Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2021




 

Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 11

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα

«Κάποτε είχαμε τρόπους να σκοτώνουμε την πλήξη μας και να μην την αφήνουμε να γίνεται κατάθλιψη» έλεγε η μάνα μου σε κάποια από τις φιλενάδες της, από το τηλέφωνο, αφού τώρα δεν μπορεί να τις βλέπει συχνά γιατί εσείς παραμονεύετε. Αυτά μόνο θυμάμαι από ένα τηλεφώνημα, που με κοίμισε δύο ώρες, στον καναπέ μαζί με τον παππού. Ξύπνησα εκεί που έλεγε πως είχαμε λόγους να βγάζουμε φωτογραφίες και να γεμίζουμε άλμπουμ από τα ταξίδια μας. Και συμφωνώ γιατί κάποια εποχή οι γονείς μας ταξίδευαν κάθε τρεις και λίγο κι εμείς, αν δεν τους ακολουθούσαμε, βρίσκαμε την ησυχία μας εκείνο το διάστημα. Ούτε «διάβασε, γράψε» ούτε «κλείσε αυτό το ρημάδι που σου καίει τον εγκέφαλο». Τώρα, τους έχουμε συνέχεια πάνω από το κεφάλι μας και μπορεί κανείς να μη μας κάνει παρατηρήσεις για το «ρημάδι» το κομπιούτερ, αφού όλα πλέον γίνονται μέσα από αυτό, εμείς όμως το βαρεθήκαμε πια. Άσε που, αφού δεν έχουμε γυρισμούς, δεν περιμένουμε και κάτι, που να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον μας έστω για κάποιες μέρες –ανάλογα το πόσο εξωτικό και πόσο ενδιαφέρον είναι.

Μετά από κάθε ταξίδι, τα απογεύματα στο σπίτι μας γινόταν λαϊκό πανηγύρι. Το σαλόνι μας για κάνα μήνα μετατρεπόταν σε Μοναστηράκι. Γύρω γύρω οι πραμάτειες της Ανατολής και της Δύσης περίμεναν αγοραστές, απλωμένες σε θέση «περικοπής» σαν τις εκθέσεις μιας κυρίας στην τηλεόραση, όπως λέει και ο παππούς που δεν θυμάται το όνομά της, αλλά εγώ τη φαντάζομαι μικρή γιατί στο τέλος έχει ένα «άκι»

Σημαιοστολισμένες οι φίλες της μάνας μου παζάρευαν από κοσμήματα και μαντήλια, εκείνα με το γυναικείο όνομα –ήθελα να ξέρω γιατί τα λένε μαντήλια αφού είναι μεγάλα σαν σεντόνια– μέχρι μπακίρια, ναργιλέδες, χαλιά και σπαθιά ακόμα. Αυτά τα σπαθιά τα ήθελα για να βγάλω τα άντερα της αδελφής μου βόλτα, που έριχνε πάνω της τα υφάσματα και στριφογύριζε σαν μπαλαρίνα με τα χέρια ανοιχτά, αλλά δεν με άφηναν ούτε να τα πλησιάσω και για κάποιο παράξενο λόγο εξαφανίζονταν γρήγορα. 

Αυτό γινόταν τόσο συχνά ώστε είχα αποφασίσει όταν μεγαλώσω να ανοίξω μαγαζί στο Μοναστηράκι, όπου πηγαίναμε κάθε Κυριακή, και να πουλάω τις πραμάτειες που ξέμεναν στο πατάρι μας. Κι ό,τι μου άρεσε θα το κράταγα κόντρα στη μάνα μου, που είχε καταντήσει το σπίτι μας αποθήκη με τις συλλογές της, όπως τις έλεγε, και δεν με άφηνε ούτε να τις αγγίξω.

Έτσι έβγαζαν οι γονείς μου όλα ή κάποια από τα έξοδα του κάθε ταξιδιού αλλά και τα πρόστιμα των αεροδρομίων για τις υπέρβαρες αποσκευές τής επιστροφής. Εντάξει, δε λέω κάποιες από τις φιλενάδες της μάνας μου έρχονταν μόνο για να θαυμάσουν τις μυθικές πραμάτειες της και να ακούσουν τις ιστορίες, που έσερναν πίσω τους μαζί και τις μάχες για την απόκτησή τους.

Εγώ στεκόμουν παράμερα και χάζευα και σας διαβεβαιώνω ότι μπορούσα να διακρίνω και τον θαυμασμό αλλά και τον φθόνο στο βλέμμα τους –πιστέψτε με– γιατί κάπως έτσι ένοιωθα κι εγώ. Και αν αυτή η πανηγυριώτικη ευτυχία δεν κράταγε τόσο λίγο, όπως και οι διηγήσεις για τις εμπειρίες κάθε ταξιδιού, θα με φόβιζε ακόμα η μυρουδιά τους, που γέμισε το σπίτι μας και δε λέει να φύγει. Η βρώμα τους, όπως γκρινιάζει ο παππούς μου, καθώς και το μυστήριο να τα κρύβουμε όλα, κάθε φορά που έφευγε ο κόσμος από το σαλόνι μας.

