Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019






Στο περιοδικό της παρέας bonusmall magaz❗️zin 
η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γράφει ιστορίες  
από το χθες, το σήμερα και το αύριο
στη στήλη 

"Γράφοντας μια ιστορία"

Πρώτη δημοσίευση 

Η αρχή

  
Διάλεξα ένα τραπέζι δίπλα στο κύμα κι αγνάντευα τη θάλασσα. Λίγο ν’ άπλωνα τα χείλη μου θα φίλαγα τα βότσαλα. Σε κάνα δυο ακόμα τραπέζια οι άνθρωποι μιλούσαν ήσυχα μεταξύ τους. Ευτυχώς ήταν όμορφα στη δροσιά γιατί η παραγγελία μας θα αργούσε. Από τότε που η επαρχία είχε γίνει περιφέρεια δεν βιαζόταν κανένας.  
Ένας νεαρός και το σκυλί του κοντοστάθηκαν μπροστά μου, ντερέκια και οι δύο. Και να ήθελα δεν μπορούσα ν’ αποφύγω το θέαμα. Ο δικός μου ο σκύλος, ευνουχισμένος χρόνια, έκανε «μούτες» κάτω απ’ το τραπέζι. Στο πρώτο «γρου» του ψιθύρισα «Κύριος» κι από τότε δεν έβγαλε άχνα· να μην ενοχλούμε και τους διπλανούς.  
Το ξένο ζωντανό τουρλώθηκε μια ευθεία από τη μύτη μου. Το αφεντικό του είχε ήδη προσπεράσει, κοιτάζοντας αδιάφορα τάχα τα κύματα. Είπα, δεν μπορεί, θα πισωγυρίσει, δίπλα του έγινε το «ξαλάφρωμα». Όμως, εκείνος συνέχισε ν’ απομακρύνεται ακόμα κι όταν το ζωντανό τουρλώθηκε ξανά.
«Κύριε» του φώναξα μα δεν μου απάντησε. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να εκτεθεί –«σκυλομάνα» είμαι. Ο δικός μου ο σκύλος με έγλυφε κάτω απ’ το τραπέζι.
«Κύριε» ξαναφώναξα, δυνατότερα αυτή τη φορά, και τότε γύρισε ενοχλημένος. Στο πρόσωπό του απλωνόταν μια ξινίλα κομμένης μαγιονέζας. «Κύριε, ξεχάσατε τα “κακάκια” του σκύλου σας» είπα δυνατά αλλά ευγενικά. Έδειχνε να μην καταλαβαίνει από πού ερχόταν η φωνή, σαν να μην άκουγε. Σηκώθηκα και πήγα κοντά του.
«Θα σας παρακαλούσα να μαζέψετε τα “ξαλαφρώματα” του ζώου σας», είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα, προσπαθώντας και σβήσω και το παραμικρό ίχνος ειρωνείας από την έκφρασή μου.
«Θα τα μαζέψω» είπε κι έκανε πάλι να φύγει.
«Περιμένω» του είπα σκληρά αυτή τη φορά. Είχα αρχίσει να φουντώνω.  
«Εντάξει, σας είπα θα τα μαζέψω» μουρμούρισε χωρίς να με κοιτάξει ενώ συνέχισε ν’ απομακρύνεται.
Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Η παρέα μου έκανε ότι μπορούσε για να με ηρεμίσει.
«Ξέσκισέ τον, τον μαλάκα», ακούστηκε κάποιος από το διπλανό τραπέζι.
Το εξέλαβα κυριολεκτικά ως επιθετική προτροπή. Αν δεν συγκρατιόμουν το επόμενο βήμα θα ήταν να του ορμήσω. Όμως, με είχαν υποτιμήσει. Σκέφτηκα ότι το τσαγανό χρειάζεται έξυπνες κινήσεις για να ισοζυγιάσει την επιμονή με την υπομονή. Έβγαλα από την τσέπη μου το κινητό, ζούμαρα πάνω του και του άστραψα τρεις απανωτές. Τον πέτυχα στον εγκέφαλο· μαρμάρωσε όταν κατάλαβε πως την είχε άσκημα.
Γύρισε πίσω παραλιακά και άρχισε να ψάχνει το «πεσκέσι». Του πρόσφερα σακούλες συλλογής ακαθαρσιών σκύλων. Αρνήθηκε αμίλητος και απευθύνθηκε στο γκαρσόνι.
«Πάρτε αυτές» του είπα αλλά εκείνος με αγνόησε πάλι.  
«Δεν χρειάζεται να περιμένετε το γκαρσόνι, δεν θα μου λείψουν. Έχω σκυλί και ξέρω» επέμεινα.
Επέμενε κι εκείνος να με αγνοεί. Απόρησα με την υπομονή μου.
«Μα γιατί δεν τις παίρνετε;» τον ξαναρώτησα.
«Έγινε κάτι που δεν μου άρεσε» είπε. Πρόφτασα μόνο ν’ ακούσω ότι «δεν έπρεπε να τον φωτογραφήσω» και κατέρρευσα. Έβαλα τις σακούλες στην τσέπη μου και γύρισα στη θέση μου.
Το γκαρσόνι σέρβιρε σακούλες στον «κύριο» και σε μας δεν θυμάμαι τι. Η διπλανή παρέα με κοίταζε απορημένη. Ο τύπος έδεσε το σκυλί με το λουρί του και μάζεψε τις ακαθαρσίες αδέξια, σαν να ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Μου ήρθε στο μυαλό η σιτεμένη νεάζουσα με τον σκύλαρο, που πριν από κάποιους μήνες είχε παραδεχτεί πως όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς μαζεύει τα «κακάκια» του ζώου της. Τι «κακάκια» δηλαδή, ένα κιλό σκατό το καθένα. Με έπιασε νευρικό γέλιο. Γέλαγα με κλάματα. Τον έβλεπα, τηλεγραφόξυλο να διπλώνεται και να ψάχνει στα βότσαλα, και σπάραζα. Έκλαιγα γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω και γέλαγα με την τύχη μου να γλυτώσω το πνίξιμο αφού υπήρχαν μάρτυρες στο συμβάν.
Κι όσο εγώ γέλαγα κι έκλαιγα μαζί τόσο εκείνος κιτρίνιζε· μέχρι που άρχισε να καίγεται και στο τέλος να μαυρίζει, να γίνεται κάρβουνο και να καπνίζει, σαν μπουρί, σαν φουγάρο καραβιού θα έλεγα καλύτερα.
«Έπρεπε να της το πεις από την αρχή, βρε άνθρωπε, πως δεν είχες σακούλα μαζί σου» του είπε το γκαρσόνι την ώρα που έφευγε με το σκατό στο χέρι. Δεν ξέρω σε ποια σκουπίδια το πέταξε· σημασία έχει ότι το μάζεψε. Η αρχή είχε γίνει.  

