Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015




Χριστούγεννα

Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και πολλά χρόνια, τα Χριστούγεννα σταμάτησαν να έρχονται. Η αρχή έγινε από τα ψηλά βουνά. Στα μικρά χωριά οι άνθρωποι δεν νοιάστηκαν· ούτε που κατάλαβαν την έλλειψη. Είχαν ν’ ασχοληθούν με σοβαρότερα θέματα: ν’ ανοίξουν δρόμους και να ενώσουν τις πόρτες τους, να εμποδίσουν το χιόνι να παγώνει το νερό τους, να φέρουν από τις πλαγιές ξύλα για το τζάκι, να μεταφέρουν τους αρρώστους τους στο νοσοκομείο της πόλης. Δεν είχαν χρόνο για γιορτές μες στο χειμώνα. Ούτε και δουλειές είχαν.  
Όταν ξάνοιξε ο καιρός ξανοίχτηκαν κι αυτοί. Στην πόλη βρήκαν όσες δουλειές περίσσευαν και βολεύτηκαν. Άδειασαν τα βουνά, διπλοκλειδώθηκαν τα σπίτια, ρήμαξαν τα νεκροταφεία. Έτσι, τα Χριστούγεννα δεν έβρισκαν τόπο να σταθούν κι έπαψαν να σκαρφαλώνουν. Κύλαγαν στις πόλεις. Εκεί οι άνθρωποι στόλιζαν τα σπίτια τους με παράξενα κεντίδια και φώτα πολύχρωμα. Στην αρχή φώτιζαν καραβάκια στα παράθυρα· τα σπίτια μοσχοβόλαγαν γλυκές μυρουδιές. Ύστερα ήρθαν νέες μόδες τα καραβάκια παροπλίστηκαν και στη θέση τους μπήκαν τα ψεύτικα δέντρα. Οι χωριάτες έγιναν αστοί και ανήμερα τα Χριστούγεννα δεν πήγαιναν στην εκκλησία, κοιμούνταν. Γιόρταζαν, όμως, την παραμονή των Χριστουγέννων· έβαζαν τα καλά τους και πήγαιναν σε χορούς, γλέντια και φαγοπότια. Κι όταν μαζεύονταν πολλοί και δεν χώραγαν στα σπίτια πήγαιναν στα μαγαζιά.
Όσο περνούσε ο καιρός και οι γιορτές πλήθαιναν μεγάλωναν και τα μαγαζιά για να χωράνε τον κόσμο. Οι άνθρωποι έτρωγαν, χόρευαν και τραγουδούσαν δεν είχαν προβλήματα. Δούλευαν, αμείβονταν και μπορούσαν ν’ αγοράσουν ότι ήθελαν. Σε κάθε γιορτή αντάλλασσαν μεταξύ τους δώρα . Κι όσο αγόραζαν τόσο ξεφύτρωναν καινούργια μαγαζιά με δώρα. Γέμισε ο τόπος με κάθε λογής πραμάτεια. Τα δώρα της παραμονής των Χριστουγέννων ήταν ακριβά, διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά, με φανταχτερούς φιόγκους. Ο ανταγωνισμός έγινε μεγάλος και τα μαγαζιά για να ξεχωρίζουν μεταξύ τους έβαλαν κάτι μικρά σημαδάκια πάνω στα χαρτιά περιτυλίγματος, που φανέρωναν την προέλευση του δώρου. Όσο πιο γνωστό ήταν ένα μαγαζί τόσο και πιο ακριβά πουλούσε τα δώρα του και γινόταν διάσημο. Κι όσοι ψώνιζαν απ’ αυτό γίνονταν σεβαστοί. Οι άνθρωποι ξόδευαν πολλά χρήματα σε δώρα.  Δεν είχαν σημασία οι γιορτές ούτε το είδος του δώρου αλλά το σημαδάκι του μαγαζιού που το πουλούσε. Και ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη τους να ξεχωρίσουν, που ξέχασαν ακόμα και τα Χριστούγεννα. 
Τα μαγαζιά έβαλαν σημαδάκια παντού, ακόμα και στα ρούχα, και όσοι είχαν τα ίδια σημαδάκια γίνονταν μια παρέα, πήγαιναν στα ίδια μέρη, έτρωγαν τα ίδια φαγητά, έκαναν τα ίδια πράγματα και γελούσαν με τα ίδια αστεία. Με τον καιρό έγιναν τόσο ίδιοι που δεν ξεχώριζαν μεταξύ τους. Αυτό δεν τους απασχολούσε μέχρι που όλα έγιναν προβλέψιμα και οι γιορτές ανιαρές. Πρώτα άρχισαν να βαριούνται, αργότερα να λυπούνται και στο τέλος σταμάτησαν να γιορτάζουν και απομονώθηκαν.       

