Δείχνω ψηλός
Ο ήλιος με κάνει ό,τι φαίνομαι
αυτός μεγαλώνει τη σκιά μου και την απλώνει 
αυτός την προβάλει στο βάθος της σπηλιάς.   
Δεν τον κοιτάζω
Αρνούμαι να μάθω αν ανήκω, 
μέσα η έξω απ' τη σπηλιά
Αν δω τον ήλιο κατάματα 
δεν θα 'χω δύναμη να επιστρέψω στο σκοτάδι 
κι αν μου φανεί μικρός 
δεν θα με ζεστάνει ξανά ο πόθος του.
Θα τον αφήσω να μου χαϊδεύει την πλάτη
θα νιώθω το αρσενικό του αγκάλιασμα 
κι αν τ' άγγιγμά του με διαφθείρει,
δεν θα γυρίσω το κεφάλι μου πίσω.
Δεν θέλω το φως στα μάτια μου
να εκβιάσει την επιλογή μου.
Θέλω να θυμάμαι τη στιγμή 
που επέλεξα να γίνω αυτός που είμαι.



Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017




Ο Άγιος 

της Φωτεινής Τέντη


Όταν το παιδί μελάνιασε και του κόπηκε η ανάσα για πάντα, η μάνα έβγαλε φωνή στριγκή να φέρει τον αδελφό μου πίσω, αλλά εκείνος μόνο πάγωνε μέχρι που την τράβηξαν από πάνω του όταν πια είχε αρχίσει να κοκαλώνει και λίγο ακόμα και δεν θα μπορούσαν να  τον ετοιμάσουν για το φέρετρο. 
    Κάποια ώρα, προς τα ξημερώματα, εκεί που τον ξενυχτούσαν, εμφανίστηκε ο Άγιος στον τοίχο απέναντι από το λείψανο, με μάτια γλαρωμένα, ανακατωμένα μαλλιά και γένια λευκότερα απ' ό,τι τον ξέραμε. Έμεινε εκεί ακίνητος, με τα χέρια σταυρωμένα χωρίς να κοιτά τη μάνα, μόνο κοιτούσε κάτω, μα εκείνη όταν το είδε έβγαλε πάλι δυνατή φωνή και άρχισε να τον βρίζει και να τον καταριέται. Πήρε ό,τι βρήκε μπροστά της και του πετούσε, τασάκια, πιάτα, τα φλιτζανάκια με τον καφέ και τα ποτήρια με το κονιάκ, κάποια στιγμή βρήκε και κάτι πέτρες δίπλα στο τζάκι και τις πετούσε κι αυτές στον τοίχο.
    
    Ο κόσμος που ήταν μαζεμένος για το ξενύχτι νόμιζε πως τρελάθηκε και έπεσαν πάνω της να την ησυχάσουν, την πήγαν στο δίπλα δωμάτιο να ξαπλώσει μα εκείνη συνέχισε να βρίζει και να καταριέται μέχρι που δεν είχε άλλο φαρμάκι, στέγνωσε το στόμα της και έμεινε ανοιχτό και με μια υποψία αφρού στην άκρη των χειλιών της, να κοιτάει το εικονοστάσι και να βλαστημάει από μέσα της όλα τα θεϊκά, γιατί τι "Θεός υπάρχεις" άμα δεν έχεις τρόπο να σωθεί ένα αγγελούδι δέκα χρονών που αμαρτία δεν είχε προλάβει να έχει καμιά, "στην Κόλαση να καούν όλοι", δεν πίστευε τίποτα κι ούτε τους ήθελε στο σπίτι της. 

    Παρ' όλ' αυτά δεν πήρε ποτέ τέτοιο θάρρος να βγάλει το εικονοστάσι από το σπίτι, αλλά κι ο Άγιος δεν ξανατόλμησε να εμφανιστεί μπροστά της, γιατί μόλις τον έβλεπε τον έπαιρνε με τις πέτρες και μόνο περνώντας τα χρόνια και αφού κάπως καταλάγιασε η στεναχώρια για το πεθαμένο παιδί, τον άφηνε να κάθεται στον τοίχο μόνο με την πλάτη γυρισμένη για να μην βλέπει το πρόσωπό του και της θυμίζει το κακό που την είχε βρει. 