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019





Οι γενναίοι

Στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν  
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του    

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.


Μίλτος Σαχτούρης
(1919-2005)


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019


Πρώτη δημοσίευση:

www.bonusmallmag.gr

Μαραθώνιος 1896




Ο Μαραθώνιος 

«Ποιος ήταν ο νικητής του πρώτου ολυμπιακού Μαραθωνίου το 1896;» ρωτάει ο παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής.
Η νεαρά μπομπονιέρα καρφώνει το βλέμμα της στο ταβάνι και σκέφτεται, παίζοντας με μια μπούκλα από τα μαλλιά της.
«Νερουλάς ήταν ο τύπος που το τερμάτισε. Μμμ, δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του» ψιθυρίζει με τη ροζ φωνή της.
Τζάμπα υπολόγισα στον αντιπερισπασμό της τηλεόρασης, μετά τη δεύτερη αλλαγή στο πλάνο δεν κατάφερνα να συντονίσω ήχο και εικόνα. Οι ατάκες τρύπαγαν τις σκέψεις μου και ο νους μου, υποκλινόμενος στην αυτοσυντήρηση, έμπαινε κατευθείαν στο αύριο. Τι τα ήθελα εγώ αυτά; Το «δέκα μετράς μία κόβεις» με βόλευε. Τουτέστιν, σκέψου πριν αγοράσεις. Με άλλα λόγια, μην προτρέχεις και κατά συνέπεια μην τρέχεις, πάτα στα πόδια σου σταθερά και άσε να κόψει το νήμα κάποιος άλλος. Άλλωστε φαινόταν ότι δεν τα πήγαινα καθόλου καλά με το τρέξιμο. Τη μία σκόνταφτα όπου εύρισκα, την άλλη γύριζα αστράγαλο μέσα σε λακκούβα, την τρίτη μού ερχόταν μία ζαλάδα και το κεφάλι μου άρχιζε να χτυπάει σαν γκαζοτενεκές· εν ολίγοις, αν είναι να σκέφτεσαι δέκα ώρες για μια άμεση αντίδραση δε φτουράς, καλύτερα να την αναβάλεις. Κι εγώ αυτό έκανα, την ανέβαλα συνεχώς.  
          Ένας καλεσμένος στην εκπομπή, που δήλωνε προπονητής, προσπαθούσε να με πείσει πως όλα τα έκανα λάθος μόνο και μόνο επειδή τα σκεφτόμουν λάθος. Επέμενε πως το μυστικό συστατικό της επίδοσης βρίσκεται μέσα μας και ότι μπορούμε να τρέξουμε πολύ καλά, ακόμα κι αν δεν έχουμε προπονηθεί ιδανικά για τον αγώνα μας. Τώρα, εμένα αυτό με βόλευε και, καθώς εκείνος επαναλάμβανε πως το είχε δει να συμβαίνει ξανά και ξανά, κόντευα να το πιστέψω.   
Βέβαια, αυτό δεν με εμπόδιζε να παραδεχτώ ότι για δεύτερη φορά είχα αποφασίσει απερίσκεπτα να λάβω μέρος σε μαραθώνιο. Η πρώτη ήταν στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου – εξατάξιο ακόμα – ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια πριν. Η καθηγήτρια της γυμναστικής απογοητευμένη για τη μεγάλη αποχή από το μάθημά της έριξε το δόλωμα «οι πρώτοι είκοσι, που θα τερματίσουν στον μαραθώνιο, θα πάρουν είκοσι» κι εγώ τσίμπησα. Έτρεξα, τερμάτισα στη δέκατη όγδοη θέση και λιποθύμησα. Το εικοσάρι όμως το πήρα·  χαλάλι οι φουσκάλες στα πόδια από τις ελβιέλες.   