Μαζί με τις γιορτές σταμάτησαν και τα δώρα. Τα μαγαζιά έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Οι άνθρωποι έχαναν τις δουλειές τους, γίνονταν φτωχοί. Δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν ούτε φαγητό για τα παιδιά τους. Άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, να κλέβει ο ένας τον άλλον, να σκοτώνονται. Τότε θυμήθηκαν τα χωριά τους και άρχισαν να επιστρέφουν. Τα σπίτια γέμισαν, καθαρίστηκαν οι χορταριασμένες αυλές, άνοιξαν οι πόρτες και ξεχύθηκαν οι μυρουδιές της ζωής. Τα πρώτα Χριστούγεννα ήρθαν χιονισμένα, αλλά οι άνθρωποι δεν νοιάστηκαν· είχαν τόσα πολλά να κάνουν και πρώτα απ’ όλα να θάψουν τ’ άσχημα όνειρα και ν’ αναστήσουν τη ζωή τους. 


 κα.πα. 


Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015




Αν

Αν δεν είχαμε
να θρηνήσουμε
τόσους θανάτους
αν δεν είχαμε 
να ενταφιάσουμε
τους νεκρούς
όλης της γης
αν δεν σέρναμε 
πάνω μας 
μονάχοι εμείς
τη μοίρα 
των αδικημένων
αν δεν ξοδεύαμε
την ύπαρξή μας
στ' ακροθαλάσσι 
κάθε που χαιρετάμε
αυτούς που φεύγουν
η ζωή μας θα 'τανε
προσωπική υπόθεση
σ' εκείνη την περίπτωση
θα 'χαμε όλο το δικαίωμα
να συντροφέψουμε 
την ομορφιά
που μας στέλνει 
η αγάπη 
από το Πήλιο   




Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015







Φύγε
Τα βερεσέδια τελείωσαν
Κι ας μου χρωστάς
τα χρόνια που ξόδεψα
πιστεύοντας πως
δεν θα μετάνιωνες

Φύγε
κι όταν περάσω δίπλα σου
μη με γνωρίσεις
κι ας είμαι ο ίδιος
δεν έχει σημασία
αφού εσύ θα ‘χεις αλλάξει


