Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019


Πρώτη δημοσίευση:

www.bonusmallmag.gr

Μαραθώνιος 1896




Ο Μαραθώνιος 

«Ποιος ήταν ο νικητής του πρώτου ολυμπιακού Μαραθωνίου το 1896;» ρωτάει ο παρουσιαστής της τηλεοπτικής εκπομπής.
Η νεαρά μπομπονιέρα καρφώνει το βλέμμα της στο ταβάνι και σκέφτεται, παίζοντας με μια μπούκλα από τα μαλλιά της.
«Νερουλάς ήταν ο τύπος που το τερμάτισε. Μμμ, δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του» ψιθυρίζει με τη ροζ φωνή της.
Τζάμπα υπολόγισα στον αντιπερισπασμό της τηλεόρασης, μετά τη δεύτερη αλλαγή στο πλάνο δεν κατάφερνα να συντονίσω ήχο και εικόνα. Οι ατάκες τρύπαγαν τις σκέψεις μου και ο νους μου, υποκλινόμενος στην αυτοσυντήρηση, έμπαινε κατευθείαν στο αύριο. Τι τα ήθελα εγώ αυτά; Το «δέκα μετράς μία κόβεις» με βόλευε. Τουτέστιν, σκέψου πριν αγοράσεις. Με άλλα λόγια, μην προτρέχεις και κατά συνέπεια μην τρέχεις, πάτα στα πόδια σου σταθερά και άσε να κόψει το νήμα κάποιος άλλος. Άλλωστε φαινόταν ότι δεν τα πήγαινα καθόλου καλά με το τρέξιμο. Τη μία σκόνταφτα όπου εύρισκα, την άλλη γύριζα αστράγαλο μέσα σε λακκούβα, την τρίτη μού ερχόταν μία ζαλάδα και το κεφάλι μου άρχιζε να χτυπάει σαν γκαζοτενεκές· εν ολίγοις, αν είναι να σκέφτεσαι δέκα ώρες για μια άμεση αντίδραση δε φτουράς, καλύτερα να την αναβάλεις. Κι εγώ αυτό έκανα, την ανέβαλα συνεχώς.  
          Ένας καλεσμένος στην εκπομπή, που δήλωνε προπονητής, προσπαθούσε να με πείσει πως όλα τα έκανα λάθος μόνο και μόνο επειδή τα σκεφτόμουν λάθος. Επέμενε πως το μυστικό συστατικό της επίδοσης βρίσκεται μέσα μας και ότι μπορούμε να τρέξουμε πολύ καλά, ακόμα κι αν δεν έχουμε προπονηθεί ιδανικά για τον αγώνα μας. Τώρα, εμένα αυτό με βόλευε και, καθώς εκείνος επαναλάμβανε πως το είχε δει να συμβαίνει ξανά και ξανά, κόντευα να το πιστέψω.   
Βέβαια, αυτό δεν με εμπόδιζε να παραδεχτώ ότι για δεύτερη φορά είχα αποφασίσει απερίσκεπτα να λάβω μέρος σε μαραθώνιο. Η πρώτη ήταν στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου – εξατάξιο ακόμα – ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια πριν. Η καθηγήτρια της γυμναστικής απογοητευμένη για τη μεγάλη αποχή από το μάθημά της έριξε το δόλωμα «οι πρώτοι είκοσι, που θα τερματίσουν στον μαραθώνιο, θα πάρουν είκοσι» κι εγώ τσίμπησα. Έτρεξα, τερμάτισα στη δέκατη όγδοη θέση και λιποθύμησα. Το εικοσάρι όμως το πήρα·  χαλάλι οι φουσκάλες στα πόδια από τις ελβιέλες.   
Άφησα την τηλεόραση να μουρμουρίζει και σκεφτόμουν ότι στα χρόνια που πέρασαν από τότε δεν είχα ξανατρέξει σε Μαραθώνιο. «Τι τα θες εσύ αυτά;» μονολογούσα κι άλλαζα πλευρό, ξανά και ξανά, μπας και έρθει ο ύπνος να με πάρει. Που τέτοια τύχη. Τα «πρέπει» με πλάκωναν όλα μαζί: να μην ανησυχώ, να ηρεμίσω, να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ για τον αγώνα. Τι είχα να χάσω; Άλλωστε, τόσοι μεγάλοι άνθρωποι θα έτρεχαν μαζί μου.   