Άφησα την τηλεόραση να μουρμουρίζει και σκεφτόμουν ότι στα χρόνια που πέρασαν από τότε δεν είχα ξανατρέξει σε Μαραθώνιο. «Τι τα θες εσύ αυτά;» μονολογούσα κι άλλαζα πλευρό, ξανά και ξανά, μπας και έρθει ο ύπνος να με πάρει. Που τέτοια τύχη. Τα «πρέπει» με πλάκωναν όλα μαζί: να μην ανησυχώ, να ηρεμίσω, να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ για τον αγώνα. Τι είχα να χάσω; Άλλωστε, τόσοι μεγάλοι άνθρωποι θα έτρεχαν μαζί μου.   
Η Εύα με παρακίνησε, αυτή έφταιγε· φίλη να σου πετύχει. Τελευταία είχε αφήσει τους άντρες στην ησυχία τους και είχε περιλάβει εμένα. Στενό μαρκάρισμα και υποδείξεις· κοίτα πως κατάντησες και πόσα κιλά πήρες τελευταία και η καθιστική ζωή είναι θάνατος και θα πεθάνεις στην καρέκλα. Βέβαια, σκεφτόμουν, δεν είναι και το καλύτερο πράγμα να πεθαίνεις σε κρεβάτι με παυσίπονα αλλά αυτό με την καρέκλα δεν το άντεχα· με φόβιζε περισσότερο. Παρότι δεν ήθελα ν’ αποφασίσω από φόβο, τελικά βαρέθηκα να την ακούω, βάφτισα την επιμονή της ενδιαφέρον και είπα το «ναι» με βαριά καρδιά, χωρίς να το πάρω απόφαση.   
«Έχετε τρέξει ποτέ σε μαραθώνιο;» είπε ο παρουσιαστής μέσα από ένα μακρινό πλάνο και σκέφτηκα πως ήταν ένα καλό ερώτημά προς τη φραουλίτσα.  
«Έχω στα παιδικά μου» είπε εκείνη και τίναξε υπεροπτικά τη φράντζα, που έκρυβε το ένα μάτι της.
«Τα παπούτσια;» ρώτησε πάλι ο παρουσιαστής.
«Όχι καλέ, στα μικράτα μου. Πως το λένε;»
          Ούτε ήξερα πως το λέγανε κι ούτε είχα καταλάβει. Όμως, ο σχετικός που παρακολουθούσε απευθύνθηκε σε μένα:
          «Είναι σημαντικό να σταματήσετε να βάζετε τρικλοποδιές στον εαυτό σας. Εσείς βάζετε τα όρια όχι εκείνος. Εκεί είναι το κλειδί.»
          «Εύκολο να το λες» είπε η φραουλίτσα κι έξυσε το μέτωπό της.
Συμφώνησα μαζί της. Αυτή τη φορά είχαμε καταλάβει και οι δύο. Είδα κι έπαθα μέχρι να κατεβάσω τα πόδια μου από το κρεβάτι. Ύστερα, άφησα την τηλεόραση να παίζει και χώθηκα στο ντους με κλειστά μάτια. Το νερό έτρεχε πάνω μου αρκετή ώρα. Όταν ξύπνησα για τα καλά φόρεσα καθαρή φόρμα, πήρα ένα μπουκάλι νερό και βγήκα στη νύχτα. Ευτυχώς ο καιρός ήταν δροσερός και δεν εμπόδιζε την ανάσα μου.  
Έτρεξα τα 42.195 χιλιόμετρα του αυθεντικού μαραθωνίου μέσα στο σκοτάδι, χωρίς το «μπαμ» της εκκίνησης, χωρίς το δάσος των πολύχρωμων δρομέων, χωρίς να τσούζουν τα μάτια μου από τον ιδρώτα. Μέσα από τις υψομετρικές εναλλαγές της διαδρομής μέτρησα τα βήματα του πειραιώτη Χαρίλαου Βασιλάκου όταν, στις 10 Μαρτίου 1896, έτρεξε στον πρώτο σύγχρονο Μαραθώνιο δρόμο και τερμάτισε πρώτος, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά, και ...ήρθε δεύτερος.
Όλη τη νύχτα έτρεχα. Το πρώτο φως με βρήκε να τερματίζω στο άδειο Καλλιμάρμαρο. Μια καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα. Τα χειροκροτήματα του ήλιου, που έβγαινε από το πέταλο του σταδίου, μου τρυπούσαν τα μάτια. Η κούραση τραβούσε το σώμα μου στο έδαφος. «Δεν είμαι για τέτοια εγώ», σκέφτηκα και γύρισα πλευρό.