Νοέμβρης 1915


Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015



                                                                                                                                  Giovanni Auriemma


Παραλήρημα 


Φέτος είναι σίγουρο πως θα κάνει βαρύ χειμώνα αφού οι Ινδιάνοι έχουν αρχίσει εδώ και πολύ καιρό να μαζεύουν ξύλα απ' τ' αποκαΐδια της φύσης που αμελήσαμε να φροντίσουμε γεμίζοντας σωρούς από κορμούς και κούτσουρα δαυλιά καμένα μετά από τις τόσες καλοκαιρινές φωτιές που δεν κατάφεραν να φωτίσουν τα σκοτάδια μας και ακόμα επιλέγουμε στενάδια και συντηρούμε τ' αδιέξοδα μυαλά που κατάφεραν και πάγωσαν αισθήσεις συναισθήματα και λογική κι έτσι έκλεισαν οι καρδιές τα φύλλα τους γύρισε πίσω ο στρατιώτης της συμπόρευσης γίναμε ένα εχθροί κι εχθροί μετά που στέρεψαν οι φίλοι μαζί με την ανάκαμψη και την ευημερία που χρόνια προσπαθούσαμε να οικειοποιηθούμε για να ορθοποδήσουμε και στο τέλος έφυγαν οι σόλες από τα τσαρούχια μας και βγήκαν τα δάχτυλα με τα περιποιημένα νύχια βαμμένα κόκκινα όπως της εξέγερσης το λάβαρο τότε που είπες πάμε να φύγουμε γιατί θα πιάσει η βροχή αυτή που πέφτει κάθε φορά μετά τα καπνογόνα  κι εγώ δεν έφυγα ή εσύ προχώρησες κι ακόμα δεν μπορώ να θυμηθώ που χωρίστηκαν οι δρόμοι μας ποια χρονιά ήταν που μπήκε η ΑΤΑ στη ζωή μας και γιατί έπρεπε εγώ να μάθω το income και να εθιστώ στα brands και τώρα να τα παίρνω στο brain γιατί τότε δεν μπορούσα να καταλάβω πως μέσα απ' την αντίσταση αναζητούσες την ευκαιρία σαν εκδοχή αμοιβής να βρεις στον πηγαιμό για την ετεροτοπία του βολέματος ουπσ δεν ήθελα να το ξεστομίσω αυτό αλλά κρυώνω και δεν έχω την ευχέρεια δεύτερης δεξαμενής για το πετρέλαιο που θα εκκινεί το boiler δηλαδή δεν έχω καν χρήματα ούτε για μια φραντζόλα ψωμί από το υβρίδιο του γενετικά τροποποιημένου καλαμποκιού ούτε την πολυτέλεια να προμηθευτώ γενόσημα φάρμακα μια και δεν βλέπω προφύλαξη από πουθενά φέτος ούτε υπάρχουν ρούχα για να με ζεστάνουν και κορμιά που θα με ακουμπήσουν για να κουρνιάσω μέσα στον χειμώνα που έρχεται και θα είναι βαρύς είναι σίγουρο αυτό αφού οι ινδιάνοι άρχισαν να μαζεύουν ξύλα από το κατακαλόκαιρο που εμείς αντιδρούσαμε γιατί κανένα από τα κόμικς που ξεκοκαλίσαμε δεν μας προειδοποίησε για την καταστροφή που προετοιμαζόταν ενώ εμείς ζούσαμε μέσα στην απόλυτη ουτοπία της αδιαφορίας μας και τώρα δεν βλέπω τον λόγο να μην τους πιστέψω εκτός κι αν εσύ μπορείς να μου προτείνεις μια νέα εκδοχή που θα με βγάλει από την πλάνη μου και θα με κάνει να σ' εμπιστευτώ χλωμό πρόσωπο με την μεγάλη κοιλιά ουνκ. 



Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

 
                                                                                               Νίκος Βεντούρας

ταπεινός χαιρετισμός
στον Ι.Δ.

άδεια η βάρκα
επέστρεψε 
τρίτη φορά 
φέτος

φράκταλ η διαδρομή
φως
για το
κενό
άχανο
σκοτάδι
φράκταλ ο κόσμος
φως
και ο
κενό
σχεδιασμός του
σκοτάδι
εδώ

αόρατη η 
οριακή υπέρβαση
δεν έχει χρόνο
για το μέλλον ο
θάνατος





                                        Νίκος Βεντούρας


Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015



Νανούρισμα

Άμμος ψιλή σας σκέπασε ρούχα μου ρημαγμένα
η αρμύρα σε κανάκεψε βλέμμα μου σφαλιστό
παραταγμένα άναρχα κι απ' τ' όνειρο κλεμμένα
τα φύκια σε παγώσανε κορμάκι μου ζεστό. 

Να "τα φυλάξεις'', γιόκα μου, να μην κρυφοκυτάξεις
τον νου σου να τον ακουμπάς στο μέρος της καρδιάς
κι όταν σωθεί το μέτρημα να βγεις να ξαναψάξεις
καλοσυνάτα πρόσωπα χαμόγελα ανθρωπιάς

είπα, μα 'συ ξεμάκραινες κι ούτε που με κοιτούσες
νόμισα πως αντρείεψες που πάτησες στεριά
κι ας μην την καταλάβαινα τη γλώσσα που μιλούσες
μου φάνηκε πως άκουσα το ''φτου ξελευτεριά''.  




Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015




         

             Γολγοθάς



            Κι εκεί που έφτανα
            στην κορυφή του λόφου
            με τις πληγές
            να αιμορραγούν
            κάτω απ’ το σταυρό
            με πόδια σκισμένα
            από βράχους κι αγκάθια

            κάποιος φώναξε.

