Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014





 Απολογητικές στιγμές καθημερινότητας


«Συγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;», πρόσφερα μια αντανακλαστική συγνώμη στην πωλήτρια του super market.   
Είχα πελαγώσει με όλα τα πολύχρωμα χημικά, που απλώνονταν μπροστά μου και φαντάστηκα πως θα μπορούσε κάποιος αρμόδιος να με βοηθήσει. 
Με κοίταξε διερευνητικά λες και της ζητούσα να μου απαγγείλει Ερωτόκριτο στο Ηρώδειο και ήταν απροετοίμαστη. 
«Θα ήθελα ένα παιδικό σαμπουάν.  Το πιο απλό, χωρίς parabens», ξαναπροσπάθησα μπροστά στο αγελαδίσιο βλέμμα της.
«Σιγά τ’ αυγά.  Όλα τα ίδια είναι», είπε και σύρθηκε βαριεστημένα μέχρι το απέναντι ράφι.
Σκέφτηκα πως θα μου πρόφερε το λιγότερο επιβαρημένο, αλλά η βοήθεια της δεν με βοήθησε και πολύ.  Μου έδωσε ένα της σειράς, την ευχαρίστησα ζητώντας και πάλι συγνώμη και το άφησα στο ράφι.  Άρχισα να ψάχνω ξανά από την αρχή, χρεωμένη με δύο συγνώμες.
«Καλά, ούτε τα παιδιά τους δεν τα προσέχουν οι βιομήχανοι;», αναρωτήθηκα με περισσή αφέλεια.  
Στην εποχή μου τα χημικά δεν ήταν ευρείας κατανάλωσης γι αυτό, μάλλον, άργησα να μεγαλώσω.  Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε ήταν το άσπρο οικιακής παραγωγής  και για πολυτέλεια αγοράζαμε το πράσινο από αγνό ελαιόλαδο, όπως διαλαλούσαν  οι πραματευτάδες μια φορά την εβδομάδα.  Οι σαπωνοποιοί  αποσιωπούσαν τον χρωματισμό του και οι αφελείς πιστεύαμε πως η ελιά βάφει πράσινα τα μοσχοσάπουνα.  Και να μας το λέγανε, σιγά που θα μας ένοιαζε.  Εποχή ανάπτυξης και  ευδοκίμησης.  Χάρη σ’ αυτήν φτάσαμε σήμερα να παρελαύνουν σωροί τα χημικά στα ράφια.  Όρεξη να έχεις να τα δοκιμάζεις.  Κι ούτε ένα αγνό κομμάτι.  Ούτε ένα σαπούνι χωρίς χημικά.  Ούτε ένα προϊόν χωρίς ανθρώπινη σάρκα.  Ούτε ίχνος παγκοσμιοποιημένου κέρδους χωρίς απώλεια ζωής.
Ζαλίστηκα από τους γύρους στο ράφι των καλλυντικών.  Θα λουστώ με πράσινο σαπούνι πάλι κι ας μην τρίζει στο κεφάλι μου η αστραφτερή καθαριότητα.   Θα το ξεπλύνω με ξύδι διαλυμένο σε νερό, να γυαλίζουν και τα μαλλιά μου στον ήλιο.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα ξεπερνούσε τα όσα είχα σκεφτεί!
Το κάθε «δεν έχω» της μάνας μου με γέμιζε ενοχές.  Η συγνώμη γινόταν το δεκανίκι, που στήριζε την εναγώνια ανάγκη μου να με συμπαθούν.  Ένας τρόπος να ζητάω κάτι  χωρίς προσβάλω.  Μια υπεκφυγή της αρνητικής πραγματικότητας.   Λίγο ακόμη να είχε ασχοληθεί μαζί μου η πωλήτρια  και θα της είχα ζητήσει συγνώμη, που την έφερα σε δύσκολη θέση όταν δεν βρήκε αυτό που της ζήτησα. Απεγνωσμένη προσπάθεια για να μην γίνω αντιπαθής στο ολοένα και πιο επιθετικό περιβάλλον της.  Μια συγνώμη απολογητική  για την παραπάνω κούραση που της προκάλεσα.  