Σημείωση: 
Στις 10 Μαρτίου 1896 διεξήχθησαν οι πρώτοι σύγχρονοι Πανελλήνιοι Αγώνες, με κυριότερο στόχο να αναδειχθούν οι αθλητές που θα επάνδρωναν την ελληνική ομάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα. Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ήταν νεαροί νεοσύλλεκτοι του στρατού, οι οποίοι είχαν επιλεγεί από τους διοικητές τους εξαιτίας των ικανοτήτων τους στον αθλητισμό. Στον αγώνα νικητής αναδείχθηκε ο Βασιλάκος ο οποίος εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Αθήνα, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά. Ο Βασιλάκος μαζί με άλλους 16 αθλητές αγωνίστηκε στον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Τερμάτισε στην 2η θέση, πίσω από τον Σπύρο Λούη, με χρόνο 3:06.03 και ήταν ένας από τους εννέα συνολικά που κατάφεραν να τερματίσουν.

Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bonusmallmag.gr/?fbclid=IwAR0ymg3pL3c1JK3NJ7ADACggQlz06wluuAK2Uy-z-u3SYrcz9S94ZvjlKLw


Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019



Σαν απόψε

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ λοιπόν, σαν απόψε, το χιόνι έξω απ’ το παράθυρο είχε φτάσει έως το πρεβάζι. Είπα, δε βαριέσαι, αυτή τη νύχτα ας μείνουν τα εξώφυλλα ανοιχτά να βλέπω το χιόνι που θα πέφτει.  
Γαλατερή η νύχτα απ’ την πυκνή χιονόπτωση. Η ησυχία, ένα σίγμα τελικό, που έβγαινε απ’ τα δόντια με την άχνα. Αραιά και που, τα φώτα κάποιου αυτοκινήτου ανέβαιναν από τη δημοσιά προς την πλατεία. 
Ξεκρέμασα την μπακιρένια χύτρα από την αλυσίδα του τζακιού, την ακούμπησα στη σιδεροστιά και το «φούντωσα» με ξύλα. Ύστερα, ξεσκέπασα το φαΐ, ν’ απολαχάνει όπως έλεγε η μάνα μου, έδιωξα το σκυλί που γλειφότανε μπροστά στη φλόγα, σαν το γατί που προμηνύει τη βροχή της επόμενης μέρας, και περίμενα τον κύρη μου να μπει για να σερβίρω το δείπνο. 
Ακούστηκε το καμπανάκι της αυλόπορτας και αμέσως μετά απανωτά χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, για να φύγει το χιόνι απ’ τα παπούτσια. Δρασκέλησα το σκυλί, που είχε κουλουριαστεί στα πόδια μου, και πήγα ν’ ανοίξω την πόρτα. Πάλι φορτώθηκε με ξύλα ως τα μάτια, σκέφτηκα.
Μπήκανε τρεις, λευκοντυμένοι με νιφάδες· ο κύρης μου, φορτωμένος ξύλα, ο Γιάννης και η Κική.
«Είδαμε το παραθυράκι σας φωτισμένο· το μόνο που ξεχώριζε από τη δημοσιά. Ανάψαμε τη σόμπα και ήρθαμε να καθίσουμε, μέχρι να ζεσταθεί το σπίτι μας. Στις ειδήσεις ακούσαμε για το χιόνι και το αποφασίσαμε αμέσως.» 
Ήτανε μια από τις ομορφότερες βραδιές της ζωής μου. Τη χύτρα με την κρεατόσουπα, που εν τω μεταξύ είχε απολαχάνει, τη στραγγίξαμε, ήπιαμε και μία νταμιτζάνα κρασί κουβεντιάζοντας δίπλα στο τζάκι μέχρι το ξημέρωμα.  