Συνεχίζεται…

 

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 10

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Όταν ξεκίνησα να σας γράφω δεν είχα φανταστεί πως ακόμα θα τα λέγαμε. Πρώτη μέρα του Φλεβάρη σήμερα και δεν λέτε να πάρετε άλλο δρόμο και να σας ξεφορτωθούμε. Άργησα κάπως να σας γράψω γιατί είχαμε πρόβλημα με την αδελφή μου. Συνήθως είναι άφαντη, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε έξω από αυτό. Εκεί που την παρακαλούσαμε να πάρει τα πόδια της και να κάνει έναν γύρο στο τετράγωνο μπας και πάψει ν’ ασχολείται με τα νύχια της, που τα χημικά τα έχουν φάει μέχρι τη ρίζα, πήρε τέτοια φόρα που εξαφανίστηκε.

Πως λέμε για τον άντρα της κυρά Γιώτας ότι πήγε στο περίπτερο και δεν ξαναγύρισε; Ένα τέτοιο πράγμα έγινε και με την αδελφή μου. Η κυρά Γιώτα, για να μην σας αφήσω με την απορία, είναι γειτόνισσά μας. Παρότι πέρασε τα ενενήντα, λέει ψέματα στον γιό της ότι αναπαύεται και την κοπανάει για να κατσικώνεται στην περιπτερού της πλατείας και να ρωτάει τους πελάτες  πόσων χρόνων είναι. Νομίζω πως το κάνει επίτηδες για να της λένε πως τα χρόνια δεν μετράνε πάνω της. Η κυρά Γιώτα λοιπόν ησύχασε νωρίς από τον άντρα της και δεν έχει ούτε μια άσπρη τρίχα στο κεφάλι της.

Έτσι εξαφανίστηκε και η αδελφή μου ένα μεσημέρι, που πήγε να κάνει –επιτέλους– βόλτα στο τετράγωνο αλλά επειδή αυτό συμπεριλαμβάνει και την πλατεία χάθηκε κάπου ανάμεσα στα παγκάκια της. Δηλαδή, έτσι μας είπαν κάποιοι γνωστοί. Την είδαν λέει να μιλάει με έναν «αλυσοδεμένο» –έτσι ακριβώς τον είπαν– και μετά αυτός καβάλησε μια μηχανή και την πήρε μαζί του. Τώρα, δεν ξέρω πως τη δέχτηκε η μάνα του – ζαλισμένη θα ήταν από τη μυρουδιά των βερνικιών – γιατί η δική μου, αν τον έφερνε στο σπίτι μας, θα έβαζε τις φωνές. Μπροστά ήμουνα όταν το είπε, και συγκεκριμένα αναρωτήθηκε πως μαζεύουνε τόσο εύκολα στα σπίτια τους ξένα παιδιά. Θα μου πείτε πως η αδελφή μου δεν είναι παιδί, κοτζάμ μουλάρα είναι, που δεν βρίσκει άντρα να παντρευτεί και στενοχωρεί τη μάνα μας αλλά και μένα που δεν έχω δικό μου δωμάτιο και αναγκάζομαι να μυρίζω τα βερνίκια της.

Τέλος πάντων, η αδελφή μου πήρε τηλέφωνο μετά από τρεις μέρες για να μας πει πως τον αγαπάει τον αλυσοδεμένο της και θα μείνει για πάντα μαζί του. Ζήτησε μάλιστα να της πάμε όλα τα ρούχα της σε μια διεύθυνση που μας έδωσε. Η μάνα μου, που εντωμεταξύ κόντεψε να πεθάνει από την αγωνία της, δικαίως μετά έγινε έξαλλη και φώναζε: Πότε πρόλαβε να τον αγαπήσει; Πάει το έχασα το παιδί μου! Καλά είπε η γιαγιά μου, κι ας είναι στον κόσμο της: Πώς να σου τα φέρουμε τα ρούχα σου, κυρά μου; Στην αίτηση εξόδου δεν υπάρχει τετράγωνο, που να λέει: "Πάω να δώσω τα ρούχα στην κόρη μου, που μας παράτησε σύξυλους". Που να το βάλουμε το "Χ";

Εδώ πρέπει να πω πως μια χαρά έκανε η αδελφή μου και μας παράτησε, μπας και ησυχάσω κι εγώ πια από τα νεύρα της, που δεν έβρισκε άντρα και όλα της έφταιγαν. Ο παππούς το πήρε κατάκαρδα,  η μάνα μας ανησυχεί αλλά ο πατέρας της είπε πως ίσως είναι η ευκαιρία της να παντρευτεί χωρίς προίκα μιας και ξεσκόνισε τόσο καλά το ράφι της, που άρχισε να τρίβεται επικίνδυνα και δεν ξέρουμε για πόσο θα την αντέχει. Εγώ πάντως είμαι χαρούμενος γιατί μετακόμισα αμέσως στο κρεβάτι της. Τώρα μου μοσχοβολάει, μιας και δεν μπορώ ν’ αντέξω την αποφορά, που βγάζει το δικό μου στρώμα. Γι’ αυτό θυμώνω κάθε φορά που η μάνα μου με στέλνει πίσω στα κατουρημένα μου, που τα πλένει με καυτό νερό και σαπούνι και τα στεγνώνει στο καλοριφέρ αλλά δε λένε ούτε να ξεβρομίσουν ούτε να στεγνώσουν μιας και η υγρασία τώρα το χειμώνα δεν βοηθάει.

Συνεχίζεται…

 

 

 

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: Προλεγόμενα    Η παρούσα εργασία είναι αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, του συγγραφέα. Αναφέρεται στο ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα ...

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: Το Ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα - Λεξιλόγιο (μέρος...

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: Το Ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα - Λεξιλόγιο (μέρος...:   του Σεραφείμ   Κακούρα, φιλολόγου   Σύντομη εισαγωγή στο λεξιλόγιο (εμπλουτισμένο)      Το λεξιλόγιο που ακολουθεί αποτελείται από ...

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (μέρος Γ’)

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (μέρος Γ’): του Σεραφείμ Ν. Κακούρα, φιλολόγου --- Λεξικό του Ρουμελιώτικου ιδιώματος Σεραφ. Κακούρας    Περιλαμβάνει 2.1...

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2020



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 9


Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Μπήκαμε στην τελική ευθεία. Τώρα, θέλετε να υποθέσετε για τα Χριστούγεννα θέλετε για το εμβόλιο; Εσείς ξέρετε. Πάρτε όποιο σας βολεύει. Εγώ πάντως σας προειδοποίησα. Δεν έχω καμία όρεξη να λέτε μετά ότι δεν σας το είπα.

Τρεις μέρες μένουν μέχρι τη Γέννηση, δύο μέχρι την Παραμονή. Τι μας έμεινε; Μια μέρα, δηλαδή αύριο. Οπότε ό,τι προλάβουμε. Σάμπως τι άλλο να ετοιμάσουμε; Δεν περιμένουμε κάποιον καλεσμένο. Εμείς κι εμείς θα είμαστε στο γιορτινό τραπέζι. Η μάνα, ο πατέρας, η γιαγιά, ο παππούς και η αδελφή μου. Ούτε εννιά που επιτρέπεται δεν καταφέραμε να μαζευτούμε. Η θεία Ελπινίκη που θα ερχόταν όπως κάθε χρόνο είπε «Καλύτερα!». Με στόμφο το είπε αυτό το «Καλύτερα». Ζηλεύει λίγο που δεν έχει κανέναν. Δηλαδή, είχε αλλά τους έδιωξε όλους με την κακοριζικιά της. Τι κι αν δεν παντρεύτηκε; Έχει αδέλφια και ανίψια. Εγγόνια δεν θέλει να έχει. Αδελφή της γιαγιάς μου είναι –η μόνη που την ανέχεται ακόμα– αλλά επιμένει να τη φωνάζω «θεία». Ο παππούς μου, πίσω από αυτό το «θεία» προσθέτει πάντοτε και ένα «θειάφι», αλλά δεν το καταλαβαίνω. Τελευταία το πρόσεξα, μετά από ένα παρατεταμένο «ςςς» του πατέρα μου. Όμως όταν τον ρώτησα δεν μου εξήγησε. Είπε θα καταλάβω όταν μεγαλώσω. Μέχρι να μεγαλώσω θα το ξεχάσω, σκέφτηκα και ρώτησα τη μάνα μου –για κάποιον περίεργο λόγο απέφυγα να ρωτήσω τη γιαγιά– που και αυτή δεν το ήξερε αλλά έριξε ένα άγριο βλέμμα στον πατέρα μου. Εκείνος με πήρε παράμερα και άρχισε να με ψαρεύει τι δώρο ήθελα να μου φέρει ο Αη Βασίλης, που το βρήκα πιο ενδιαφέρον.

Τέλος πάντων, τι με νοιάζει; «Θεία» θέλει; Έτσι θα τη λέω. Άλλωστε κι εγώ ίδρωσα για να με φωνάζουν «Πύρο Δήμα», κάνοντας πως δεν ακούω το βαφτιστικό μου, αλλά τα κατάφερα. Άσχετα αν το ακύρωσα μετά γιατί κατάλαβα πως δεν θα είχα γιορτή και δεν θα έπαιρνα δώρα. Η μάνα μου λέει ότι πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε τον άλλον να νιώθει όσο πιο βολικά γίνεται. Μέχρι τώρα στη ζωή μας όλα ήταν άφθονα και δεν τα μετρούσαμε. Τώρα, μόνο κάποιες μικρές χαρές μας έμειναν μέσα σ’ αυτή τη βουβαμάρα. Σε αυτό το σημείο η γιαγιά συμπληρώνει, κουνώντας το κεφάλι της, πως μόνοι μας ήρθαμε σ’ αυτή τη ζωή και μόνοι μας θα φύγουμε. Αυτά λέει κι εγώ την πιστεύω γιατί η γιαγιά μου μπορεί να μην τα έχει οκά (τετρακόσια λένε αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί με αυτό το νούμερο εννοούν το οκά και γιατί μου αρέσει περισσότερο από τον αριθμό του) αλλά ποτέ δε λέει ψέματα. Ειδικά τώρα που δεν θυμάται τι έχει πει πριν από ένα δευτερόλεπτο. Άσχετο, δεν ξέρω πόσα οκά έχει το δευτερόλεπτο.