Η Εύα με παρακίνησε, αυτή έφταιγε· φίλη να σου πετύχει. Τελευταία είχε αφήσει τους άντρες στην ησυχία τους και είχε περιλάβει εμένα. Στενό μαρκάρισμα και υποδείξεις· κοίτα πως κατάντησες και πόσα κιλά πήρες τελευταία και η καθιστική ζωή είναι θάνατος και θα πεθάνεις στην καρέκλα. Βέβαια, σκεφτόμουν, δεν είναι και το καλύτερο πράγμα να πεθαίνεις σε κρεβάτι με παυσίπονα αλλά αυτό με την καρέκλα δεν το άντεχα· με φόβιζε περισσότερο. Παρότι δεν ήθελα ν’ αποφασίσω από φόβο, τελικά βαρέθηκα να την ακούω, βάφτισα την επιμονή της ενδιαφέρον και είπα το «ναι» με βαριά καρδιά, χωρίς να το πάρω απόφαση.   
«Έχετε τρέξει ποτέ σε μαραθώνιο;» είπε ο παρουσιαστής μέσα από ένα μακρινό πλάνο και σκέφτηκα πως ήταν ένα καλό ερώτημά προς τη φραουλίτσα.  
«Έχω στα παιδικά μου» είπε εκείνη και τίναξε υπεροπτικά τη φράντζα, που έκρυβε το ένα μάτι της.
«Τα παπούτσια;» ρώτησε πάλι ο παρουσιαστής.
«Όχι καλέ, στα μικράτα μου. Πως το λένε;»
          Ούτε ήξερα πως το λέγανε κι ούτε είχα καταλάβει. Όμως, ο σχετικός που παρακολουθούσε απευθύνθηκε σε μένα:
          «Είναι σημαντικό να σταματήσετε να βάζετε τρικλοποδιές στον εαυτό σας. Εσείς βάζετε τα όρια όχι εκείνος. Εκεί είναι το κλειδί.»
          «Εύκολο να το λες» είπε η φραουλίτσα κι έξυσε το μέτωπό της.
Συμφώνησα μαζί της. Αυτή τη φορά είχαμε καταλάβει και οι δύο. Είδα κι έπαθα μέχρι να κατεβάσω τα πόδια μου από το κρεβάτι. Ύστερα, άφησα την τηλεόραση να παίζει και χώθηκα στο ντους με κλειστά μάτια. Το νερό έτρεχε πάνω μου αρκετή ώρα. Όταν ξύπνησα για τα καλά φόρεσα καθαρή φόρμα, πήρα ένα μπουκάλι νερό και βγήκα στη νύχτα. Ευτυχώς ο καιρός ήταν δροσερός και δεν εμπόδιζε την ανάσα μου.  
Έτρεξα τα 42.195 χιλιόμετρα του αυθεντικού μαραθωνίου μέσα στο σκοτάδι, χωρίς το «μπαμ» της εκκίνησης, χωρίς το δάσος των πολύχρωμων δρομέων, χωρίς να τσούζουν τα μάτια μου από τον ιδρώτα. Μέσα από τις υψομετρικές εναλλαγές της διαδρομής μέτρησα τα βήματα του πειραιώτη Χαρίλαου Βασιλάκου όταν, στις 10 Μαρτίου 1896, έτρεξε στον πρώτο σύγχρονο Μαραθώνιο δρόμο και τερμάτισε πρώτος, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά, και ...ήρθε δεύτερος.
Όλη τη νύχτα έτρεχα. Το πρώτο φως με βρήκε να τερματίζω στο άδειο Καλλιμάρμαρο. Μια καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα. Τα χειροκροτήματα του ήλιου, που έβγαινε από το πέταλο του σταδίου, μου τρυπούσαν τα μάτια. Η κούραση τραβούσε το σώμα μου στο έδαφος. «Δεν είμαι για τέτοια εγώ», σκέφτηκα και γύρισα πλευρό.