Ο Άγιος της Φωτεινής Τέντη
Δημοσιεύτηκε 15 Ιανουαρίου στην BIBLIOTHEQUE

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου στην 5η Λογοτεχνική Σκηνή





Εκείνο το βράδυ έσερνα 850 χιλιόμετρα και πολλή αγωνία. Η κούραση είχε σταθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και αρνιόταν. Ένα βλέμμα μ' ενθάρρυνε και οι λέξεις που το ακολούθησαν μ' ενδυνάμωσαν. ''Ή τώρα ή ποτέ", σκέφτηκα και μίλησα. Ύστερα άστραψαν φώτα κι ήρθαν πολλά ζεστά χέρια και μ' άγγιξαν. Αυτή ήταν η επίσημη "πρώτη" μου στην 5η Λογοτεχνική Σκηνή. 
Ευχαριστώ τον κύριο Γιώργο Κορδομενίδη για την πρόσκληση και όλον τον κόσμο, που έγινε μια ζεστή αγκαλιά για μένα. Ευχαριστώ και τις λέξεις. Ο ήχος τους ήταν τόσο γλυκός όσο η λύτρωση.  



Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016




Καλή χρονιά Χρόνε μου

Τις τελευταίες μέρες χιόνιζε χωρίς σταματημό. Όταν δούλευε το χαιρόταν όμως δεν είχε χρόνο για να το ζήσει. Από τότε που έμεινε άνεργη οι εποχές προχωρούσαν χωρίς αυτήν. Την προηγούμενη μέρα είχε τελειώσει και το ψωμί. Το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τήν εγκατέλειψε και ο σκύλος της, για ένα κόκκαλο φαρμακωμένο που ξέθαψε στο δρόμο. Τον έκλαψε· σύντροφος ο Χρόνος. Ήταν η βιταμίνη της ψυχής της, ζέσταινε τις νύχτες της. Τον βρήκε κουτάβι να τρέμει στην πόρτα της και γέρασαν μαζί. 
Έγραψε ένα γράμμα στον άγιο Πέτρο των σκύλων και το κρέμασε στο λαιμό του Χρόνου, μ' ένα κορδελάκι κόκκινο –το αγαπούσε το κόκκινο ο Χρόνος– να το διαβάσει ο άγιος και να τον βάλει μαζί με τους ανθρώπους, γιατί ήταν καλό σκυλί και πιστό. Ύστερα, περίμενε να νυχτώσει για να τον θάψει. 
Μόλις σκοτείνιασε για τα καλά τον τύλιξε με την κουβερτούλα του, τον πήρε αγκαλιά  και ξεκίνησαν. Το χιόνι και το φορτίο της τη δυσκόλεψαν να φτάσει στο κοιμητήριο. Βρήκε την καγκελόπορτα κλειδωμένη. 
«Τι τα θέλουν τα κάγκελα, αφού οι νεκροί δεν δραπετεύουν;», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε κι απάντηση δεν πήρε. 
Τα καντήλια τρεμόσβηναν απ' τον αέρα και τα δάκρυα. Έδεσε τις τέσσερις άκρες της κουβέρτας μαζί, κρέμασε τον Χρόνο στην πλάτη της και σκαρφάλωσε στα κάγκελα. 
Τον έθαψε στην άκρη του κοιμητηρίου, κοντά στον μαντρότοιχο. Έσκαψε ένα λάκκο κάτω από το χιόνι, με τα νύχια της, και τον ακούμπησε απαλά, σαν νεογέννητο στην αγκαλιά της πρωτόγεννης μάνας του. Του ψιθύρισε στ' αφτί καλό ταξίδι και τον σκέπασε με χώμα, για πάντα. Ύστερα μετακίνησε πάνω του μια μεγάλη πέτρα, μη τυχόν και τον πάρει είδηση μάτι περαστικό, μέχρι το χορτάρι της άνοιξης να σβήσει τα ίχνη της ταφής του. 
Ξάπλωσε δίπλα του, αγκάλιασε την πέτρα, σαν να ήταν το κορμί του, κι έκλεισε τα μάτια της. 
«Καλή χρονιά Χρόνε μου», είπε. 




Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016





Συναίνεση

Όσο κι αν σύρω το ποδάρι
είναι κουτσό δεν σε προφταίνω  
θολή αρπάζεσαι από κρύους τοίχους,
χαράζοντας γραμμές σε μαύρη οθόνη.

Φύτρα γερή η δύναμή σου,
πάνω σε  χέρια που αγγίξαν
της μήτρας σου τα μαλακά σκοτάδια,
φιλοδοξεί ζωή να σου γυρίσουν

Εσύ, συναίνεση θα δίνεις
σε μάτια ανάξια να σε πείσουν
πως δεν θ’ αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος,
που σας κρατάει ζεστούς μέσα στο χρόνο

κι εγώ λειψός, Ήφαιστος, μόνος
με σίδερο σβηστό ξορκίζω
αέρα και βροχή, που συναινούνε  
στον ενταφιασμό της Περσεφόνης




Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016




   ars poetica 


το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για τη μέσα έκφραση της ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα 
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα. 
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες το μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι και οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες το πυκνό σκοτάδι τους σαν τ' αχαμνά ζωύφια 
τυχαίες, σκοτωμένες απ' το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες. 

από τη Συλλογή ''Ο δύσκολος θάνατος''
του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου 


Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016



απώλειες

δένουν τα μάτια σου κλωστές
ακούσιας φυγής
κι ανάμεσά τους σκάβουνε 
του τέλους τη ρυτίδα
το στόμα σου είναι σφιχτό
από τις προσμονές
αντίβαρο στο θάνατο
η ατέλειωτη παρτίδα

της κεφαλής το σκύψιμο
στην άδεια πολυθρόνα
θολώνει αργά στα μάτια μου
μαζί με την εικόνα
σταγόνες στο παράθυρο                  
χαράζουνε το κρίμα  
τα τελευταία ρούχα σου
πίνουν βροχή στο σύρμα

 κα. πα.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016






Υγρό χώμα

Όπως 
και να φυσήξει 
ο ουρανός μας 
xειμωνιάζει
Απουσιάζει
το άσεμνο ρούχο 
του καλοκαιριού
Να γιατί το φθινόπωρο 
κλαίει με πάθος 
τη βροχή
Νιώθει τα παγωμένα 
δάκρυα 
μια γραντζουνιά
ακόμη
Μη φοβάσαι 
Το τελευταίο 
φύλλο θα πέσει
στο υγρό χώμα


Ανέκδοτο ποίημα της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου, της οποίας η πρώτη ποιητική συλλογή έχει τον τίτλο "Ναυς των ονείρων"



Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016







απουσία

Ορκίζομαι 
εκδίκηση να πάρω από τη νύχτα 
που χαρτογραφεί τις ψευδαισθήσεις μου
να υπάρξεις πάλι 
Με πνίγει η ανάγκη τα μάτια μου να κλείσω
το μάγουλο ν’ αφήσω στην παλάμη σου
πριν γίνει ο ύπνος σου
μέγιστη απουσία.






Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016







Η δικιά μου η Σάρα 
είναι θαμμένη στην Βαρσοβία  
από εκείνη τη νύχτα 
Νοέμβρης  ήταν 
στο shlomo bar 

Αυτή την ώρα 
στην στροφή του Μαλιακού
η θάλασσα κρύβεται
χωρίς καλές προθέσεις…

κι εγώ δεν ξέρω 
σε ποια γλώσσα να καταγγείλω
αυτό που συμβαίνει…



Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016








Στις 30 του Σεπτέμβρη η Κατερίνα Παπαδημητρίου ανάρτησε στο fb το παρακάτω ποίημά της:

Εγώ τις λέξεις τις περίσσεψα
να φτάσουν, να χορτάσουν 
κι όταν δεν είχαν πια προορισμό
τις μοίρασα 
μα όσο κι αν πάσχισα να τις γυαλίσω 
θολές κι ανήλιαγες
μέσα απ' τα δάχτυλα
μέσα απ' τα δόντια
γλιστρούν 
μου απομένουν σύμφωνα
σε συμφωνίες παλίνδρομες
με οδηγούν
να συσκευάζω ρήματα
σε υποτακτικές αθέλητες
δεν μου ανήκουν
οριστικές απάτητες
λέξεις ποινές 
λέξεις να φταις...