Ο Γιάννης έχει φύγει, χρόνια τώρα, και η Κική δεν ανεβαίνει πια να βρει το χιόνι στο χωριό. Ο κύρης μου παραπονιέται πως μεγάλωσε και κουβαλάει από νωρίς τα ξύλα έξω από την πόρτα. Ο σκύλος μας, γεράκος πια, γλείφεται σταθερά μπροστά απ’ το τζάκι. Όταν χιονίζει με πλησιάζει εκείνο το βράδυ και κάποιες φορές νομίζω πως ακούω χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, μέχρι να φύγει το χιόνι που κολλάει στα παπούτσια. Φαίνεται πως κάτι ακούει και το σκυλί, γιατί σηκώνει το κεφάλι του και αφουγκράζεται ακίνητο. Να, σαν απόψε ένα πράγμα.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018






Περ' απ' την κατανάλωση

Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ' ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς
ο ξυπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ' τη σκιά των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια 
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ' άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!

Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018






«Η 16η του Νοέμβρη ήταν για μένα μέρα χαράς. Ήταν η γενέθλια μέρα μου. Ήταν μέχρι το 1973, που δεκαεπτάχρονο παιδί είδα τη νύχτα της να γίνεται ολέθρια.   
Νωρίς το απόγευμα το φροντιστήριο του «Σαββαΐδη» στη Σόλωνος ήταν γεμάτο. Τις δύο τελευταίες μέρες τα συνθήματα των φοιτητών από το Πολυτεχνείο έμπαιναν δυνατά από τα παράθυρα. Όλοι γνωρίζαμε τι συνέβαινε και οι μαθητές και οι δάσκαλοι. Οι περισσότεροι από μας μετά τις δέκα το βράδυ, που τελείωνε το μάθημα, περνάγαμε από το Πολυτεχνείο για να μάθουμε τα νεώτερα και να προσφέρουμε βοήθεια.
Εκείνο το βράδυ το μάθημα διακόπηκε όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί. Οι καθηγητές κλείδωσαν τις πόρτες και μας είπαν να περιμένουμε, μέχρι να δούμε τι θα κάναμε. Ήταν επικίνδυνο να διασχίσουμε τους γύρω δρόμους, είπαν. Οι ελεύθεροι σκοπευτές έριχναν στο ψαχνό· κάποιες σφαίρες εξοστρακίζονταν στους γύρω τοίχους. Τραβήξαμε τα θρανία μακριά από τα παράθυρα, σβήσαμε τα φώτα και περιμέναμε αμίλητοι. Όταν φάνηκε να κοπάζει για λίγο ο χαλασμός μας άφησαν να φύγουμε σιγά-σιγά. Ένας καθηγητής έβγαινε με προσοχή από την είσοδο, έψαχνε το δρόμο και ύστερα μας έδιωχνε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι αρχίσαμε να ξεμυτίζουμε ένας-ένας.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Δεν ξέρω πως κατάφερα να περάσω τα οδοφράγματα, πως βρέθηκα στην Αχαρνών και από ’κει, συνεχίζοντας το τρέξιμο, πως έφτασα στα Πατήσια περασμένα μεσάνυχτα. Η μάνα μου με περίμενε κλαμένη στην πόρτα κι ο πατέρας μου πρώτη φορά δεν είπε κουβέντα που άργησα.
Εκείνο το βράδυ δεν γυρίσαμε όλοι στα σπίτια μας. Κάποιοι από μας σκοτώθηκαν παραμένοντας άγνωστοι και κάποιοι άλλοι έγιναν ήρωες. Από εκείνους που σώθηκαν μερικοί εξαργύρωσαν τη σωτηρία τους και κάποιοι άλλοι, σε κάθε επέτειο, μένουν σιωπηλοί και θρηνούν φίλους συμμαθητές και άγνωστους αγαπημένους.
Στο σπίτι μας δεν μιλήσαμε ξανά για 'κείνο το βράδυ. Η 16η του Νοέμβρη έρχεται κάθε χρόνο και κάθε χρόνο εμείς υποκρινόμαστε πως δεν τη θυμόμαστε. Τόσα χρόνια την κουβαλάμε μέσα μας αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτή. Μόνο ανάβουμε κεριά γι’ αυτούς που χάθηκαν εκείνο το βράδυ και για 'κείνους που σώθηκαν από το χαμό και σέρνουν μαζί τους την απώλεια, που θα ήθελαν να είχαν ξεχάσει.»


(Μαρτυρία ενός δεκαεπτάχρονου παιδιού, που εκείνο το βράδυ είχε γενέθλια). 


Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018






ξημέρωμα 
τα νέα καράβια
έλυσαν τους κάβους
στραγγίσανε
οι τρύπες τ’ ουρανού
στον κύκλο μέσα
ήλιο ζητάνε οι ίσκιοι
τα νερά τους να ζεστάνουν
και τα  κομμένα σου μαλλιά
να στάξουν θέλουν
όσο αίμα περισσεύει




Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018




23.07.2018

παιδάκι μου κακότυχο και κατασπαραγμένο
τα τρυπημένα σου φτερά τα σέρνεις λαβωμένο
στου ανέμου τα περάσματα και στης φωτιάς τη λάβρα
και σαστισμένο στέκεσαι στου χαλασμού τη χάβρα
δε μένει τόπος να πιαστείς άκρη για να κουρνιάσεις
λίγο νερό να δροσιστείς τον πόνο να σωπάσεις
να του φωνάξεις του Θεού «εδώ υπάρχω ακόμα
κι ώσπου να δεις τι θα γενεί θα κείμαι μες στο χώμα
τα σύννεφα που έστειλες μ’ αγάπη δεν σκεπάζουν
όταν μολύβι και φωτιά τα σωθικά τους βγάζουν
κι όσους πονάνε από στο χαμό να τους υπολογίσεις
πλέκουν ξανά τον δρόμο τους για να τους αγαπήσεις
στάσου για λίγο δίπλα τους, μ’ αγάπη αγκάλιασέ τους
δώσε τους λίγη απ’ τη χαρά, σκύψε προστάτεψέ τους
κι αν κοιμηθούν στα βότσαλα τη στάχτη ν’ ανεμίσεις
κι απ’ τα μαλλιά τους τη φωτιά με τη βροχή να σβήσεις
φέξε μπροστά τους να μπορούν σώοι να ταξιδέψουν
δώσε τους χέρι ν’ ακουμπούν και δύναμη ν’ αντέξουν
στείλε ελαφρύ τον ήλιο σου να κλείσει τις πληγές τους
κι αν σου γυρέψουνε ζωή πως τους θυμάσαι πες τους»
 

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018







Με φωνάζουν "Νατίν"

Σ' αυτόν τον τόπο με φωνάζουν "Νατίν". Δεν ξέρω τι σημαίνει η λέξη αυτή. Ο ήχος της είναι σκληρός, είναι κι αυτό το δάχτυλο που με δείχνει· φοβάμαι να ρωτήσω. Στον τόπο μου τα ονόματα των κοριτσιών ακούγονται σαν κελαϊδίσματα πουλιών, είναι βγαλμένα από λουλούδια κι όμορφες στιγμές.

Έρχομαι από μακριά, από πολύ μακριά, μέρες, νύχτες, θάλασσες, πολλές θάλασσες μακριά. Είχα μια όμορφη πατρίδα, δεν ήθελα να την αφήσω. Αναγκάστηκα. Μάζεψα ό,τι πολύτιμο μπορούσα να κουβαλήσω στους ώμους μου κι έφυγα κρυφά, για να επιζήσω από τους βομβαρδισμούς. Εκείνη η φυγή είχε μέσα της ελπίδα. Ύστερα, ήρθε το ναυάγιο και η ελπίδα βούλιαξε μαζί με τ' όνομά μου. Δεν βαριέσαι, είπα, ας μην έχω όνομα αρκεί που σώθηκα. 

Ξέρω από πού έρχομαι, αλλά δεν γνωρίζω που θα φτάσω. Δεν καταλαβαίνω γιατί βρίσκομαι ακόμα εδώ· δεν το διάλεξα. Αν είχα επιλογή θ' αποφάσιζα νωρίς σε ποιόν τόπο θα ήθελα να ζήσω. Αυτή η χώρα ούτε με διώχνει ούτε με κρατάει. Ζητάω να φύγω και δεν μου επιτρέπεται. Μόνο να στέκομαι απέναντι από σύνορα και να περιμένω επιτρέπεται. Αν προσπαθήσω να τα περάσω θα με γυρίσουν πίσω. Άμα γυρέψω γη για να στεριώσω θα μου πουν πως είμαι προσωρινή. Πάλιωσα άπραγη σ' αυτή την εξορία κι ακόμα προσωρινή είμαι. Δεν ορίζω ούτε το χώμα που ακουμπούν οι σόλες των παπουτσιών μου. Στον πρώτο τόπο που θα με δεχτεί, θα βγάλω τα σκισμένα παπούτσια μου και θα περπατήσω ξυπόλυτη στο χώμα του, να τον αισθανθώ και να με καταλάβει.  