Επίσης δεν ξέρω γιατί φέτος απαγορεύτηκαν τα κάλαντα. Κάθε φορά που τα λέω στη γιαγιά μου ξεχνάει πως της τα έχω ξαναπεί και μου δίνει δύο ευρώ, λέγοντας «Καλά Χριστούγεννα». Ο παππούς απαντάει «Καλά καλαμπόκια», η μάνα μου γουρλώνει τα μάτια της και ο πατέρας μου κουνάει το κεφάλι του. Εγώ λέω να μη φοβόμαστε γιατί περάσαμε την πρώτη φάση και κοντεύουμε  να περάσουμε και τη δεύτερη. Που θα πάει; Μετά θα έρθει το καλοκαίρι, εγώ θα έχω γεμάτο τον κουμπαρά μου και όλοι θα χαιρόμαστε την ελευθερία μας.

 Συνεχίζεται…


Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 8

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Δύσκολα τα πράγματα σήμερα. Πρωί πρωί μας ξύπνησαν δυνατές φωνές, που έρχονταν από τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας μας· οι συγκάτοικοί μας είχαν κρεμαστεί στα κάγκελα των μπαλκονιών για να βλέπει ο ένας τον άλλον και χειρονομούσαν. Η γιαγιά δυνάμωσε την ένταση της τηλεόρασης και ο παππούς βγήκε στο πίσω μπαλκόνι και χτυπούσε παλαμάκια.

Σε λίγο όλα τα μπαλκόνια των γύρω πολυκατοικιών είχαν γεμίσει κόσμο. Μέχρι και στις ταράτσες είχαν ανεβεί κάποιοι για να βλέπουν καλύτερα. Άλλος με τη φόρμα του, άλλος με τις πιζάμες, άλλος με το σώβρακο και μερικές νοικοκυρές με τα νυχτικά, τις ρόμπες και από πάνω τις ποδιές της κουζίνας. Ό,τι βρήκε μπροστά του φόρεσε ο καθένας δηλαδή. Εγώ, βγήκα στο μπαλκόνι ξυπόλυτος και δεν φτάνει που πάτησα σε κάτι φρέσκες κουτσουλιές περιστεριών, έφαγα και μια ξανάστροφη γιατί τις έφερα μέσα στο παρκέ. Καλά που δεν γλίστρησε ο παππούς να σκοτωθεί, είπε η μάνα μου.

Αυτά πρόλαβα να δω τρίβοντας τα μάτια μου, μέχρι να με τραβήξει μέσα από την μπαλκονόπορτα ο πατέρας μου, που βγήκε στις επάλξεις με το σκουπόξυλο και το κοπανούσε όπου έβρισκε φωνάζοντας: «Ένας-ένας με τη σειρά να καταλαβαίνουμε τι λέτε». Τελικά, η γιαγιά βρήκε τη λύση. Του έδωσε τη ροκάνα και αυτός άρχισε να την φέρνει γυροβολιές στον αέρα, ώστε να κάνει εκείνον τον απαίσιο κρότο σα να ήταν μυδράλιο. Έτσι το είπε ο παππούς, έτσι κατάφερε κι ο πατέρας μου να ηρεμίσει για λίγο την οχλαγωγία μπας και μπορέσει να καταλάβει επιτέλους τι είχε συμβεί. Όμως, αφού σταμάτησαν να τσακώνονται μεταξύ τους άρχισαν να τα βάζουν με τον πατέρα μου –ή έτσι μου φάνηκε, όπως είπε και η μάνα μου. Τα πρόσωπά τους έγιναν πάλι κατακόκκινα από τα ουρλιαχτά και χειρονομούσαν απελπισμένα, δείχνοντας τον πάτο του ακάλυπτου. Τελικά, με τη ροκάνα καταφέρανε να συνεννοηθούνε και επιτέλους καταλάβαμε και εμείς τι είχε γίνει. Ένας ένοικος της πολυκατοικίας μας πριόνισε όλα τα φυτά στον ακάλυπτο. Πήδηξε από το μπαλκόνι του πρώτου και θέρισε ό,τι λουλουδικό και δενδρύλλιο βρήκε μπροστά του. Τα ξάπλωσε όλα, το ένα δίπλα στο άλλο, όπως έπεφταν κάποτε τα κοτόπουλα στο κοτέτσι μετά από μεταδοτική ασθένεια, είπε η γιαγιά και συνέχισε απαθής να βλέπει τηλεόραση. Γι αυτό το λόγο φώναζαν οι συγκάτοικοι από το πρωί και οι γριές βρήκαν την ευκαιρία να τον θρηνήσουν προκαταβολικά, απ’ ότι είπε η μάνα μου αλλά δεν το κατάλαβα και καλά.