Στο μυαλό μου κόλλησαν οι δύο τελευταίοι στίχοι, «Λέξεις ποινές, λέξεις να φταις...». Τριγύριζαν σφυρίζοντας εκδοχές διάφορες μέχρι που άρχισα ν’ ανησυχώ για τη συνέχεια. Και τότε, το χέρι μου, το δεξί για την ακρίβεια, άρχισε να γράφει μόνο του. Μπορεί αυτό να σημαίνει ότι σκέφτομαι με το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου, ή πως η συγκεκριμένη διαδικασία έγινε γι' αποφόρτιση. Όπως και να έχει, δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο κράτησε. 
    Εκείνο το βράδυ δεν είπα καληνύχτα στο χαρτί, ούτε έσβησα το φως. Το επόμενο πρωί θρήνησα μία αναχώρηση. Τις δύο επόμενες μέρες, το μπλοκάκι μου κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι μαζί με το μολύβι του. Την τρίτη μέρα, κάποια στιγμή, πάτησα μια άκρη του, που εξείχε και το μάζεψα. Στο πάνω μέρος της σελίδας το γραπτό εκείνης της νύχτας με κορόιδευε. «Δεν είμαι εγώ που το ’γραψα», είπα όταν το ξαναδιάβασα. Γιατί να το γράψω, άλλωστε; Αυτό, εκεί, επέμενε να μου δείχνει τη γλώσσα του.  
    Αγρίεψα κι άρχισα να παλεύω μαζί του. Το πλάκωσα με ένα βαρύ βιβλίο αλλά ξεμύταγε από το πλάι. «Εδώ είμαι», μου έγνεφε. Το πέταξα στο πάτωμα, το πάτησα, το τίναξα. Ούτε γράμμα δεν ξεκόλλησε να πέσει. Όσο κι αν το βασάνιζα αυτό υπέμενε, σαν προετοιμασμένο.  
    Σήμερα το πρωί αποφάσισα να το ξαναδώ. Παλέψαμε, αντιστάθηκε, επέμεινα μέχρι που συνεργάστηκε και νόμισα πως το νίκησα. Για να δούμε. Θα σταθεί; 


να θες 

λέξεις ποινές, λέξεις να φταις, 
μου λες πως σε πονάνε 
αίμα σου τάζουνε σκυφτές 
κι άγρια σε χτυπάνε 

τους φόβους σου παράτησες
σε κρίσεις κι επικρίσεις
στον κόρφο σου τις κράτησες 
μήπως και τις κερδίσεις

ρήματα σ' υποτακτικές 
να συσκευάσεις όρμησες 
θα σφίξεις τις προστακτικές
μέσα απ' τα δόντια νόμισες 

δεν στάθηκαν οι κλητικές 
ξέφυγαν οι παλίνδρομες
στα δάχτυλά σου οι αμυχές 
δαγκωματιές αμφίδρομες

κι όσες στρυφνές κι ανοίκειες
με πείσμα τις πολέμησες 
δεν είχαν επιείκειες 
άκαμπτες, δεν τις γκρέμισες 

κι αν τέτοιες λέξεις ζήταγες
να τις μετράς, δεν φτάνουν, 
είναι θολές κι ανήλιαγες,
ανάγκες να ζεστάνουν

μα, άλλες υπάρχουνε πολλές 
λέξεις, να θες τις λένε
δεν είναι κούφιες και θολές
χαμογελούν δεν καίνε 

λέξεις να θες, που στην ψυχή
ταιριάζουν, δεν πονάνε 
δεν έχουν ανθρωπιά ρηχή
και μάσκες δεν φοράνε

αυτές τις λέξεις τα παιδιά,
μόνο, τις ανασταίνουν 
είναι γλυκές και στην καρδιά
κουρνιάζουν κι ανασαίνουν 

όταν τις φτάσεις να σταθείς 
να μην τις προσπεράσεις 
στα γκέμια τους αν κρατηθείς 
αντίπερα θα φτάσεις

Αφιερωμένο στην Κατερίνα Παπαδημητρίου, με πολλά ευχαριστώ

Η Κατερίνα Παπαδημητρίου είναι Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής και Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας