Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016




Καλή χρονιά Χρόνε μου

Τις τελευταίες μέρες χιόνιζε χωρίς σταματημό. Όταν δούλευε το χαιρόταν όμως δεν είχε χρόνο για να το ζήσει. Από τότε που έμεινε άνεργη οι εποχές προχωρούσαν χωρίς αυτήν. Την προηγούμενη μέρα είχε τελειώσει και το ψωμί. Το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τήν εγκατέλειψε και ο σκύλος της, για ένα κόκκαλο φαρμακωμένο που ξέθαψε στο δρόμο. Τον έκλαψε· σύντροφος ο Χρόνος. Ήταν η βιταμίνη της ψυχής της, ζέσταινε τις νύχτες της. Τον βρήκε κουτάβι να τρέμει στην πόρτα της και γέρασαν μαζί. 
Έγραψε ένα γράμμα στον άγιο Πέτρο των σκύλων και το κρέμασε στο λαιμό του Χρόνου, μ' ένα κορδελάκι κόκκινο –το αγαπούσε το κόκκινο ο Χρόνος– να το διαβάσει ο άγιος και να τον βάλει μαζί με τους ανθρώπους, γιατί ήταν καλό σκυλί και πιστό. Ύστερα, περίμενε να νυχτώσει για να τον θάψει. 
Μόλις σκοτείνιασε για τα καλά τον τύλιξε με την κουβερτούλα του, τον πήρε αγκαλιά  και ξεκίνησαν. Το χιόνι και το φορτίο της τη δυσκόλεψαν να φτάσει στο κοιμητήριο. Βρήκε την καγκελόπορτα κλειδωμένη. 
«Τι τα θέλουν τα κάγκελα, αφού οι νεκροί δεν δραπετεύουν;», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε κι απάντηση δεν πήρε. 
Τα καντήλια τρεμόσβηναν απ' τον αέρα και τα δάκρυα. Έδεσε τις τέσσερις άκρες της κουβέρτας μαζί, κρέμασε τον Χρόνο στην πλάτη της και σκαρφάλωσε στα κάγκελα. 
Τον έθαψε στην άκρη του κοιμητηρίου, κοντά στον μαντρότοιχο. Έσκαψε ένα λάκκο κάτω από το χιόνι, με τα νύχια της, και τον ακούμπησε απαλά, σαν νεογέννητο στην αγκαλιά της πρωτόγεννης μάνας του. Του ψιθύρισε στ' αφτί καλό ταξίδι και τον σκέπασε με χώμα, για πάντα. Ύστερα μετακίνησε πάνω του μια μεγάλη πέτρα, μη τυχόν και τον πάρει είδηση μάτι περαστικό, μέχρι το χορτάρι της άνοιξης να σβήσει τα ίχνη της ταφής του. 
Ξάπλωσε δίπλα του, αγκάλιασε την πέτρα, σαν να ήταν το κορμί του, κι έκλεισε τα μάτια της. 
«Καλή χρονιά Χρόνε μου», είπε. 




Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016





Συναίνεση

Όσο κι αν σύρω το ποδάρι
είναι κουτσό δεν σε προφταίνω  
θολή αρπάζεσαι από κρύους τοίχους,
χαράζοντας γραμμές σε μαύρη οθόνη.

Φύτρα γερή η δύναμή σου,
πάνω σε  χέρια που αγγίξαν
της μήτρας σου τα μαλακά σκοτάδια,
φιλοδοξεί ζωή να σου γυρίσουν

Εσύ, συναίνεση θα δίνεις
σε μάτια ανάξια να σε πείσουν
πως δεν θ’ αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος,
που σας κρατάει ζεστούς μέσα στο χρόνο

κι εγώ λειψός, Ήφαιστος, μόνος
με σίδερο σβηστό ξορκίζω
αέρα και βροχή, που συναινούνε  
στον ενταφιασμό της Περσεφόνης




Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016




   ars poetica 


το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για τη μέσα έκφραση της ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα 
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα. 
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες το μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι και οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες το πυκνό σκοτάδι τους σαν τ' αχαμνά ζωύφια 
τυχαίες, σκοτωμένες απ' το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες. 

από τη Συλλογή ''Ο δύσκολος θάνατος''
του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου 


Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016



απώλειες

δένουν τα μάτια σου κλωστές
ακούσιας φυγής
κι ανάμεσά τους σκάβουνε 
του τέλους τη ρυτίδα
το στόμα σου είναι σφιχτό
από τις προσμονές
αντίβαρο στο θάνατο
η ατέλειωτη παρτίδα

της κεφαλής το σκύψιμο
στην άδεια πολυθρόνα
θολώνει αργά στα μάτια μου
μαζί με την εικόνα
σταγόνες στο παράθυρο                  
χαράζουνε το κρίμα  
τα τελευταία ρούχα σου
πίνουν βροχή στο σύρμα

 κα. πα.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016






Υγρό χώμα

Όπως 
και να φυσήξει 
ο ουρανός μας 
xειμωνιάζει
Απουσιάζει
το άσεμνο ρούχο 
του καλοκαιριού
Να γιατί το φθινόπωρο 
κλαίει με πάθος 
τη βροχή
Νιώθει τα παγωμένα 
δάκρυα 
μια γραντζουνιά
ακόμη
Μη φοβάσαι 
Το τελευταίο 
φύλλο θα πέσει
στο υγρό χώμα


Ανέκδοτο ποίημα της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου, της οποίας η πρώτη ποιητική συλλογή έχει τον τίτλο "Ναυς των ονείρων"



Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016







απουσία

Ορκίζομαι 
εκδίκηση να πάρω από τη νύχτα 
που χαρτογραφεί τις ψευδαισθήσεις μου
να υπάρξεις πάλι 
Με πνίγει η ανάγκη τα μάτια μου να κλείσω
το μάγουλο ν’ αφήσω στην παλάμη σου
πριν γίνει ο ύπνος σου
μέγιστη απουσία.






Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016







Η δικιά μου η Σάρα 
είναι θαμμένη στην Βαρσοβία  
από εκείνη τη νύχτα 
Νοέμβρης  ήταν 
στο shlomo bar 

Αυτή την ώρα 
στην στροφή του Μαλιακού
η θάλασσα κρύβεται
χωρίς καλές προθέσεις…

κι εγώ δεν ξέρω 
σε ποια γλώσσα να καταγγείλω
αυτό που συμβαίνει…



Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016








Στις 30 του Σεπτέμβρη η Κατερίνα Παπαδημητρίου ανάρτησε στο fb το παρακάτω ποίημά της:

Εγώ τις λέξεις τις περίσσεψα
να φτάσουν, να χορτάσουν 
κι όταν δεν είχαν πια προορισμό
τις μοίρασα 
μα όσο κι αν πάσχισα να τις γυαλίσω 
θολές κι ανήλιαγες
μέσα απ' τα δάχτυλα
μέσα απ' τα δόντια
γλιστρούν 
μου απομένουν σύμφωνα
σε συμφωνίες παλίνδρομες
με οδηγούν
να συσκευάζω ρήματα
σε υποτακτικές αθέλητες
δεν μου ανήκουν
οριστικές απάτητες
λέξεις ποινές 
λέξεις να φταις...