Σημείωση: 
Στις 10 Μαρτίου 1896 διεξήχθησαν οι πρώτοι σύγχρονοι Πανελλήνιοι Αγώνες, με κυριότερο στόχο να αναδειχθούν οι αθλητές που θα επάνδρωναν την ελληνική ομάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα. Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ήταν νεαροί νεοσύλλεκτοι του στρατού, οι οποίοι είχαν επιλεγεί από τους διοικητές τους εξαιτίας των ικανοτήτων τους στον αθλητισμό. Στον αγώνα νικητής αναδείχθηκε ο Βασιλάκος ο οποίος εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Αθήνα, με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά. Ο Βασιλάκος μαζί με άλλους 16 αθλητές αγωνίστηκε στον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Τερμάτισε στην 2η θέση, πίσω από τον Σπύρο Λούη, με χρόνο 3:06.03 και ήταν ένας από τους εννέα συνολικά που κατάφεραν να τερματίσουν.

Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bonusmallmag.gr/?fbclid=IwAR0ymg3pL3c1JK3NJ7ADACggQlz06wluuAK2Uy-z-u3SYrcz9S94ZvjlKLw


Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019



Σαν απόψε

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ λοιπόν, σαν απόψε, το χιόνι έξω απ’ το παράθυρο είχε φτάσει έως το πρεβάζι. Είπα, δε βαριέσαι, αυτή τη νύχτα ας μείνουν τα εξώφυλλα ανοιχτά να βλέπω το χιόνι που θα πέφτει.  
Γαλατερή η νύχτα απ’ την πυκνή χιονόπτωση. Η ησυχία, ένα σίγμα τελικό, που έβγαινε απ’ τα δόντια με την άχνα. Αραιά και που, τα φώτα κάποιου αυτοκινήτου ανέβαιναν από τη δημοσιά προς την πλατεία. 
Ξεκρέμασα την μπακιρένια χύτρα από την αλυσίδα του τζακιού, την ακούμπησα στη σιδεροστιά και το «φούντωσα» με ξύλα. Ύστερα, ξεσκέπασα το φαΐ, ν’ απολαχάνει όπως έλεγε η μάνα μου, έδιωξα το σκυλί που γλειφότανε μπροστά στη φλόγα, σαν το γατί που προμηνύει τη βροχή της επόμενης μέρας, και περίμενα τον κύρη μου να μπει για να σερβίρω το δείπνο. 
Ακούστηκε το καμπανάκι της αυλόπορτας και αμέσως μετά απανωτά χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, για να φύγει το χιόνι απ’ τα παπούτσια. Δρασκέλησα το σκυλί, που είχε κουλουριαστεί στα πόδια μου, και πήγα ν’ ανοίξω την πόρτα. Πάλι φορτώθηκε με ξύλα ως τα μάτια, σκέφτηκα.
Μπήκανε τρεις, λευκοντυμένοι με νιφάδες· ο κύρης μου, φορτωμένος ξύλα, ο Γιάννης και η Κική.
«Είδαμε το παραθυράκι σας φωτισμένο· το μόνο που ξεχώριζε από τη δημοσιά. Ανάψαμε τη σόμπα και ήρθαμε να καθίσουμε, μέχρι να ζεσταθεί το σπίτι μας. Στις ειδήσεις ακούσαμε για το χιόνι και το αποφασίσαμε αμέσως.» 
Ήτανε μια από τις ομορφότερες βραδιές της ζωής μου. Τη χύτρα με την κρεατόσουπα, που εν τω μεταξύ είχε απολαχάνει, τη στραγγίξαμε, ήπιαμε και μία νταμιτζάνα κρασί κουβεντιάζοντας δίπλα στο τζάκι μέχρι το ξημέρωμα.  

Ο Γιάννης έχει φύγει, χρόνια τώρα, και η Κική δεν ανεβαίνει πια να βρει το χιόνι στο χωριό. Ο κύρης μου παραπονιέται πως μεγάλωσε και κουβαλάει από νωρίς τα ξύλα έξω από την πόρτα. Ο σκύλος μας, γεράκος πια, γλείφεται σταθερά μπροστά απ’ το τζάκι. Όταν χιονίζει με πλησιάζει εκείνο το βράδυ και κάποιες φορές νομίζω πως ακούω χτυπήματα ποδιών στις πλάκες της αυλής, μέχρι να φύγει το χιόνι που κολλάει στα παπούτσια. Φαίνεται πως κάτι ακούει και το σκυλί, γιατί σηκώνει το κεφάλι του και αφουγκράζεται ακίνητο. Να, σαν απόψε ένα πράγμα.