Μέχρι τότε, θα κλείνω τα μάτια και θ' ανασαίνω μέσα από τα συρματοπλέγματα, σαν να μην υπάρχουν. Σαν να μην υπάρχω κι εγώ μέσα σ' αυτά. Γύρω μου φωνές εκνευρισμού, κραυγές αγωνίας, βρισιές, κατάρες· σιγά-σιγά μαθαίνω να μην τις ακούω για να μπορέσει το όνειρο να με τραβήξει πίσω. Σκέφτομαι πως ο τόπος μου δεν θα είναι πια ο ίδιος, γι' αυτό μαζεύω γύρω μου τη σιωπή μήπως καταφέρω και τον ονειρευτώ όπως ήταν πριν την καταστροφή. Ξαναγίνομαι παιδί, βρίσκω τους γονείς και τους συγγενείς μου ζωντανούς, τρέχω με τους φίλους μου μέσα σε φυλλωσιές και σε πολύχρωμα χωράφια. Αφήνομαι σ' αυτόν τον γυρισμό και παίρνω κουράγιο για να συνεχίσω την πορεία προς την Εδέμ. Κι εκεί που καταφέρνω να χαμογελάσω κάποιος φωνάζει "Νατίν". Τα βλέφαρά μου ανοίγουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων και ένα δάχτυλο με δείχνει. 

Δεν συγχωράω αυτό το ξύπνημα όμως το χαμόγελό μου γίνεται μαγικό και το δάχτυλο χάνεται. Η λέξη "Νατίν" με κάνει υπαρκτή. Θα μπορούσε να σημαίνει "έθνος" και να με χρήζει αυτόματα πολίτη του κόσμου. Όταν τα σκέφτομαι αυτά παύω να είμαι δύσπιστη· φαντάζομαι πως είμαι σημαντική και υπόσχομαι να κρατήσω αυτό το όνομα για πάντα. Μέσα μου το "Νατίν" σημαίνει "υπάρχω εδώ". Άλλωστε, δεν έχω που αλλού να πάω.    

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018




Οι μαϊμούδες


Καταμεσής στη ζούγκλα της Αθήνας,
σε δέντρο τσιμεντένιο που ορθώνεται μουντό,
χρόνια και χρόνια κρύβονται
φριχτοί τυραννοδαίμονες,
λογιών-λογιών μαϊμούδες νεκροζώντανες,
που απειλούν σαρκαστικά και ξεκαρδίζονται
φτύνοντας τους περαστικούς,
εκσφενδονίζουν τα σπασμένα φέρετρά τους,
και τα φθαρμένα δεκανίκια τους σαν βέλη εκτοξεύουν
ποτισμένα δηλητήριο του μίσους,
πετάνε πετρωμένα παραμύθια
και καρδιές μαχαιρωμένες ποιητών…

Ό,τι στερνό είδε το φριχτό μαϊμουδολόι
ήτανε σμήνος, μαύρο, από γύπες νεκροβόρους,
που αγριεμένοι από την πείνα γυροφέρνανε ψηλά
πάνω από πλήθος μανιασμένο, με τσεκούρια κοφτερά
πού ’κοβε απ’ τη ρίζα του το δέντρο,
το κακό, του Πανδαιμόνιου.

Περικλής Παπαδόπουλος
Δεκέμβρης 2017


Τρίτη, 22 Μαΐου 2018



δεύτερη εποχή

τις αγέννητες λέξεις σου υμνώ Ιάσονα
σε τούτο το χρονικό του χρέους
μέσα στον ίλιγγο της ανησυχίας
και στις άρπυιες των ηλεκτρονικών 
μανθάνουσα μηχανή εγώ 
με την τέχνη του νοητού
υπηρετώ τον Μάγο Pixar Typestyry
σε απροσπέλαστες τεχνητές γλώσσες
μεταστοιχειωτής ενός οράματος
με υπαρκτό στόχο. Ίσως. 




Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018







"ἰὼ σκότος, ἐμὸν φάος,
ἔρεβος ὦ φαεννότατον, ὡς ἐμοί,
ἕλεσθέ μ᾽, ἕλεσθ᾽ οἰκήτορα,
ἕλεσθέ μ᾽"

Ω συ σκοτάδι, δικό μου φως,
ω έρεβος λαμπρότατο,
πάρτε με, πάρτε με σύνοικό σας,
πάρτε με·

Σοφοκλής – Αίας Μαστιγοφόρος,
στροφή δ΄, 394-397.





Σκιόφως


Αυτό το Κάτι σκέφτομαι, το Φως,
και τ’ Άλλο του αμέσως, το Σκοτάδι,
πίσω του ξεπηδάει σαν μαύρος δαίμονας.