Στο μυαλό μου κόλλησαν οι δύο τελευταίοι στίχοι, «Λέξεις ποινές, λέξεις να φταις...». Τριγύριζαν σφυρίζοντας εκδοχές διάφορες μέχρι που άρχισα ν’ ανησυχώ για τη συνέχεια. Και τότε, το χέρι μου, το δεξί για την ακρίβεια, άρχισε να γράφει μόνο του. Μπορεί αυτό να σημαίνει ότι σκέφτομαι με το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου, ή πως η συγκεκριμένη διαδικασία έγινε γι' αποφόρτιση. Όπως και να έχει, δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο κράτησε. 
    Εκείνο το βράδυ δεν είπα καληνύχτα στο χαρτί, ούτε έσβησα το φως. Το επόμενο πρωί θρήνησα μία αναχώρηση. Τις δύο επόμενες μέρες, το μπλοκάκι μου κούρνιαζε κάτω από το κρεβάτι μαζί με το μολύβι του. Την τρίτη μέρα, κάποια στιγμή, πάτησα μια άκρη του, που εξείχε και το μάζεψα. Στο πάνω μέρος της σελίδας το γραπτό εκείνης της νύχτας με κορόιδευε. «Δεν είμαι εγώ που το ’γραψα», είπα όταν το ξαναδιάβασα. Γιατί να το γράψω, άλλωστε; Αυτό, εκεί, επέμενε να μου δείχνει τη γλώσσα του.  
    Αγρίεψα κι άρχισα να παλεύω μαζί του. Το πλάκωσα με ένα βαρύ βιβλίο αλλά ξεμύταγε από το πλάι. «Εδώ είμαι», μου έγνεφε. Το πέταξα στο πάτωμα, το πάτησα, το τίναξα. Ούτε γράμμα δεν ξεκόλλησε να πέσει. Όσο κι αν το βασάνιζα αυτό υπέμενε, σαν προετοιμασμένο.  
    Σήμερα το πρωί αποφάσισα να το ξαναδώ. Παλέψαμε, αντιστάθηκε, επέμεινα μέχρι που συνεργάστηκε και νόμισα πως το νίκησα. Για να δούμε. Θα σταθεί; 


να θες 

λέξεις ποινές, λέξεις να φταις, 
μου λες πως σε πονάνε 
αίμα σου τάζουνε σκυφτές 
κι άγρια σε χτυπάνε 

τους φόβους σου παράτησες
σε κρίσεις κι επικρίσεις
στον κόρφο σου τις κράτησες 
μήπως και τις κερδίσεις

ρήματα σ' υποτακτικές 
να συσκευάσεις όρμησες 
θα σφίξεις τις προστακτικές
μέσα απ' τα δόντια νόμισες 

δεν στάθηκαν οι κλητικές 
ξέφυγαν οι παλίνδρομες
στα δάχτυλά σου οι αμυχές 
δαγκωματιές αμφίδρομες

κι όσες στρυφνές κι ανοίκειες
με πείσμα τις πολέμησες 
δεν είχαν επιείκειες 
άκαμπτες, δεν τις γκρέμισες 

κι αν τέτοιες λέξεις ζήταγες
να τις μετράς, δεν φτάνουν, 
είναι θολές κι ανήλιαγες,
ανάγκες να ζεστάνουν

μα, άλλες υπάρχουνε πολλές 
λέξεις, να θες τις λένε
δεν είναι κούφιες και θολές
χαμογελούν δεν καίνε 

λέξεις να θες, που στην ψυχή
ταιριάζουν, δεν πονάνε 
δεν έχουν ανθρωπιά ρηχή
και μάσκες δεν φοράνε

αυτές τις λέξεις τα παιδιά,
μόνο, τις ανασταίνουν 
είναι γλυκές και στην καρδιά
κουρνιάζουν κι ανασαίνουν 

όταν τις φτάσεις να σταθείς 
να μην τις προσπεράσεις 
στα γκέμια τους αν κρατηθείς 
αντίπερα θα φτάσεις

Αφιερωμένο στην Κατερίνα Παπαδημητρίου, με πολλά ευχαριστώ

Η Κατερίνα Παπαδημητρίου είναι Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής και Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016