Το ίδιο θα έκανα και στον διπλανό μου στο λεωφορείο που τον έσπρωξα κατά λάθος με τον αγκώνα μου και στο κρεβάτι που διεκδίκησα παραπάνω μερίδιο από το πάπλωμα, χωρίς να φανταστώ πως  ο σύντροφός μου μπορεί και να το ήθελε όλο για τον εαυτό του.  Μια πανδημία συγνώμης ενάντια στην επιθετικότητα, που προβάλει η κούραση μπροστά στην ανάγκη μου να είμαι αρεστή σε όλους.  
Συγνώμη που δεν μπορώ να σταματήσω ν απολογούμαι, αλλά σε κάποιον πρέπει να μιλήσω,  συγνώμη που αμφιβάλω για τον εαυτό μου, συγνώμη που με βλέπεις έτσι, αλλά είμαι τόσο κουρασμένη. 
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα υπερβαίνει τα όσα έχω φανταστεί!
Στην παραλία τρία παιδάκια του δημοτικού καταναλώνουν, μέσα σε μία ώρα, όσο νερό χρειάζεται ο πληθυσμός της Αφρικής για ένα χρόνο.  Με τη βρύση ανοιχτή προσπαθούν ν ανεβάσουν τη στάθμη της θάλασσας.  Πάλι συγνώμη ζήτησα, για να τους θυμίσω το δέος των παιδιών της Αιθιοπίας  μπροστά σ ένα ποτήρι νερό.  Με συγνώμη απολογήθηκα και για την παραίνεσή μου να σκεφτούν πόσο πολύτιμο αγαθό είναι το νερό στις παγκόσμιες φαβέλες.  Και πάλι, ένοιωσα άβολα γιατί έπαιρνα τη θέση των γονιών τους, που έπιναν τον καφέ τους ανέμελοι. 
«Μπορεί να κάνω λάθος», είπα στα παιδιά χωρίς να διευκρινίσω που και ζήτησα ξανά συγνώμη.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα επαλήθευε όσα είχα  φοβηθεί!
Απελπισμένη για τη μη συμβατότητα του DNA μου με τα δεδομένα πειραματόζωου γύρισα στο σπίτι μου να απομονωθώ από τις έξωθεν συναισθηματικές παρεμβάσεις του ευρύτερου κοινωνικού μου περιβάλλοντος.  Έκανα το λάθος να πατήσω εκείνο το ανάλγητο κουμπί της εκρηκτικής μηχανής ελέγχου συνειδήσεων.  Της συσκευής που αναμεταδίδει φωτογραφικά διαμελισμένα σώματα παιδιών από ομαδικές σφαγές.  Εγκλήματα αφανισμού, προκαθορισμένα και καθοδηγούμενα από όντα υπεράνω υποψίας, που λέγονται ιθύνοντες, κυβερνόντες, θρησκευτικοί καθοδηγητές, δάσκαλοι, γονείς, παιδιά που πανηγυρίζουν με το θάνατο άλλων παιδιών.   
Όλοι ζούμε την ίδια ιστορία από διαφορετική πλευρά. Ανάλογα τη θέση που διαλέγουμε παίρνουμε και την ιδιότητα του θύτη ή του θύματος. Η επιτυχία, η πτώση, η αποτυχία, η κρίση, το νερό ή το αίμα που ήπιαμε στην πορεία όλα ανήκουν στην  ίδια ιστορία .  Θα την αφηγηθούμε στο τέλος ότι κι αν γίνει, όπως κι αν εξελιχτεί.  Κάθε βίωμα, αποδοχή ή αντίσταση, εγρήγορση ή λήθη, πόνος ή πόθος, απώλεια ή δημιουργία  δέσμες φωτός είναι πάνω από παρηκμασμένες Θερμοπύλες.
Σε λίγο θα τα καταφέρω οι συγνώμες μου να μην είναι ηττοπαθείς, ενοχικές, αδυναμίας ή αβεβαιότητας, ούτε σπάνιας ευαισθησίας.  Θα σταματήσω να ζητάω συγνώμη απ’ αυτούς που με σκοτώνουν.

Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα καταρρίπτει όσα με έχουν συγκλονίσει! 


                                                                  κα. πα. 

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι έρχεται, όποτε μπορεί, σε διαφορετικές στιγμές για τον καθένα.  Όταν υπάρχει ευχέρεια τρυπώνει στη ζωή σου.  Μερικές φορές παρουσιάζεται νωρίς, από τον Μάη, κι άλλες καθυστερεί μέχρι τον Αύγουστο.  Κι ανάλογα με τις ανάγκες καθενός μπορεί ν αργήσει χρόνια.  Δεν είναι σταθερό όπως ο χειμώνας, που στέλνει αγκαζέ το χιόνι με την παγωνιά να κοκαλώσουν όση γη μούλιασε η φθινοπωρινή βροχή.  Ούτε μοιάζει στην άνοιξη, που μπορεί ν αργήσει λίγο, αλλά θα βιαστεί ν αναπληρώσει το χαμένο χρόνο μέχρι να μπουμπουκιάσουν τα βλαστάρια και θα παραμείνει όσο χρειαστεί για ν' αρχίσουν τα νερά να τρέχουν με κατεύθυνση τη θάλασσα.  Το καλοκαίρι μπορεί να φαίνεται αλλά να μην είναι.  Μπορεί να το νομίζεις εσύ,  όμως να μην το νιώθει εκείνο.  Να στέκεται χρονικά και ουσιαστικά να λείπει.  Γιατί καλοκαίρι δεν είναι μόνο τα τζιτζίκια, η ζέστη, ο ιδρώτας, τα ξερά χόρτα, τ αλώνια, η πνιγερή ανάσα του μεσημεριού.  Ούτε η καυτή άμμος και η ξερή αρμύρα στο δέρμα.  Καλοκαίρι είναι η συνειδητοποίηση της ωριμότητας, η ικανοποίηση και η πληρότητα πριν από την τελική ευθεία.  Είναι η εποχή που μπορείς ν αναθεωρήσεις στρατηγικές, να επουλώσεις τραύματα και ν ανασυγκροτήσεις ζωές. 

Κάποιοι –μπορεί πολλοί- αναπολούν την αγνότητα και τον ρομαντισμό της νεανικής τους ηλικίας χωρίς να παραδέχονται αδυναμίες και λάθη.  Όσα παρόν απάντησαν στη ζωή, τους φαίνονται καλά καμωμένα.  Και τώρα, νομίζουν πως βιώνουν το φθινόπωρο και δεν βλέπουν το δίχτυ του χειμώνα που πυκνώνει γύρω τους.  Δεν είναι γέροι, αλλά γεροί.  Ακόμα. Θεωρούν.
Άμα ξοδέψεις τη ζωή σου ολάκερη στο βόλεμα και βρίσκεσαι κάτω από την κουβέρτα του προστατευμένος –έχει αυτό το κακό η φύση- ξεχνάς τον πόνο που προκάλεσες κι αποποιείσαι οφειλές.  Δεν αδιαφορείς –νομίζεις- αλλά ξεχνάς επιλεκτικά ευθύνες πεπραγμένων γιατί δεν αντέχεις να μετρήσεις τις μέρες που απομένουν, τις στιγμές, τα δευτερόλεπτα.  Πέρα από τους θλιβερούς ρομαντισμούς, για σένα κάθε μετά φαντάζει ευκολότερο κι όσοι ακολουθούν πιο τυχεροί απ όσους προπορεύονται.  Πάντα.  
Όμως, ακόμα κι αν γεννιόσουν δύο και τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα και πάλι πίσω θα έψαχνες ασφάλεια και πιο νωρίς απ όλους θα γέμιζες τη σκέψη σου με όνειρα και φαντασία. 
Μικρέ μου μετανάστη της ζωής, που δεν ωρίμασες ποτέ.  
Καλό σου Καλοκαίρι. 


κα. πα. 

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014






Στον ποιητή

Τις φωνές τις καθάριες μην τις φοβάσαι.

Εμπιστεύσου τες ποιητή.

Εκείνες που πηγάζουν απ΄ το θάρρος,

που αφήνει ο λόγος πίσω σου

και τρέφονται από το αίμα της καρδιάς σου.

Είναι τα φύλλα τα νωπά απ΄ τα συναισθήματα,

που κούρνιαζαν στα σπλάχνα σου ως τώρα

και οι ανάσες απ΄ τις σκέψεις

που δεν έκανες ακόμα.  

Να το θυμάσαι ποιητή.


Καλό ταξίδι!


                                                 κα. πα.




Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014



                                    Περίσσιος χρόνος

Όσος χρόνος μένει ανεκμετάλλευτος αρπάζεται από τις ανείπωτες σκέψεις για να υπάρξει. Εκεί στεριώνει καλύβια, μέχρι να σταθεί στα πόδια του, να γεμίσει με ελπίδες τις καρδιές των ανήμπορων και να στήσει παλάτια στα μυαλά των ελαφρόμυαλων.
Κι όσο ο άνθρωπος αναρριχάται κοινωνικά –άσχετα με το λόγο και τη διάρκεια της ύπαρξής του- τόσο βολεύεται στο να μην σκέπτεται. Κι όσο δεν σκέφτεται, άλλο τόσο μεγαλώνει ο περισσευούμενος χρόνος του. Θεριεύει, γίνεται φυτό σαρκοβόρο κι απλώνει πλοκάμια, διαμορφώνει συνειδήσεις αδιάφορες και προβληματικές και καταστρέφει υπαρκτές αξίες. Δεν φέρνει δύναμη η ασυνειδησία ούτε ευτυχία η παρακμή, μόνο, χώρο αφήνουν στην κατάρρευση που θα ακολουθήσει. Η συνειδητοποίηση έρχεται λίγο πριν από το τέλος, εκεί, στα χαρακώματα της απελπισίας πριν την αυλαία της κάθε απεγνωσμένης προσπάθειας.
Συγκεχυμένα συναισθήματα αναζητούν χώρο ύπαρξης. Τρυπώνουν στο πρόσφορο χώμα της αναποφασιστικότητας. Διασταυρώνονται, πλέκουν ρίζες και στήνουν στην επιφάνεια θέσεις παραλλαγής για να σώσουν υπολήψεις από τον ιό της κατακραυγής.
Μη μου μιλάς για αδυναμίες σωματικές. Οι ψυχικές είναι που τρίζουν συθέμελα το οικοδόμημα της ζωής σου. Μη με κοιτάς με το βλέμμα του αθώου παιδιού, που νομίζει πως με έπεισε. Βλέπω την πίσω πλευρά σου ν’ αντιστέκεται στην αθωότητα, που προβάλει η επιθυμία σου για λύτρωση. Δεν καταδικάζω εγώ τους ανθρώπους, αλλά οι πράξεις τους. Δεν κόβω εγώ τα πρόστιμα, αλλά ο ελεγκτής της ψυχής τους.  Παραμονεύει δικαίωση για την καταπίεση που του φορτώνουν κάθε φορά που αναπνέουν ελεύθερα μετά από την θηριωδία. Βγάλε τα φίλτρα από τους καθρέφτες σου. Ζήσε στην πραγματικότητα της καταστροφής που σκορπάς και βίωσε τις ανάγκες και τους πόνους που προκαλείς. Τότε θα καταλάβεις πόσο κοστίζουν οι επιβολές της αόρατης φατρίας που εξαπλώνεται διαβρωτικά.
Υποφέρουν τα χώματα κάτω από την στάχτη της κι ο καπνός της σκεπάζει κάθε ελπίδα ανάσας.    

                                           κα. πα. 

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014







Το δικό μου παραμύθι

Κλείνω τα μάτια στις πριγκίπισσες
κι αρμέγω τις κακίες των μαγισσών
απ’ των παιδιών τις μνήμες.
                                  Παρεξηγημένες  περιμένουν,                                 
μέσα απ’ τα χρόνια τη δικαίωση.
Κι οι άλλες οι αθώες
ξεδιάντροπα διεκδικούν αποδοχή.
Αχνή η γραμμή της θύμησης,
τις παιδικές μου πλάνες διαγράφει.
Βαθειά η κόψη της  πληγής με κλείνει
εκεί που η αλήθεια ενώνει
το μύθο με την πίστη.
Τι έμαθες απ τη ζωή; Ρωτάει.
Θάλασσα είναι που ξεπλένει λάθη.


Αναρτήθηκε απο την κα. πα.
Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014



.-.




Η μόρα


Μ’ άσπρο άλογο καλπάζεις
μυστήριο εξαπτέρυγο αιωρείσαι 
και πας όπου σε στέλνει το ταξίδι.
Άδικα πάνω στην ελπίδα ακουμπάς
ν’  απαλλαγείς από τη μόρα,
που σ’ αρπάζει όταν τα μάτια κλείνεις. 
Ταλαίπωρος τον κόσμο κι αν γυρίζεις
κανένας   δεν μπορεί να σε λυτρώσει.
Τυχαία συναντάς ράφτη που νυχτερεύει.
Στα πόδια του κουρνιάζεις,  
                          να σε φυλάει του ζητάς,                            
να κλέψεις λίγο ύπνο από τη νύχτα.
Μα όταν τα μάτια σου έκλεισαν
την κάπα που σε σκέπαζε
κάτασπρη τρίχα κύκλωσε, σαν φίδι
γύρω σου αναδιπλώνεται.
Σε είδε ο ράφτης που έτρεμες 
ίδιος κερί αναμμένο
και την κλωστή που τύλιγε
τους φόβους στο κορμί σου
με το ψαλίδι έκοψε στα δυο.
Κι έπαψε να σαλεύει αυτή
και ησύχασες και συ παραδομένος.    
Όταν η μέρα χάραξε
κι από τον ύπνο χορτασμένος
πήγες ταξίδι να ετοιμάσεις
βρίσκεις στα δυο το ζωντανό κομμένο.
Ούτε που το φαντάστηκες πως μόρα
ήταν το άλογο που ‘χες συνοδοιπόρο
κι όσο κι αν έδειχνε λευκό
από μέσα ήταν μαύρο.
-.-

