Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015





Αυτόν τον τόπο κουβαλάω

Γύρισα πίσω, εκεί που άφησα
κομμάτι της καρδιάς μου.
Στους δρόμους τους χωμάτινους
και στα χορτάρια, που κέρδιζαν
ζωή μες στα πλακόστρωτα.
Έψαξα τα χαλίκια στο λιμάνι, 
που μου ‘χαν βάψει κόκκινα τα γόνατα.







Πέρασα απ’ τις γειτονιές
και οι ξερές αυλές έστειλαν ευωδίες.
Τα φούλια κι οι γαρδένιες πρασίνισαν
δειλά στους τρύπιους τενεκέδες.
Μπήκε ο Μάρτης. Για το Πάσχα
θα βάψουμε λευκούς του τοίχους,
είπα και πίστεψα στο όνειρο.
Είδα τη μάνα μου να ξεφυλλίζει τα ξερά
απ’ τα παρτέρια, ν’ αδειάζει τα νερά
που ξέπλυναν τη σκόνη τ’ ουρανού
κι έπλασαν λάσπη
με τ’ απόσταγμα του χρόνου.








Είδα τα χρώματα, που φώτισαν
τα παιδικά μου μάτια κι άπλωσα
να πιαστώ απ’ τα γνώριμα.
Κι  ως τ’ άγγιξα χαθήκανε.
Πάγωσαν τα χαμόγελα,
γίνανε γκρίζα και με χαιρετούν
ακίνητα απ’ το γυαλιστερό χαρτί.

κα. πα. 

1 σχόλιο:

maria Skouroliakou είπε...

Κατερίνα τι όμορφο και τρυφερό!
Υπέροχο!!!!