Είπες, για πάντα
δεν διαρκεί ούτε ο πόνος
Πώς να σε λέω τώρα
που το σημάδι σου
έγινε μαύρη τρύπα
Όλο μικραίνει
ο κύκλος της
κι ως να χαθεί η σκιά
που ακουμπάει τη ζωή μου
τυφλά θα σημαδεύω
στη μεριά του φεγγαριού
μην κι επιστρέψεις



Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016







ενέδρες 

βελούδινα η μνήμη
αναμοχλεύει αυταπάτες
τις επικρίσεις ξεγελάει
μ’ εύκολες ερμηνείες   
απόσταση κρατάει
απ’  όσα έγιναν
σ’ αυτά που θα συμβούν
ζεύει τους φόβους μου
ποτέ δεν ήμουν
ακριβώς αθώος
απέναντι στους θύτες
και τα θύματά μου
το νόσημά μου παιδικό
ενέδρες στήνει
στους νεκρούς
με υπνοβασίες 



Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016




Οι δικές μου λέξεις 

Να γράψω θέλω
λέξεις εξαιρετικές, 
δεσπόζουσες, ξεχωριστές,
χρωματιστές κι αέρινες,
με ήχους θαυμαστούς 
και με δαντέλλες 
να μ’ αγγίζουν

Να γράψω θέλω
μα οι δικές μου λέξεις 
είναι οδυνηρές, 
αιμάσσουσες, φτωχές
να δείξουνε χαρές, 
σέρτικες και βαριές
για να σταθούν 

Γερτές θρηνούν 
την έλλειψή μου



Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016






photo from pina bausch, love



Πηγή: Χορολόγιον-Μαρία Σταματάκη


κι αν πεινάς μετάλαβέ με
φύκια, κοχλίες, θάλασσα
- θάλασσα βρώμικη- 
κίτρο, κυδώνια, μούστος
μοσχάτο σε ξύλο από αγιορείτικο ψαλτήρι
ρετσίνι, φλισκούνι, μέντα
πρόσφορο σε λειτουργία
τάμα μια νύχτα στον κλήδονα

κι αν πεινάς μετάλαβέ με
ούζο και χτένια της θάλασσας

μ.σ.



Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016







Σκηνές παραθαλάσσιες...

