Παρασκευή 5 Απριλίου 2019






Στο περιοδικό της παρέας bonusmall magaz❗️zin 
η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γράφει ιστορίες  
από το χθες, το σήμερα και το αύριο
στη στήλη 

"Γράφοντας μια ιστορία"

Πρώτη δημοσίευση 

Η αρχή

  
Διάλεξα ένα τραπέζι δίπλα στο κύμα κι αγνάντευα τη θάλασσα. Λίγο ν’ άπλωνα τα χείλη μου θα φίλαγα τα βότσαλα. Σε κάνα δυο ακόμα τραπέζια οι άνθρωποι μιλούσαν ήσυχα μεταξύ τους. Ευτυχώς ήταν όμορφα στη δροσιά γιατί η παραγγελία μας θα αργούσε. Από τότε που η επαρχία είχε γίνει περιφέρεια δεν βιαζόταν κανένας.  
Ένας νεαρός και το σκυλί του κοντοστάθηκαν μπροστά μου, ντερέκια και οι δύο. Και να ήθελα δεν μπορούσα ν’ αποφύγω το θέαμα. Ο δικός μου ο σκύλος, ευνουχισμένος χρόνια, έκανε «μούτες» κάτω απ’ το τραπέζι. Στο πρώτο «γρου» του ψιθύρισα «Κύριος» κι από τότε δεν έβγαλε άχνα· να μην ενοχλούμε και τους διπλανούς.  
Το ξένο ζωντανό τουρλώθηκε μια ευθεία από τη μύτη μου. Το αφεντικό του είχε ήδη προσπεράσει, κοιτάζοντας αδιάφορα τάχα τα κύματα. Είπα, δεν μπορεί, θα πισωγυρίσει, δίπλα του έγινε το «ξαλάφρωμα». Όμως, εκείνος συνέχισε ν’ απομακρύνεται ακόμα κι όταν το ζωντανό τουρλώθηκε ξανά.
«Κύριε» του φώναξα μα δεν μου απάντησε. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να εκτεθεί –«σκυλομάνα» είμαι. Ο δικός μου ο σκύλος με έγλυφε κάτω απ’ το τραπέζι.
«Κύριε» ξαναφώναξα, δυνατότερα αυτή τη φορά, και τότε γύρισε ενοχλημένος. Στο πρόσωπό του απλωνόταν μια ξινίλα κομμένης μαγιονέζας. «Κύριε, ξεχάσατε τα “κακάκια” του σκύλου σας» είπα δυνατά αλλά ευγενικά. Έδειχνε να μην καταλαβαίνει από πού ερχόταν η φωνή, σαν να μην άκουγε. Σηκώθηκα και πήγα κοντά του.
«Θα σας παρακαλούσα να μαζέψετε τα “ξαλαφρώματα” του ζώου σας», είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα, προσπαθώντας και σβήσω και το παραμικρό ίχνος ειρωνείας από την έκφρασή μου.
«Θα τα μαζέψω» είπε κι έκανε πάλι να φύγει.
«Περιμένω» του είπα σκληρά αυτή τη φορά. Είχα αρχίσει να φουντώνω.  
«Εντάξει, σας είπα θα τα μαζέψω» μουρμούρισε χωρίς να με κοιτάξει ενώ συνέχισε ν’ απομακρύνεται.
Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Η παρέα μου έκανε ότι μπορούσε για να με ηρεμίσει.
«Ξέσκισέ τον, τον μαλάκα», ακούστηκε κάποιος από το διπλανό τραπέζι.
Το εξέλαβα κυριολεκτικά ως επιθετική προτροπή. Αν δεν συγκρατιόμουν το επόμενο βήμα θα ήταν να του ορμήσω. Όμως, με είχαν υποτιμήσει. Σκέφτηκα ότι το τσαγανό χρειάζεται έξυπνες κινήσεις για να ισοζυγιάσει την επιμονή με την υπομονή. Έβγαλα από την τσέπη μου το κινητό, ζούμαρα πάνω του και του άστραψα τρεις απανωτές. Τον πέτυχα στον εγκέφαλο· μαρμάρωσε όταν κατάλαβε πως την είχε άσκημα.
Γύρισε πίσω παραλιακά και άρχισε να ψάχνει το «πεσκέσι». Του πρόσφερα σακούλες συλλογής ακαθαρσιών σκύλων. Αρνήθηκε αμίλητος και απευθύνθηκε στο γκαρσόνι.
«Πάρτε αυτές» του είπα αλλά εκείνος με αγνόησε πάλι.  
«Δεν χρειάζεται να περιμένετε το γκαρσόνι, δεν θα μου λείψουν. Έχω σκυλί και ξέρω» επέμεινα.
Επέμενε κι εκείνος να με αγνοεί. Απόρησα με την υπομονή μου.
«Μα γιατί δεν τις παίρνετε;» τον ξαναρώτησα.
«Έγινε κάτι που δεν μου άρεσε» είπε. Πρόφτασα μόνο ν’ ακούσω ότι «δεν έπρεπε να τον φωτογραφήσω» και κατέρρευσα. Έβαλα τις σακούλες στην τσέπη μου και γύρισα στη θέση μου.
Το γκαρσόνι σέρβιρε σακούλες στον «κύριο» και σε μας δεν θυμάμαι τι. Η διπλανή παρέα με κοίταζε απορημένη. Ο τύπος έδεσε το σκυλί με το λουρί του και μάζεψε τις ακαθαρσίες αδέξια, σαν να ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Μου ήρθε στο μυαλό η σιτεμένη νεάζουσα με τον σκύλαρο, που πριν από κάποιους μήνες είχε παραδεχτεί πως όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς μαζεύει τα «κακάκια» του ζώου της. Τι «κακάκια» δηλαδή, ένα κιλό σκατό το καθένα. Με έπιασε νευρικό γέλιο. Γέλαγα με κλάματα. Τον έβλεπα, τηλεγραφόξυλο να διπλώνεται και να ψάχνει στα βότσαλα, και σπάραζα. Έκλαιγα γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω και γέλαγα με την τύχη μου να γλυτώσω το πνίξιμο αφού υπήρχαν μάρτυρες στο συμβάν.
Κι όσο εγώ γέλαγα κι έκλαιγα μαζί τόσο εκείνος κιτρίνιζε· μέχρι που άρχισε να καίγεται και στο τέλος να μαυρίζει, να γίνεται κάρβουνο και να καπνίζει, σαν μπουρί, σαν φουγάρο καραβιού θα έλεγα καλύτερα.
«Έπρεπε να της το πεις από την αρχή, βρε άνθρωπε, πως δεν είχες σακούλα μαζί σου» του είπε το γκαρσόνι την ώρα που έφευγε με το σκατό στο χέρι. Δεν ξέρω σε ποια σκουπίδια το πέταξε· σημασία έχει ότι το μάζεψε. Η αρχή είχε γίνει.