            Από την αρχή.
            Η σκηνή του Γολγοθά
            θα ξαναγυριστεί.


              Σούλα Κατσαντώνη
              «Ενώπιος ενωπίω»

              Εκδ. Γαβριηλίδης 


Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015




αίμα

νόμισα πως θα έφταναν
σαράντα μέρες μόνο
να ξεκολλήσει  το  βαρύ
το μαύρο από τη σάρκα
να μη βαρύνει πιότερο
εκείνη που η ψυχή της
από τη γη χωρίστηκε
άδικα το ευχήθηκα
αυτή η σκιά που λείπει
δικό μου αίμα φόραγε
κι ότι απόμεινε απ’ αυτό
δεν θα τη φέρει πίσω


κα.πα.



Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015





Διάψαλμα ζωής

Του Πυθαγόρα τα ζωντανά
ψυχή ενφορούν απαλλαγμένη
απ’ την επιθανάτια φροντίδα,
το ελεήμον ταξίδι στον ουρανό,
την γενναιοδωρία της Θείας Χειρός,
την ελεημοσύνη της γνώσης.
Κουράγιο, ελπίδες κι όνειρα,
λέξεις κενές. Το ένστικτο κυβερνάει
και η φροντίδα απλώνει
τη σπουδαιότητα της αποστολή της.
Ανέκφραστοι ουρανοί, γαλαζωπά
λιμνάζουν πάνω απ’ τα κεφάλια τους,
εξοστρακίζουν κάθε μελετημένη
προσπάθεια για ματαιοδοξία.
Με το αμήν, στέκεται η ζωή
ακίνητη, γίνεται η σιωπή
απόκοσμη σοβαρότητα,
βυζαντινή παύση
ανάμεσα σε δυο ψαλμούς.
Διάψαλμα η ακινησία,
μηρυκασμός νοημάτων.
Με τον δείκτη στον αέρα
διαγράφεται η ανάπαυλα.





Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015





ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟΥΣ

του John Djinn Demiris 

Την είδε μπαίνοντας στο δωμάτιο. Καθόταν στην πολυθρόνα και κοίταζε το πάτωμα. Τ’ άσπρο πουκάμισό της, ξεκούμπωτο, άφηνε να φαίνεται μεγάλο μέρος του μπούστου της. Τα πόδια της, ανοιχτά, σχημάτιζαν τρίγωνο κι έκρυβαν μέσα του ένα Smith and Wesson τριάντα δύο χιλιοστών. Στ’ αριστερό χέρι κρατούσε ένα μπουκάλι ουίσκι και στο δεξί έναν σουγιά μ’ ανοξείδωτη λάμα. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία του άφησε τον σουγιά να πέσει στο πάτωμα, άρπαξε τ’ όπλο και το έφερε γρήγορα στο στήθος της.
«Τί ’ναι αυτό; Ανάγκη για προσοχή;», της είπε.
Εκείνη δεν απάντησε. Ακούμπησε το μπουκάλι στο πάτωμα κι έσυρε μπροστά της το διπλανό τραπεζάκι. Πάνω του λαμποκοπούσε ένας σκεπαστός δίσκος σερβιρίσματος. Σήκωσε το καπάκι κι αποκάλυψε έναν μικρό εγκέφαλο από μπλε και κόκκινα καλώδια μπερδεμένα μεταξύ τους. Ανάμεσά τους μικρές ασημί λυχνίες  χωμένες σε γκρι νευρώνες, συνέθεταν μία πολυπλοκότητα, που αψηφούσε τη λογική. Μόνο το τικ τακ του μικρού ρολογιού, που ήταν τυλιγμένο πάνω στο κόκκινο πλαίσιο της κατασκευής με χαρτοταινία σ’ έκανε να υποπτεύεσαι.  
«Βόμβα; Έφτιαξες μια γαμημένη βόμβα;», είπε εκείνος.
Τα  δεκαέξι χρόνια της δεν τον άφηναν, μέχρι τώρα, να την υποπτευθεί. Μα όσο συνδύαζε τους μαύρους κύκλους στα μάτια της, τις περίεργες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, την καρό μαντήλα στον πάτο της τσάντας της και χίλιες δυο άλλες λεπτομέρειες απ’ τις συναντήσεις τους όταν το ‘σκαγε απ’ το σχολείο, τόσο το μυαλό του έβαζε τα πράγματα σε μια σειρά. Έπειτα ήταν κι ο πατέρας της, δημόσιος υπάλληλος ισχνός κι ανέκφραστος. Κάθε πρωί άγγιζε με τα δυο του δάχτυλα το γείσο του καπέλου του σ’ ένδειξη χαιρετισμού κι έφευγε για τη δουλειά. Το ίδιο έκανε και το βράδυ, όταν επέστρεφε. Δεν την άγγιξε ποτέ, σαν να την απέφευγε. Η επικοινωνία τους άρχιζε και τελείωνε σ’ αυτόν τον χαιρετισμό. Το χαρτζιλίκι της το ‘παιρνε απ’ τη σύνταξη της μάνας της, χωρίς αντιρρήσεις, μόνο «πάρε αυτά» και τα χρήματα την περίμεναν στο τραπέζι. Σαν συναλλαγή για τα χρόνια που τους χώριζαν, ένα είδος επένδυσης δίχως απαιτήσεις.
Ακούμπησε τον δίσκο στο τραπεζάκι κι άφησε το πιστόλι στα πόδια της. Έβγαλε απ’ το σλιπάκι της ένα μικρό χειριστήριο με κόκκινο κουμπί και το χάιδεψε.
«Άσε το κουμπί», προσπάθησε να την αποτρέψει εκείνος.
Της θύμισε τις φίλες της στο σχολείο και τα πράγματα που αγαπούσε. τις μέρες που περάσανε μαζί, τον ζεστό καφέ και τη σοκολάτα. Κι όσο έψαχνε λόγους για να την πείσει πως τη χρειαζόταν τόσο στέρευαν οι δικαιολογίες για τη δικιά του ζωή. Σκέφτηκε το περίπτερο, που ’χαν πουλήσει οι γονείς του για να ζήσουν σαν ερημίτες, την ωριμότητα που δεν είχε, παρά τα τριάντα πέντε χρόνια του, και μέτρησε τις φορές που την απάτησε. Εκείνη, λες και διάβαζε τη σκέψη του, τον κοίταζε με ειρωνεία χωρίς να μιλάει. Το σώμα της προκλητικό κι απόρθητο τον κορόιδευε. Κι εκείνος μίκραινε, κι όλο μίκραινε.
Τότε κατάλαβε πως το κόκκινο κουμπί τον αφορούσε. Ο ιδρώτας έτρεξε στο μέτωπό του και του θόλωσε τα μάτια. Ένοιωσε την ανάσα του να κόβεται και τα γόνατά του να λυγίζουν.
«Πάτα το κουμπί», της είπε κλείνοντας τα βλέφαρα και χάθηκε στη μυρωδιά του λεπτού λαιμού της.




Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015




Mr Gold
του John Djinn Demiris 

Ξύπνησε μέσα σ’ ένα δωμάτιο που έμοιαζε με κουτί και είχε το χρώμα της σέπιας. Μία βαλίτσα διακοσμούσε τη μια πλευρά του. Στο κιτρινισμένο από το πέρασμα του χρόνου πάτωμα ήταν σκορπισμένα διάφορα άχρηστα αντικείμενα. Εκείνος ήταν μικρό παιδάκι, έξι-εφτά χρόνων. Κοίταξε γύρω του για να βρει ένα σημάδι λογικής, κάτι, που να εξηγεί γιατί βρέθηκε μέσα σε αυτό το δωμάτιο που έζεχνε κλεισούρα. Έξω από το μοναδικό παράθυρο γυναίκες πίεζαν τα στήθη τους και του έγνεφαν. Ακόμα κι αν προσπαθούσε δεν θα κατάφερνε να τις ακολουθήσει. Όσο περισσότερο σκεφτόταν την ικανοποίηση της σάρκας του, τόσο λιγότερο ήθελε να βγει έξω.
Αυτό το μέρος τον κρατούσε μακριά από τους άλλους ανθρώπους και του παρείχε ασφάλεια από τα στοιχεία της φύσης. Λαχταρούσε να νιώσει το τσίμπημα της βροχής στους γυμνούς ώμους του, ν’ ακούσει τις φωνές της γειτονιάς του και το φτερούγισμα των περιστεριών στον κήπο. Γι’ άλλη μια φορά δεν έκανε καμία κίνηση. Δεν τόλμησε. Έμεινε μόνος, εκεί στη γωνιά του. Αγκάλιασε τα γόνατά του και σήκωσε το κεφάλι να πιει τις μικρές σταγόνες που έσταζαν από την οροφή. Η γεύση τους ήταν πικρή. Σιγά-σιγά το δωμάτιο γέμισε με λάμψεις, σαν να το φώτιζε ένας ήλιος από κάπου. Εκείνος ακίνητος. Μόνο η σκιά του στον τοίχο μεγάλωνε και μίκρυνε στο πέρασμα κάθε καινούργιας αχτίδας, που τρύπωνε στο δωμάτιο. Πότε εξαφανιζόταν μέσα στις χαραμάδες και πότε ορθωνόταν σαν γίγαντας.   
«Μάο,» ακούστηκε μια φωνή. Απέναντι του, μέσα από τα σπλάχνα της αραχνιασμένης γωνίας, ένα μικρό γατί τον πλησίασε κι έριξε μια απαλή κουτουλιά στην ανοιχτή παλάμη του. Προσπάθησε να δει βρει το φύλο του, όμως αυτό του γυρνούσε την πλάτη και δεν τον άφηνε. Έγλυφε μόνο την χρυσαφένια γούνα του και συλλάβιζε «μάο». Με την τραχιά του γλώσσα του γαργαλούσε τα γόνατα. Το πήρε στην αγκαλιά του και το ‘σφιξε πάνω του. “Mr Gold”, του ψιθύρισε κι εκείνο λες κι  άκουσε τ’ όνομά του τρίφτηκε πάνω του. Mr Gold, σαν τον χρυσό, σαν το καλό που είχε φωλιάσει μέσα του. Με κάθε χάδι τους το φως γέμιζε όλο και περισσότερο το δωμάτιο. Στο τέλος, στάθηκε όλο μπροστά στα μάτια του και τον ανάγκασε να τ’ ανοίξει.
Αν μπορούσε να δει τον εαυτό του θα έβλεπε έναν ογδοντάχρονο γέρο ζητιάνο ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο. Στην αγκαλιά του χωμένος βαθιά ο Mr Gold του γαργαλούσε τη γενειάδα. Η τεράστια χάρτινη κούτα, που μέχρι τώρα ήταν το σπίτι του, στέγνωνε στο κράσπεδο μισολιωμένη από την έντονη βροχή. Έκλεισε τα μάτια του για τελευταία φορά κι άφησε την ψυχή του να ταξιδέψει μακριά, σ’ ένα μέρος, όπου οι γάτες δοξάζονται ως θεοί, και οι ζητιάνοι μπορούν να ονειρεύονται σαν βασιλιάδες.





Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015



φωτογραφία Travis Louie


Το γεύμα

Τα βράδια που ο Γκρέγκορ κλειδωνόταν στο δωμάτιό του δεν ήταν μόνος. Τους τελευταίους πέντε μήνες συγκατοικούσε με μία αράχνη, την Νίνα. Μόλις ο Γκρέγκορ αποκοιμιόταν η Νίνα ύφαινε έναν ιστό και πλησίαζε στο πρόσωπό του. Η αποπνικτική οσμή, που έβγαινε από μέσα του την έλκυε. Ακουμπούσε στην άκρη των χειλιών του κι άφηνε τη βαριά ανάσα του να ξεπλένει το δηλητήριό της. 