Τον λέγανε Γιώργο και όλο γκρίνιαζε.
«Γιώργο έλα ’δω», φώναζε η μεγάλη κυρία. Η μικρή κυρία κάπνιζε, μετρώντας τα προβατάκια της θάλασσας.
«Γιώργο, μην πας στη βρύση. Έλα πίσω». Αδιάφορος ο Γιώργος.
«Όχι δεν έρχομαι», είχε μπουχτίσει με τόσα «μη» το παιδί. Φαινόταν.
«Γιώργο, άσε το γατί. Θα σε γρατσουνίσει. Μην το πιάνεις από την ουρά».
«Γιώργο, θα πετάξεις τα ποτήρια κάτω».
Ο Γιώργος είναι ντυμένος στα μπλε, σορτσάκι και τζόκεϊ με το γείσο γυρισμένο στον αυχένα. Κλωτσάει το τραπέζι και με ένα πλαστικό ποτήρι το χτυπάει, αναπαράγοντας ήχους μοναστηριακού σήμαντρου.
«Γιώργο, σταμάτα. Δες το σκυλί, πως σε κοιτάζει. Θα το αφήσω να σε δαγκώσει».
«Πες του και ’συ κάτι. Δεν τον βλέπεις τόση ώρα;», λέει η μεγάλη κυρία στη μικρή.
«Γιώργο θα σε μαλώσω», λέει η μικρή κυρία και προσπαθεί ν’ ανάψει νέο τσιγάρο. Η μεγάλη κυρία χάνει την ψυχραιμία της.
«Γιώργο, κάτσε ήσυχα! Θα σου τις βρέξω!», λέει.
Ο Γιώργος βγάζει το τζόκεϊ και χτυπάει τη μεγάλη κυρία στο κεφάλι.
«Γιώργο σταμάτα, επιτέλους!», τσιρίζει η μικρή κυρία και, αυτόματα, γυρίζει προς την αντίθετη πλευρά, προσπαθώντας ν’ ανάψει το εκατοστό τσιγάρο της. Ο Γιώργος, ουρλιάζοντας, σπρώχνει το τραπέζι. Ό,τι γυάλινο υπήρχε πάνω σ’ αυτό διαμελίζεται στις πλάκες του παραθαλάσσιου καφενείου, παράγοντας αρμονικό ήχο με τις στριγκλιές της μεγάλης κυρίας, από τις οποίες δεν βγαίνει νόημα.
Η μικρή κυρία καπνίζει αρειμανίως. Ο Γιώργος αρχίζει να τρέχει, παίρνει μια πέτρα και σταματάει μπροστά στο σκυλί με το χέρι σηκωμένο. Το σκυλί αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και αρχίζει να γαβγίζει. Δεν μπορεί να το βάλει στα πόδια, είναι δεμένο.
Η κυρία του σκύλου προσπαθεί να μιλήσει όσο πιο ευγενικά γίνεται και να ηρεμήσει το παιδάκι, που κατάφερε ν’ αγριέψει τον σκύλο της. Καταφτάνει η μεγάλη κυρία φωνάζοντας:  
«Γιώργο, σταμάτα! Θα σε δαγκώσει το σκυλί!».
«Φοβάται τα σκυλιά;», ρωτάει η κυρία του σκύλου την μεγάλη κυρία.
«Κι εσείς άμα είσασταν τεσσάρων χρονών και σας γάβγιζαν θα τα φοβάσασταν».
Ο Γιώργος πετάει την πέτρα στο σκυλί, γαβγίζοντας.
«Να, τον γάβγισα κι εγώ, για να μάθει», λέει.
«Θα έπρεπε να δέσω το παιδί με το λουρί του σκύλου και να το πάρω μαζί μου, να το εκπαιδεύσω, αλλά δεν αξίζει. Έχω δαπανήσει πολύ χρόνο για να μάθω το σκυλί μου να φέρεται», μου λέει η κυρία του σκύλου.     
Τι να πω; Δεν είπα τίποτα.   


Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016







μητροκτόνος

άνασσα δολοπλόκα θάλασσα
δίγαμη εσύ του πόθου και του όλεθρου
πες μου, μαρτύρα μου πότε και πώς
την έχασες την αθωότητά σου.
τα μυστικά τα μύχια ξέβρασε
μαζί με των νεκρών σου τα κτερίσματα.
λύγισε στα χτυπήματα
(εγώ πώς λύγισα)
νιώσε τον πόνο τον απόκοτο
σε μαστιγώνω, δες,
με τ’ ακροδάχτυλα των βλοσυρών χεριών μου
κύκλους εγώ-κεντρους ορίζοντας
σε βασανίζω.
κηρύσσω πετροπόλεμο στην παντοδυναμία σου
οχυρωμένη στου γιαλού σου
τον κλαυθμό τον ανοχύρωτο.
ανεμοδείχτη για ούριο άνεμο
προτρέπω το φτερό του γλάρου
κι έναν αλήτη σκύλο ξέμπαρκο
που ψάχνει μ’ εγκαρτέρηση τον οδυσσέα του
σύμμαχο τον πλειστηριάζω.
σε επικηρύσσω, λατρευτή μου,
και, μητροκτόνος πια,
αναζητώ ομφάλιο λώρο
στην εκκωφαντική σιγή της θλίψης μου.

