Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016




Οι δικές μου λέξεις 

Να γράψω θέλω
λέξεις εξαιρετικές, 
δεσπόζουσες, ξεχωριστές,
χρωματιστές κι αέρινες,
με ήχους θαυμαστούς 
και με δαντέλλες 
να μ’ αγγίζουν

Να γράψω θέλω
μα οι δικές μου λέξεις 
είναι οδυνηρές, 
αιμάσσουσες, φτωχές
να δείξουνε χαρές, 
σέρτικες και βαριές
για να σταθούν 

Γερτές θρηνούν 
την έλλειψή μου



Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016






photo from pina bausch, love



Πηγή: Χορολόγιον-Μαρία Σταματάκη


κι αν πεινάς μετάλαβέ με
φύκια, κοχλίες, θάλασσα
- θάλασσα βρώμικη- 
κίτρο, κυδώνια, μούστος
μοσχάτο σε ξύλο από αγιορείτικο ψαλτήρι
ρετσίνι, φλισκούνι, μέντα
πρόσφορο σε λειτουργία
τάμα μια νύχτα στον κλήδονα

κι αν πεινάς μετάλαβέ με
ούζο και χτένια της θάλασσας

μ.σ.



Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016







Σκηνές παραθαλάσσιες...

Τον λέγανε Γιώργο και όλο γκρίνιαζε.
«Γιώργο έλα ’δω», φώναζε η μεγάλη κυρία. Η μικρή κυρία κάπνιζε, μετρώντας τα προβατάκια της θάλασσας.
«Γιώργο, μην πας στη βρύση. Έλα πίσω». Αδιάφορος ο Γιώργος.
«Όχι δεν έρχομαι», είχε μπουχτίσει με τόσα «μη» το παιδί. Φαινόταν.
«Γιώργο, άσε το γατί. Θα σε γρατσουνίσει. Μην το πιάνεις από την ουρά».
«Γιώργο, θα πετάξεις τα ποτήρια κάτω».
Ο Γιώργος είναι ντυμένος στα μπλε, σορτσάκι και τζόκεϊ με το γείσο γυρισμένο στον αυχένα. Κλωτσάει το τραπέζι και με ένα πλαστικό ποτήρι το χτυπάει, αναπαράγοντας ήχους μοναστηριακού σήμαντρου.
«Γιώργο, σταμάτα. Δες το σκυλί, πως σε κοιτάζει. Θα το αφήσω να σε δαγκώσει».
«Πες του και ’συ κάτι. Δεν τον βλέπεις τόση ώρα;», λέει η μεγάλη κυρία στη μικρή.
«Γιώργο θα σε μαλώσω», λέει η μικρή κυρία και προσπαθεί ν’ ανάψει νέο τσιγάρο. Η μεγάλη κυρία χάνει την ψυχραιμία της.
«Γιώργο, κάτσε ήσυχα! Θα σου τις βρέξω!», λέει.
Ο Γιώργος βγάζει το τζόκεϊ και χτυπάει τη μεγάλη κυρία στο κεφάλι.
«Γιώργο σταμάτα, επιτέλους!», τσιρίζει η μικρή κυρία και, αυτόματα, γυρίζει προς την αντίθετη πλευρά, προσπαθώντας ν’ ανάψει το εκατοστό τσιγάρο της. Ο Γιώργος, ουρλιάζοντας, σπρώχνει το τραπέζι. Ό,τι γυάλινο υπήρχε πάνω σ’ αυτό διαμελίζεται στις πλάκες του παραθαλάσσιου καφενείου, παράγοντας αρμονικό ήχο με τις στριγκλιές της μεγάλης κυρίας, από τις οποίες δεν βγαίνει νόημα.
Η μικρή κυρία καπνίζει αρειμανίως. Ο Γιώργος αρχίζει να τρέχει, παίρνει μια πέτρα και σταματάει μπροστά στο σκυλί με το χέρι σηκωμένο. Το σκυλί αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και αρχίζει να γαβγίζει. Δεν μπορεί να το βάλει στα πόδια, είναι δεμένο.
Η κυρία του σκύλου προσπαθεί να μιλήσει όσο πιο ευγενικά γίνεται και να ηρεμήσει το παιδάκι, που κατάφερε ν’ αγριέψει τον σκύλο της. Καταφτάνει η μεγάλη κυρία φωνάζοντας:  
«Γιώργο, σταμάτα! Θα σε δαγκώσει το σκυλί!».
«Φοβάται τα σκυλιά;», ρωτάει η κυρία του σκύλου την μεγάλη κυρία.
«Κι εσείς άμα είσασταν τεσσάρων χρονών και σας γάβγιζαν θα τα φοβάσασταν».
Ο Γιώργος πετάει την πέτρα στο σκυλί, γαβγίζοντας.
«Να, τον γάβγισα κι εγώ, για να μάθει», λέει.
«Θα έπρεπε να δέσω το παιδί με το λουρί του σκύλου και να το πάρω μαζί μου, να το εκπαιδεύσω, αλλά δεν αξίζει. Έχω δαπανήσει πολύ χρόνο για να μάθω το σκυλί μου να φέρεται», μου λέει η κυρία του σκύλου.     
Τι να πω; Δεν είπα τίποτα.   


Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016







μητροκτόνος

άνασσα δολοπλόκα θάλασσα
δίγαμη εσύ του πόθου και του όλεθρου
πες μου, μαρτύρα μου πότε και πώς
την έχασες την αθωότητά σου.
τα μυστικά τα μύχια ξέβρασε
μαζί με των νεκρών σου τα κτερίσματα.
λύγισε στα χτυπήματα
(εγώ πώς λύγισα)
νιώσε τον πόνο τον απόκοτο
σε μαστιγώνω, δες,
με τ’ ακροδάχτυλα των βλοσυρών χεριών μου
κύκλους εγώ-κεντρους ορίζοντας
σε βασανίζω.
κηρύσσω πετροπόλεμο στην παντοδυναμία σου
οχυρωμένη στου γιαλού σου
τον κλαυθμό τον ανοχύρωτο.
ανεμοδείχτη για ούριο άνεμο
προτρέπω το φτερό του γλάρου
κι έναν αλήτη σκύλο ξέμπαρκο
που ψάχνει μ’ εγκαρτέρηση τον οδυσσέα του
σύμμαχο τον πλειστηριάζω.
σε επικηρύσσω, λατρευτή μου,
και, μητροκτόνος πια,
αναζητώ ομφάλιο λώρο
στην εκκωφαντική σιγή της θλίψης μου.

μαρία σύρρου
 (από την υπό διάπλαση συλλογή «τα λογοκριμένα»)







Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016







φωτογραφία  Lee Jeffries 



Κοιλάρφανο τον μεγάλωσε· η μόνη μάνα που γνώρισε. Δύο αδέλφια του χάρισε και δεν τον ξεχώρισε, ήτανε πάντα ο πρώτος της γιος. Ξέσκεπη τον προσκύναγε, ντυμένο γαμπρό στην εκκλησία, και τον έκλαιγε. Αμίλητη
Έσκυψα και φίλησα τα σταυρωμένα χέρια της. Φόρο τιμής ν’ αποδώσω σ' αυτή τη μάνα, που αποχαιρετούσε το παιδί της.   

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016





από το όξος της προσμονής μου


αξιότιμοι ταραξίες
συμπαθείς κατήγοροι
καταπιεσμένοι υπερασπιστές
ανοργασμικοί επιβήτορες
καθηλωμένων συνειδήσεων
απινιδωτές μιας κάστας
εκφυλισμένων παθήσεων
οι φτέρνες μου σκίζονται
από τον πόθο να πετάξουν
ν’ αφήσουν πίσω τους
το χρόνο και την αίσθηση
πως πάλεψαν στο περίπου
συκοφαντημένοι
αποκλειστικά ένοχοι
μ’ εξαίσια προνόμια
ευνοημένοι
καταδικασμένοι
στον άθλιο μύθο
της επιβίωσης
μεγαλόψυχοι αρνητές
ετοιμοθάνατης αξίας
τρύγησα τη ζωή μου
έθαψα νεκρούς
και ξεκίνησα
να γευθώ το θάνατο
μου αρκεί
μια φέτα σταρένιο ψωμί
να σφουγγίσω το λάδι
που οξειδώνεται
από τον ιδρώτα
της νεκρής σάρκας μου