Η Νίνα είδε πρώτη τον Γκρέγκορ μεταμορφωμένο σε σκαθάρι. Εκείνη είχε ήδη βιώσει τη δική της μεταμόρφωση. Η σκληρή πανοπλία του τον κρατούσε ανάσκελα με το βάρος της και τον εμπόδιζε να περπατήσει. Κινούσε σπασμωδικά τα ισχνά ποδαράκια του, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να κατέβει απ' το κρεβάτι. Τον είδε να προσπαθεί μάταια να πιει γάλα απ' τη γαβάθα, να τσαλαβουτάει στην εφημερίδα με τ' αποφάγια κι ύστερα να κρύβεται ντροπιασμένος μπροστά στα τρομαγμένα ανθρώπινα βλέμματα. Στο τέλος, τον είδε ν' αρνείται να φάει. Ο θαυμασμός της εξατμίστηκε. Ο Γκρέγκορ ήτανε πια ένα αδύναμο αρσενικό ζωύφιο, που έκανε άγαρμπες σπασμωδικές κινήσεις. Δεν θα τον άφηνε να πεθάνει. 
   
"Σήμερα ετοίμασα εγώ το γεύμα σου", του είπε κι άφησε να κρέμεται μπροστά στο πρόσωπό του το κουφάρι ενός ζωυφίου.
Ο Γκρέγκορ γούρλωσε τα μεγάλα μάτια του. Ο άνθρωπος μέσα του δεν είχε ακόμα εξατμιστεί. Προσπάθησε να ξεφύγει όμως η αράχνη τον είχε τυλίξει με τον ιστό της. Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει και το ψόφιο ζωύφιο κύλισε στον ουρανίσκο του. Η Νίνα έφερε κοντά στο στόμα του κι άλλο ένα ψόφιο ζωύφιο. Ο Γκρέγκορ δεν αντέδρασε. Κράτησε το στόμα και τα μάτια του κλειστά σαν άρνηση. Έδειχναν τόσο διαφορετικοί, η Νίνα ευκίνητη, χνουδωτή και μαύρη σαν την εκδίκηση κι αυτός μια ακίνητη, φαρδιά κατσαρίδα.

 "Αν είχε μείνει μέσα του κάτι απ' τον παλιό Γκρέγκορ, θα μας είχε αφήσει ήσυχους", είχε πει η αδελφή του το πρωί. "Αυτό είναι αλήθεια", σκέφτηκε ο Γκρέγκορ. Ήταν αποκλεισμένος πριν από τη μεταμόρφωσή του. 

Άκουγε πάλι τους θορύβους που ακούν τα ζωύφια. Αναδύονταν απ' τα πατώματα, διαπερνούσαν τους τοίχους, έστελναν γρατζουνιστά ψιθυρίσματα στους νευρώνες του εγκεφάλου του και καταλάμβαναν το μυαλό του. Απ' το φόβο του άρχισε να κάνει μεγάλη φασαρία.

Αν έμενε ακίνητος και σιωπηλός θα γέμιζε η σκέψη του από 'κείνο το χωρίς νόημα μουρμουρητό με τις ελάχιστες παύσεις, τους μπερδεμένους φθόγγους και τους λυγμούς, τους χωρίς τέλος άρα και χωρίς νόημα. Γιατί η μετάλλαξη του Γκρέγκορ δεν είχε τελειώσει άρα δεν είχε νόημα και η ζωή του, αφού το τέλος είναι που δίνει νόημα και στις λέξεις και στις ζωές. Και σ' αυτή τη φάση ο Γκρέγκορ σίγουρα δεν ήταν ούτε άνθρωπος ούτε ζωύφιο. Ήταν ένα ολοκληρωμένο τίποτα. 

Μ' ένα δυνατό τίναγμα ο Γκρέγκορ έπεσε στο πάτωμα και το κεφάλι του χωρίστηκε απ' το σώμα του. Η Νίνα το κατάπιε αμάσητο. Τα επόμενα δευτερόλεπτα με το νεκρό σώμα της συμπλήρωνε το αποκομμένο μέλος του Γκρέγκορ. Την είχε σκοτώσει το ίδιο της το δηλητήριο. Ένα είδος αυτοχειρίας σαν απόδοση δικαιοσύνης.

Το πρωί βρήκαν το ανθρώπινο κουφάρι του Γκρέγκορ Σάμσα στο πάτωμα. Το πρόσωπό του διαγραφόταν θαμπά μέσα απ' την τεντωμένη κοιλιά της αράχνης. Τα τριχωτά πόδια της έδιναν την εντύπωση ακατάστατης κόμης.