μαρία σύρρου
 (από την υπό διάπλαση συλλογή «τα λογοκριμένα»)







Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016







φωτογραφία  Lee Jeffries 



Κοιλάρφανο τον μεγάλωσε· η μόνη μάνα που γνώρισε. Δύο αδέλφια του χάρισε και δεν τον ξεχώρισε, ήτανε πάντα ο πρώτος της γιος. Ξέσκεπη τον προσκύναγε, ντυμένο γαμπρό στην εκκλησία, και τον έκλαιγε. Αμίλητη
Έσκυψα και φίλησα τα σταυρωμένα χέρια της. Φόρο τιμής ν’ αποδώσω σ' αυτή τη μάνα, που αποχαιρετούσε το παιδί της.   

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016





από το όξος της προσμονής μου


αξιότιμοι ταραξίες
συμπαθείς κατήγοροι
καταπιεσμένοι υπερασπιστές
ανοργασμικοί επιβήτορες
καθηλωμένων συνειδήσεων
απινιδωτές μιας κάστας
εκφυλισμένων παθήσεων
οι φτέρνες μου σκίζονται
από τον πόθο να πετάξουν
ν’ αφήσουν πίσω τους
το χρόνο και την αίσθηση
πως πάλεψαν στο περίπου
συκοφαντημένοι
αποκλειστικά ένοχοι
μ’ εξαίσια προνόμια
ευνοημένοι
καταδικασμένοι
στον άθλιο μύθο
της επιβίωσης
μεγαλόψυχοι αρνητές
ετοιμοθάνατης αξίας
τρύγησα τη ζωή μου
έθαψα νεκρούς
και ξεκίνησα
να γευθώ το θάνατο
μου αρκεί
μια φέτα σταρένιο ψωμί
να σφουγγίσω το λάδι
που οξειδώνεται
από τον ιδρώτα
της νεκρής σάρκας μου



Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016






Η Τέχνη Του Θανάτου


Απόψε με ειρωνεία με κρεμάς σε τοίχο 
με καρφιά, δειλή με λες 
γιατί μού φαίνεται ο θάνατος 
ωραίος όπως ο έρωτας 
Δυο αρχέγονοι Θεοί αδυναμίας 
ή νίκης 
Με στήνεις στον τοίχο για όλους 
όσοι αυτόχειρες πέρασαν 
το ποτάμι με χρυσό νόμισμα 
στα κλεισμένα χείλια 
Δειλοί; Να 'ξερες μόνο πόσους 
πόνους φορτωμένοι προχωρούσαν 
και μάζευαν 
Κλεισμένοι από καιρό σε κουτιά 
αδικίας και δίκης 
διάλεξαν τρόπο να πετάξουν 
Εγώ δεν βρήκα παρά μόνο 
τρόπο να βασανιστώ 
φωνάζοντας βοήθεια σε κλειστά αυτιά 
Βλέπεις για να πεθάνεις θέλει τέχνη 
κι εγώ μονάχα γελωτοποιός 
ξέρω να είμαι, τυφλός παλιάτσος 
Μαζεύω διάσπαρτα τα λόγια 
για της μοναξιάς τις ώρες δάκρυα τα κάνω 
Δειλή ναι, που δε σου φώναξα 
πως τη σκιά αγαπημένου φίλου έψαχνα 
να μην πεθάνω 
Στημένη απόψε σ' ένα τοίχο με καρφιά 
ζωγραφισμένο ψεύτικες δηλώσεις 
κάτι θα δώσω της ζωής 
να πάει μπροστά κι εγώ θα μείνω 
να διαβάζω υποσημειώσεις 
Όταν θα μάθουν να μ' ακούν όσοι αγαπώ 
αν προλαβαίνω θα γυρίζω μες το φως 
αλλιώς ένα παράθυρο ανοιχτό 
στο πλάι να μου φτιάξετε να βλέπω 
τους δυνατούς που 'μαθαν να ακούν 
αρίστως τη φωνή τους κι επιχαίρουν...


Ελένη Ζάχαρη


Η Λένη το σημάδεψε 
"...αφιερωμένο σε Κριτή αγαπημένο..."