Οι άντρες της πολυκατοικίας μας, αφού σταμάτησαν οι φασαρίες, φόρεσαν τις μάσκες τους και πήγαν να χτυπήσουν την πόρτα του φταίχτη. Εκείνος δεν άνοιγε, αυτοί φώναζαν και η φασαρία μεταδόθηκε σε όλο το κλιμακοστάσιο. Παλάβωσαν τα κατοικίδια, αγανάκτησαν οι νοικοκυρές. Έβαλαν πανιά στις χαραμάδες της πόρτας τους αλλά αποτέλεσμα δεν είδανε. Ο αντίλαλος έστελνε τους ήχους μέσα στα σπίτια. Για να βρεθεί λύση με ησυχία οι άντρες μετακόμισαν στα εσωτερικά σκαλιά της εισόδου, εκεί που γίνονταν οι συνελεύσεις. Πάλι φωνές, πάλι διαφωνίες. Έσκαγαν που δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, τους έπνιγαν και οι μάσκες, στο τέλος τέντωσαν τα λάστιχα που κρέμονταν από τα αυτιά και τις κατέβασαν να κρατάνε τα σαγόνια τους, που είχαν πέσει από τις φωνές. Τότε πήρανε τις ανάσες τους και σαν από θαύμα επικράτησε η λογική και άρχισαν να μιλάνε ένας ένας.

Εγώ παρακολουθούσα τις συνομιλίες τους κρυμμένος πίσω από τον παππού. Πρώτος μίλησε ο διαχειριστής και είπε για τα σημαντικά λάθη, που είχαμε κάνει –δεν είπε ποιοι– μέχρι τώρα, παίρνοντας πρωτοβουλίες για τα θέλω των άλλων. Κάποιος άλλος είπε πως μπορεί να συμβούν και χειρότερα, γιατί δεν ξέρουμε που θα καταλήξει αυτή η κατάσταση. Ο πατέρας μου είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για ό,τι απρόοπτο μπορεί να συμβεί, είτε καλό είτε κακό. Και μετά ο διαχειριστής ξαναείπε πως παίζουμε σε ένα έργο χωρίς σενάριο, που διαμορφώνεται ανάλογα με το τι θα συναντήσουμε στην πορεία μας. Μέχρι εκεί θυμάμαι γιατί μετά με πήρε ο ύπνος στα πόδια του παππού, που είχε καθίσει στο τελευταίο σκαλοπάτι.

Κύριε Κο Βιτ, όπως θα προσέξατε, μας συμβαίνουν δύσκολες καταστάσεις και μας απασχολούν ιδιαίτερα. Ο φταίχτης ήταν ήσυχος άνθρωπος και καλός οικογενειάρχης. Δεν ξέρω αν βάλατε το χεράκι σας για να τον παλαβώσετε ή αν ρούφηξε την παλαβομάρα από τις ειδήσεις αλλά, για κάποιον περίεργο λόγο, ενώ το βράδυ κοιμήθηκε καλά το επόμενο πρωί ξύπνησε με τα λογικά του τιναγμένα στον ακάλυπτο.   

Τελικά, επειδή κρυφάκουσα όταν ψιθύριζε η μάνα μου στον πατέρα μου, ήρθαν και τον πήραν οι άνθρωποι με τα άσπρα και μη με ρωτάς ποιοι ήταν και που τον πήγαν γιατί εγώ μικρό παιδί είμαι και δεν είναι της ηλικίας μου να μιλάω για τέτοια πράγματα. Έτσι είπε η μάνα μου.   

Πάντως, η συνέλευση αποφάσισε να βάλουμε καινούργια λουλούδια στον ακάλυπτο. 

 Συνεχίζεται…


Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

 



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 7

  

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Λειτουργήσατε σαν εκκεντρικός αρχάριος, λέει ο παππούς. Μας κλείσατε στα σπίτια δημιουργώντας αδιέξοδα, που δεν είχαμε καν υποψιαστεί, και μας αναγκάσατε να βρούμε διεξόδους, που δεν φανταζόσαστε. Η ζωή μας άλλαξε ξαφνικά και απροσδιόριστα. Εκεί που δεν προλαβαίναμε ν’ ανταλλάξουμε δυο γνώμες ξαφνικά βρεθήκαμε να έχουμε άφθονο χρόνο. Άσχετο αν δεν ξέραμε από την αρχή πως να τον διαχειριστούμε. Επιπλέον, δεν ήταν εύκολο αυτό αφού για να τον αξιοποιήσουμε έπρεπε πρώτα να τον προγραμματίσουμε. Εκεί που ζούσαμε ο καθένας για τον εαυτό του έπρεπε να γράψουμε την ίδια ιστορία μαζί με όλον τον κόσμο. Κύριε Κο Βιτ να το ξέρετε: Όσα μας επιβάλλετε μας κάνουν να θέλουμε, όλο και περισσότερο, να ξεφύγουμε από τη δική σας πραγματικότητα. Γι’ αυτό δεν είμαστε χαλαροί αλλά βρισκόμαστε συνέχεια σε εγρήγορση.