Αυτό το Κάτι Άλλο, το Σκοτάδι,
που είναι κι αυτό ένα Κάτι, του Αίαντα ένα Φώς,
που είναι κι αυτό ένα Άλλο,
του Άλλου του το Άλλο,
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
μονότονη επ’ άπειρον, εναλλαγή κακή.

Κι επειδή στο απόλυτο Φως
εξίσου δυστυχώς νιώθω τυφλός
όπως και μες στ’ απόλυτο των Κιμμερίων Σκοτάδι,
γι’ αυτό και ’γώ από δω και μπρός
μόνιμα πια θα κατοικώ μες στο άπλετο Σκιόφως,
που Φως άλλοτε γίνεται σκιασμένο
και άλλοτε Σκοτάδι φωτισμένο.
Εκεί μόνον μπορώ να βλέπω καθαρά.

Περικλής Παπαδόπουλος




Ο Αίας του Σοφοκλή, που διδάχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα μεταξύ 450 και 442 π.Χ., ήταν, ίσως, η παλαιότερη από τις τραγωδίες του που διασώθηκαν.
"Ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, έξω φρενών από το θυμό του, επειδή μετά τον θάνατό του Αχιλλέα, τα όπλα του απονεμήθηκαν, στον Οδυσσέα και όχι στον ίδιο, στρέφει την οργή του εναντίον ενός κοπαδιού προβάτων, τα οποία νομίζει πως είναι οι εχθροί του Ατρείδες, Αγαμέμνονας και Μενέλαος, καθώς και ο Οδυσσέας. Σε αυτή την παραφροσύνη τον οδήγησε η θεά Αθηνά,η οποία ήθελε να προστατέψει τους αρχηγούς των Αχαιών".


Κυριακή, 29 Απριλίου 2018










διαχρονική …φυσική μουσική

«[…] Διαφορετικοί λαιμοί ψάλλουν σε μία γλώσσα.
Γι’ αυτό πιστεύω πως αν ήμασταν
αρκετά δυνατοί για ν’ ακούμε δίχως
τις διχόνοιες της επιθυμίας και του τρόμου 
δίχως τη θύελλα των νοσηρών εθνών,
την οργή των πεινόπληκτων πόλεων,
 τότε και αυτές τις φωνές θα τις βρίσκαμε
 καθαρές σαν παιδικές - ή σαν την ανάσα ενός κοριτσιού
που χορεύει μόνο του στην ακτή του ωκεανού
και ονειρεύεται εραστές».


Επιλογή από το ποίημα «Φυσική μουσική», του Ρόμπινσον Τζέφερς, Αμερικανού ποιητή, (1887-1962).

Από τις Εκδόσεις «Γαβριηλίδη» κυκλοφορεί η Δίγλωσση έκδοση της ποιητικής συλλογής Φυσική μουσική. Πενήντα ποιήματα και ένα δοκίμιο ποιητικής του Ρόμπινσον Τζέφερς, σε μετάφραση του Γιώργου Λαμπράκου.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018



Τελεία

Λέω ν’ αφήσουμε, αργά στο χώμα,
μια κουκίδα που τελεία θα την πούμε,
και πάνω της το δάχτυλο ακουμπώντας
ν’ αρχίσουμε τη χάραξη ενός κύκλου.
Κι ίσως, δεμένοι στον πυρήνα που μας έλκει
κι ακολουθώντας την πορεία του άξονά μας,
αλήθεια καταφέρουμε να δούμε, από μέσα,
μέχρι τις άκρες του να ενώσει ο κύκλος.   
Αυτή η οδυνηρή περιστροφή μας
θα μοιάζει πιο πολύ στην καταδίκη,
που νιώθουν όσοι ζουν στιγματισμένοι,
άδικα, λόγω της δικής μας κρίσης.
Κι αν μέσα απ’ τη ζαλάδα ξεμυτίσουν
ελεύθερες και καθαρές οι σκέψεις
ίσως βρεθεί ο τρόπος να σωθούμε
πριν να μας λιώσουνε τα όρια του κύκλου
ή πριν βουλιάξουμε στο λάκκο,
που τα πόδια μας ανοίγουν,
πατώντας πάνω στην τελεία. 



Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018








Ένας λύκος αισθηματίας - Αργύρης Χιόνης


Διψάω γι’ αγάπη, πεινάω γι’ αγάπη, πονάω γι’ αγάπη...
Ουρλιάζω γι’ αγάπη, πεθαίνω γι’ αγάπη... αλλά...
Είμαι o λύκος, o κακός o λύκος και δεν γίνεται...
Δεν είναι δυνατόν τέτοια αισθήματα να έχω...
Γιατί αν το μάθουνε τα πρόβατα,
θα πέσουνε να με σπαράξουν...



Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018





Μανόλης Αναγνωστάκης

[Εκεί…]

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου — απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε θα ξέρεις.

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, 
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).