Αναρτήθηκε από την Κατερίνα Παναγιωτοπούλου 
Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014



Σάββατο 7 Ιουνίου 2014









Επιστροφή από την Τροία

Κουρασμένος από αγάπες υστερόβουλες
κι ανάξιες θυσίες, πατάω στη γη
των παιδικών μου χρόνων.
Κατέκτησα τον πόνο και τη χαρά μαζί.
Ξεχάστηκα σ’ αναζητήσεις στείρες,
χόρτασα λόγια θεϊκά κι ανίερες πράξεις.
Φοβήθηκα την τύχη του Πάτροκλου
μετά την ταφή του Σαρπηδόνα.
Σιωπώ στις ανάγκες
που δεσμεύουν τις σάρκες μου.
Αδιάφορος στη δόξα που με κυκλώνει
πλένω τα μάτια μου με δάκρυα παιδικά
και ψάχνω ήσυχα σκοτάδια.
Δεν ζωγραφίζεται η ανάσα μου με χρώματα,
ξεθύμανε στης Τροίας τα ερείπια.
Μετά από χρόνια επέστρεψα
από πόλεμο σε άγνωστη πατρίδα.
Ελπίδα μου η μυρουδιά φρεσκοπλυμένου ρούχου.  
Μοναδική ευχή μου η σιωπή της μοναξιάς.

Αναρτήθηκε από την Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
7 Ιουνίου 2014


Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014




Όταν διεγείρονται



Προσπάθησε να διαφυλάξεις, ποιητή, 

όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται, 

του ερωτισμού σου τα οράματα.

Βαλ' τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου.

Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή, 

όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου

την νύχτα, η μες την λάμψη του μεσημεριού. 


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης






Στον κύβο των ψαγμένων ποιητών.
κα. πα. 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014









Αλέξανδρος

Γυναίκα αφέντρα εξουσιάζει την αυλή
του βασιλιά που από μακριά προστάζει.
Κερί είναι η ζωή, μικρό κρατάει λίγο.
Μήτε οι κάβοι κι οι τριχιές το χέρι σταματούνε.
Δεν τη φοβάται τη βροχή ο άνεμος
τη στέλνει να μυρωθούνε πάθη,
να ποτιστούνε στείρες αγκαλιές.
Από τα σκέλια ο καιρός τη μέρα την τραβάει
χαίτη ο πόθος πάλλεται σε νεαρό πουλάρι.
Κι όσο ζυγιάσουν οι θεοί ποιος είναι ο πιο γενναίος
σπαθί και χάρη και άλογο όλα μαζί παλεύουν.
Αγρίμια οι λέξεις γίνονται, καλπάζουν
πάνω σ’ αόρατη γραμμή που ωθεί το χέρι.
Για πίσω η για μπρος μοίρα ορίζει,
κι ο Δίας που γνωρίζει πως δουλεύει
ο φόβος στα παράλια της ζωής.
Λυγάει η μέρα μπρος το πάθος.
Τα σώματα αριθμούς αγγίζουν .
Ατίθασο το άλογο που σε βαρβάρους
πνίγει τον τρόμο των γενναίων.
Στο ανοιχτό γιοφύρι ο πόνος
δείχνει αυτούς που μένουν.
Ο χρόνος αθεράπευτα μικρός.
Να φτάσει ως τα ανείπωτα υποσχέθηκε
και να ζητήσει απ τη ζωή τα ίσα.


κα.πα.


Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Στα Άκρα - Ντίνος Χριστιανόπουλος (Β' Μέρος)



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΣΤΑ ΑΚΡΑ
ΜΕΡΟΣ Β΄



 

Στα Άκρα - Ντίνος Χριστιανόπουλος (Α' Μέρος)



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΣΤΑ ΑΚΡΑ
ΜΕΡΟΣ Α΄

Για κάποιους φίλους που δεν παρακολούθησαν την συνέντευξη. Θεωρώ πως πρέπει να την δείτε. Έχετε να μάθετε πολλά. Είναι σημαντικότερη από οποιοδήποτε σεμινάριο. 

Κυριακή 11 Μαΐου 2014



Ποία του βίου μου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος;

Λάτρεψα το χαμόγελο, που ανάβλυζε η ψυχή σου,
της σκέψης την αγνότητα και τ άδολο το βλέμμα,
που φώτιζαν και στέριωναν δειλά την ύπαρξή σου
απέναντι σ' ανάξιους, που έχουν θεό το ψέμα .

Θαύμασα, που την έλλειψη μ' αυτάρκεια την ντύνεις.
Τη θεία σου ολιγάρκεια μπροστά στην προσφορά,
την άδολη αγάπη σου, που αντίδωρο τη δίνεις
στον οίκτο που σ' απόθεσαν με αντίδοτο χαρά.

Ζήλεψα την πληρότητα που θεία σ' ομορφαίνει.
Την ψυχραιμία, που έτρεφε η άγνοια τρυφερά
και την πραότητα μαζί με την μεγαλοσύνη,
που απόπνεε η εικόνα σου μακριά απ' τη φθορά.

Ρούφηξα και το βλέμμα σου στον ουρανό στραμμένο,
το επτά φορές πιο γαλανό, σαν θάλασσα βαθύ
και την καθάρια σου μορφή, λευκό κερί αναμμένο,
που αμαχητί αφόπλιζε κάθε διεκδικητή.

Ένιωσα τις ανάσες σου, που υστερνές ξοδεύαν
την προσοχή σου ολάκερη στης νύχτας τη θωριά.
Τις λιγοστές σου τις στιγμές, που ανάλαφρα οδεύαν,
ωσάν το κύμα να έσπρωχνε ο ζέφυρος αργά.

Άγγιξα και το στρώμα σου, κρυστάλλινο σαν δύνη,
άκαμπτο, που απλωνότανε σε πλήρη υποταγή
κι αδιάφορα προσέγγιζε του τέλους την οδύνη
μακριά από κάθε προσμονή, ελπίδα και ευχή.

Τη νύχτα τη φοβήθηκα, που γνώση σου στερούσε
κι από τη μοίρα ζήτησα άρση της καταδίκης.
Ικέτευσα και τη ζωή, που χρόνια σ' αγνοούσε,
να σου δοθεί απλόχερα σα να 'σουν το παιδί της.

Μίσησα και τη Μήδεια που λόγιαζες θεά σου
και βύζαγμα σ' αρνήθηκε ζητώντας πληρωμή
ν' απαλλαγεί απ' το μίασμα της μη αρτιότητάς σου
κι έκθετο σε παράτησε στ' ανέμου την ορμή.

Πόνεσα απ' την υποταγή, που είχε η καρδιά σου
σε άθλιο γεννήτορα και ανάξιο υποκριτή.
Στον θάνατο σ' οδήγησε, αμνέ μου, άθελα σου,
σαν άλλος Αγαμέμνονας με αναίσχυντη ισχύ.

Τη μέρα καταράστηκα, στου πρωινού την άχνα,
κι άψυχη σε προστάτεψα απ' τ' άκλαυτό σου χώμα.
Σε κούρνιασα ν' αναπαυθείς μες στα δικά μου σπλάχνα.
Μικρό πουλί μου διάφανο και ματωμένο ακόμα.

Σαν Προμηθέας πότισα το όρνιο που διψούσε.
Με νύχια και δαγκωματιές κράτησα τη ζωή σου
κι απόδιωξα τη Χάρυβδη, που στο χαμό αλυχτούσε
το θάνατο, που θ' άγγιζε το παιδικό το κορμί σου.

Κι αφού η ζωή μ' απόδιωξε εκάλεσα την τύχη.
Στα χέρια της σε απόθεσα σώος να πορευτείς
κι ευχήθηκα να τον ευρείς, πριν το κακό σου τύχει,
τον θείο δρόμο της Εδέμ κι άδοξα μην ταφείς.

Μ' όση ψυχή μου απόμεινε θα σου φιλώ το στόμα.
Σπλάχνο μου εσύ αγέννητο και άταφο ακόμα.