Αυτά, φυσικά, μου τα είπε ο παππούς μου και δεν μπορώ να πω ότι τα καταλαβαίνω όλα. Για μία εβδομάδα, αφότου γύρισε από το νοσοκομείο ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν μιλούσε δεν συμμετείχε, δεν υπήρχε. Βρε, τι τον αγκάλιαζα, τι τον φιλούσα, χαμπάρι δεν έπαιρνε, άχυρο στο χωράφι πριν το κάψιμο. Την πρώτη μέρα της επόμενης εβδομάδας, την ώρα που έλειπαν όλοι για κάποιες εξωτερικές δουλειές και με είχαν αφήσει να τον φυλάω, κλείδωσε από μέσα την εξώπορτα και με κάλεσε για σύσκεψη στο δωμάτιό του.

Δεν χάρηκα απλά, παλάβωσα από τη χαρά μου. Πρώτα απ’ όλα μου έδωσε μία μεγάλη υπόσχεση: Στο εξής δεν θα μιλούσε σε κανέναν άλλον παρά μόνο σε μένα. Ο ενθουσιασμός μου χτύπησε το νταβάνι. Τώρα όλοι θα είχαν την ανάγκη μου. Όμως έπρεπε να συνεννοούμαστε και ο μόνος τρόπος για να μην μας καταλαβαίνουν ήταν να επινοήσουμε μια δική μας γλώσσα. Εκείνη τη μέρα ο παππούς με εκπαίδευσε στη γλώσσα των δακτύλων. Σχηματίζαμε γράμματα με τα δάκτυλά μας και με αυτά στήναμε λέξεις και προτάσεις. Ήταν αργή η διαδικασία στην αρχή αλλά εκπαιδευτήκαμε γρήγορα και κάποιες φορές παραλείπαμε τις τελικές συλλαβές, κερδίζοντας χρόνο. Δύο δείκτες παράλληλα και ο μέσος να ακουμπάει κάθετα τον απέναντι δείκτη σχημάτιζε το γράμμα «Η», ένωση δείκτη με αντίχειρα κυκλικά έφτιαχνε το γράμμα «Ο». Στην πορεία η ταχύτητα έκανε τον μπαμπά «Μπα», τη μαμά «ΜΑ», τη γιαγιά «Για» και την αδελφή μου «Βου», από το Βούλα, τις βαφές ή το βούρλο. Εγώ προτιμούσα το τελευταίο αλλά ο παππούς είχε άλλη άποψη. Τέλος πάντων, δεν θα χάλαγε η καρδιά μας από μια λεπτομέρεια. Σημασία είχε πως μόνο εμένα εμπιστευόταν ο παππούς.

Πρώτα απ’ όλα αλλάξαμε τις μάσκες μας με πολύχρωμες και χαρούμενες, που φτιάχνουν τη διάθεση.

 Συνεχίζεται…


Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020





Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 6

  

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Δεν μπορείτε να πείτε ότι δε σας προειδοποίησα. Εσείς όμως όσο μεγαλώνει η μεταξύ μας απόσταση τόσο πιο άπληστος γίνεστε. Έχω καταλήξει πως ή δεν καταλαβαίνεται τι σας γίνεται (επιστημονικά είστε μειωμένης αντιλήψεως –το άκουσα να το λέει ο πατέρας μου και το έψαξα στο Google) ή δεν με υπολογίζετε. Δεν θα το ξαναπώ!

Τελευταία, έχετε πάρει πολύ αέρα. Μας βρήκατε μπόσικους και μας κοπανάτε με ανακοινώσεις φοβιστικές. Χάσκουμε με το στόμα παξιμάδι και την αβεβαιότητα στο βλέμμα. Είναι στιγμές που μπροστά σε κάτι απρόβλεπτο χάνουμε το κουράγιο μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως καταθέτουμε τα όπλα. Το ξάφνιασμα είναι στιγμιαίο, από το σοκ ή την αμηχανία, που προηγείται από τον κάθε ανασχηματισμό. Μετά θα  ανασκουμπωθούμε και μόλις ανασυγκροτήσουμε τις δυνάμεις μας μαύρο φίδι που σας έφαγε κύριε Κο Βιτ. Προς το παρόν παρατηρούμε και την παραμικρή λεπτομέρεια –τι άλλο έχουμε να κάνουμε άλλωστε– και καταλαβαίνουμε περισσότερα απ’ όσα νομίζετε. Να, όπως σήμερα, κακή ώρα δηλαδή.