Οι δυο τους ενώθηκαν μ' ένα τέλος που έδινε νόημα στις ζωές και των δύο. 

                 
       bbarends

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015




Μη-κ-τρότητες

μικρός εγώ
μικρές κι οι ώρες που σ' ακούμπαγα
μικρή κι η γη που στο πλευρό μου περπατούσες
άφησες πίσω όση αγάπη μου χρωστούσες

μικρός εγώ
μικρά κι εκείνα που για σένα συλλογίστηκα
μικροί και  όσοι να σε νοιώσουν προσδοκούσες
σ' εγκαταλείψαν χωρίς λόγο κι απορούσες

μικροί κι αυτοί που εμπιστεύτηκες
μικροί κι εκείνοι που βοηθούσες
και όσοι πριν να φύγεις σκέφτηκες
κι αν σ' αγαπούσα τους ρωτούσες

στο τέλος έγινε μικρότερος κι ο θάνατος
λιγότερος απ' όσο τον φοβάμαι
τις  μνήμες που μου πήρε τις επέστρεψε
σε βρήκα σε αισθάνομαι θυμάμαι 



κα.πα.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015


Ανοιξιάτικο επεισόδιο Γ΄

(Εἶναι μεσονύχτι —  Σαββατόβραδο τοῦ Πάσχα)
Ποτὲ πρὶν δὲν ἀκούστηκαν οἱ θεῖες καμπάνες νὰ χτυποῦν
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν
Ποτὲ πρὶν δὲν ἄναψαν οἱ γιορτινὲς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
γι’ αὐτοὺς ποὺ γιὰ πάντα λείπουν
Ποτὲ πρὶν σὰν ἀπόψε δὲν κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νεῖκος
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἀποδημητὲς στὴ χώρα τοῦ πολέμου
Ποτὲ πρὶν
Αὐτοὶ τὴν ἁρμονία δίνουν στὶς καμπάνες
Ἀνάβουν τὶς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
Νικοῦν τὸ θάνατο μὲ τὴν αἰωνιότητά τους.
Τοὺς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Γυρίζουν πολὺν καιρὸ σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία
Ζητοῦν ἀπόψε μιὰ θέση στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ μας
Χωρὶς ὕπνο γιὰ νὰ τοὺς πεῖς νεκροὺς
τυλίγοντας τὴν κλωστὴ τοῦ κεριοῦ στὰ δάχτυλά τους
ψάχνουν νὰ βροῦν τὴν πόρτα μας
ψάχνουν νὰ βροῦν ἁγνὴ τὴ θύμησή τους
σ’ ὅλων μας τὴ μνήμη
Κάθονται στὸ τραπέζι τοῦ δείπνου μας θλιμμένοι
σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ τόσα χώματα πλημμυρισμένα
Ὡραῖοι σὰν τὸ θαῦμα τοῦ Εὐαγγελίου
Σὰ μία κραυγὴ χαρᾶς:
Χριστὸς Ἀνέστη! 
Κι αὐτὲς οἱ θεῖες καμπάνες
εἶναι τὰ λόγια τους
Κι αὐτὲς οἱ κόκκινες λαμπάδες
εἶναι τὸ βλέμμα τους
Κι αὐτὴ ἡ λεπτὴ κλωστὴ στὰ δάχτυλά τους
εἶναι ἡ ζωή μας —Ὅλοι — νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ
γύρω στὸ γιορτινὸ τραπέζι τῆς Λαμπρῆς — Στὴν κεφαλὴ
τοῦ τραπεζιοῦ ὁ Ἀναστάς Χριστὸς. 
Μᾶς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Τὸ δεῖπνο μας πῆρε ἄλλο νόημα καθὼς ἔμπαινε
στὰ πληγωμένα βλέφαρα τὸ φῶς τοῦ θείου του λόγου
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε ἕνα στρωμένο τραπέζι γιὰ τὴ δικαιοσύνη
Ἕνα ἥσυχο σπίτι σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία καμωμένο ἀπὸ ἀγάπη. 
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε χίλια διαμάντια στὶς καρδιὲς
νὰ θυμίζουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

Ιάσωνας Δεπούντης
( Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»)