Κρύωσε ο καιρός. Βγήκανε τα κομπινεζόν στα σύρματα (κομπινεζά τα λέει η γιαγιά μου αλλά η μάνα μου τη διορθώνει πάντα). Έβαλε το χοντρό μπουφάν ο παππούς και στήθηκε στην πόρτα σαν το σκυλί όταν θέλει να βγει για την ανάγκη του. Ήθελε να περπατήσει, είπε στη μάνα μου, που εκείνη τη στιγμή τύλιγε ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα. Αυτή για να μη του χαλάσει το χατίρι έστειλε και την αδελφή μου μαζί του. Με το ζόρι τη σήκωσε από τον καναπέ –είχε αρχίσει πάλι να βάφει τα νύχια της. Τον λυπάται η μάνα μου τον πεθερό της και κάνει ό,τι μπορεί για να νιώθει όμορφα. Δεν φταίει αυτή που η αδελφή μου χάζευε στο κινητό και δεν πήρε είδηση πως ο παππούς έστριψε σε άλλο στενό. Το κακό είναι πως γύρισε στο σπίτι χωρίς αυτόν. Ξαμοληθήκαμε όλοι στους δρόμους και δεν σκεφτήκαμε ούτε μάσκες ούτε δικαιολογητικά έγγραφα. Η μάνα μου παράτησε τα ντολμαδάκια ατύλιχτα και η γιαγιά ένα ντοκιμαντέρ για αγριόφρυνους. Εγώ δεν είχα κάτι να παρατήσω μόνο τους ακολούθησα, το ίδιο και η αδελφή μου με τα νύχια μισοβαμμένα. Και που δεν τον ψάξαμε. Άφαντος. Ο πατέρας έπεσε σε βαθιά μελαγχολία· δεν ξέραμε τι να τον κάνουμε. Ό,τι και να λέει τον αγαπάει τον παππού.

Αργά το απόγευμα μας τηλεφώνησαν από ένα νοσοκομείο να πάμε να τον πάρουμε. Δεν μας έβρισκαν νωρίτερα είπαν· ο παππούς είχε πάθει μια ελαφρά διάσειση –διάσταση επέμενε ο  ίδιος– από το πέσιμο και δεν θυμόταν τη διεύθυνση. Η αδελφή μου λέει πως το έκανε επίτηδες για να χαζεύει όσους πήγαιναν στις πρώτες βοήθειες. Ο παππούς όμως δεν το παραδέχεται και της δείχνει τα δέκα ράμματα, που του έκαναν στο κεφάλι αφού έβγαλαν την πέτρα που είχε σφηνώσει στα μαλακά. Είδαν κι έπαθαν γιατί ο παππούς νομίζοντας πως ήταν καρούμπαλο το πατούσε δυνατά και την έχωνε όλο και περισσότερο στο κεφάλι του. Το κυριότερο είναι ότι από τις εξετάσεις που του έκαναν δεν βρέθηκε θετικός στο δηλητήριό σας. Αυτό είναι μία νίκη. Κανένας στο σπίτι μας δεν είναι θετικός στον ιό. Μόνο εσείς δεν θέλετε να καταλάβετε και συνεχίζετε να μας τριγυρίζετε.

Συνεχίζεται…

 

 

 

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2020

 





Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 5

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Σήμερα ο πατέρας μου καθαίρεσε από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου όλα τα χαϊμαλιά και κρέμασε δύο μάσκες. Όχι αποκριάτικες, θαλασσιές. Από αυτές που πούλαγε το σουπερμάρκετ σε τιμή προσφοράς. Για ώρα ανάγκης, είπε. Η μάνα μου μόλις τις είδε γκρίνιαξε πως ήταν ίδιες με εκείνες που έδειξε η τηλεόραση, στο ρεπορτάζ για τα φασόν από την Ινδία, πεταμένες στο πάτωμα, αλλά ο πατέρας μου τη γείωσε και πήγε και ξάπλωσε νωρίς. Εκείνη φώναξε κάμποσο για την τύχη της και την ξεροκεφαλιά του αλλά στο τέλος, αφού δεν της αντιμίλησε κανείς, πέταξε ένα «Εγώ δεν θα την ακουμπήσω ποτέ στο πρόσωπό μου αυτή την αηδία» και το έριξε στο σιδέρωμα. 

Δεν ξέρω πότε ο πατέρας μου απέκτησε την εμμονή με τις μάσκες. Σήμερα είδε έναν νεκροθάφτη της κυβέρνησης, που εκφωνούσε τις νεκρολογίες στην τηλεόραση, και ζήλεψε τη μάσκα του. Μαύρη ήταν σαν αυτές που φοράνε τα κοράκια όταν μεταφέρουνε φέρετρα στο Πρώτο Νεκροταφείο. Στη θέση της μύτης είχε ένα σίδερο, που κρατούσε το ύφασμα τεντωμένο και άφηνε τον αέρα να μπαίνει μια χαρά. Είμαι σίγουρος γιατί τον παρακολούθησα και δεν έδειχνε να ζορίζεται όπως όλοι μας όταν φοράμε τις μάσκες του εμπορίου. Άσε που σε κάθε εκπνοή ένα «παφ» έκανε τη μάσκα να χάσκει από τα πλαϊνά και άφηνε τον σκοτωμένο αέρα να φεύγει εύκολα. Τέτοια μάσκα θέλω να πάρω, είπε ο πατέρας μου. Τέτοια του είπα να πάρει και για μένα.

Η γιαγιά πάλι στον κόσμο της δεν είπε τίποτα· μέτραγε τις κάμπιες που κρέμονταν σαν τσαμπιά από σταφύλια μέσα στο πλάνο του National Geographic στο συνδρομητικό κανάλι. Όλο αηδίες βλέπει αυτή η γυναίκα. Όπου δει χρώμα έντονο στήνεται. Την άλλη φορά παρακολουθούσε έναν χαμαιλέοντα που άλλαζε αποχρώσεις με κάθε μετακίνηση και πατούσε το τηλεκοντρόλ να επισπεύσει την αλλαγή. Η αδελφή μου πέταξε ένα: «Ά, ωραίο πράσινο για ορειβασία. Πού το είδε το ωραίο πράσινο και πού την ορειβασία; Το μυαλό της μόνο το κατάλαβε. Από τους υπόλοιπους κανένας· ούτε που ασχοληθήκαμε δηλαδή. Η αλήθεια είναι πως όσο την αγνοούμε τόσο πιο ήσυχη κάθεται. Αρκεί να μην σκυλοβαρεθεί και αρχίσει ν’ ανακατεύει τα χρώματα και τα διαλυτικά για τα νύχια της γιατί μας βλέπω να παίρνουμε απολυτήριο όλοι μαζί και δεν έχουμε που να μεταναστεύσουμε τώρα με την καραντίνα. Για να την προλάβω, σκέφτηκα να της δώσω ιδέες να βάφει τις μάσκες της πολύχρωμες αλλά το κρατάω για τη στιγμή που θ’ αρχίσει πάλι να γκρινιάζει.

Ο παππούς δεν πήρε χαμπάρι· ροχάλιζε στον καναπέ, δίπλα στη γιαγιά, και τρόμαζε στον ύπνο του. Τις προάλλες, για να μη μας ζαλίζει με το παραμιλητό, του φορέσαμε μία μάσκα χειρουργική και κόντεψε να πνιγεί. Πάλι καλά που δεν την κατάπιε. Η γιαγιά μου ούτε ν’ ακούσει δεν θέλει για μάσκα. Βρε καλή μου, βρε ανάποδή μου παλουκώσου να σου τη στερεώσω στ’ αυτιά, μην πάρω κανένα συρραπτικό και σου την καρφώσω, ωρύεται η μάνα μου. Τίποτα. Διαφωνεί με το χρώμα· δεν της αρέσει ούτε το λευκό ούτε το θαλασσί. Τι να κάνει και η μάνα μου, έραψε μερικές μάσκες καταπράσινες σαν κάμπιες και ησυχάσαμε για λίγο. Μετά, η γιαγιά ήθελε κόκκινες της φωτιάς και αφού τις βαρέθηκε κι αυτές κατέληξε στον καναπέ να μετράει πόσοι βγάζουν τη μύτη τους έξω από τη μάσκα σε κάθε εκπομπή και να φωνάζει «Τώρα θα τη βγάλει, τώρα θα τη βγάλει». Τώρα, ψάχνουμε κι εμείς χρώμα για να τη δελεάσουμε, μιας και ο γιατρός είπε να περπατάει οπωσδήποτε, μην καταντήσει σε καροτσάκι από την ακινησία. Όμως, δεν μπορεί να βγει στο δρόμο χωρίς μάσκα. Κι όπως λέει και η μάνα μου: «Σάμπως έχουμε τρακοσάρια να πληρώνουμε πρόστιμα;». 

Κύριε Κο Βιτ, με όσα συμβαίνουν στο σπίτι μας βλέπω τη μεταξύ μας απόσταση να μεγαλώνει. Και όσο περνάνε οι μέρες τόσο πιο αδιάφορος γίνεστε. Προσέξτε και θα δείτε πως έχουμε καλύτερα πράγματα ν’ ασχοληθούμε από το να σας ακούμε. Πρώτα απ’ όλα να αλλάζουμε τις μάσκες μας με πολύχρωμες, που φτιάχνουν τη διάθεση χαρούμενη.

 


Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

 



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 4

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Σήμερα είχε έναν καλό ήλιο σαν ελπίδα που συνεχίζεται. Δεν χρειάστηκε ν’ ανάψουμε κεριά για να ζεστάνουμε τις καρδιές μας. Έχει δίκιο ο παππούς μου όταν λέει πως όσο πιο πολλοί στενοχωριόμαστε για τον ίδιο λόγο τόσο μικραίνει η στεναχώρια μας. Τελικά, κάτω από την τρέλα του κρύβει μεγάλη σοφία. Εκτός αν αυτή η τρέλα είναι η ίδια η σοφία που θρέφει την αλήθεια του.

Μέσα στην οικογένεια είμαστε δεμένοι με τον τρόπο μας. Εντάξει, η γιαγιά ξεφεύγει που και που αλλά όταν συνέρχεται είναι μια χαρά. Στα δύσκολα αφήνουμε πίσω ό,τι απασχολεί τον καθένα προσωπικά και επιστρατεύουμε το κουράγιο μας για να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον. Τα αποτελέσματα θα φανούν στην πορεία, λέει η αδελφή μου όταν συνέρχεται από την έκσταση του βερνικιού που βάφει τα νύχια της και μαστουρώνουμε οικογενειακώς. Δεν μπορώ να καταλάβω την πολυχρωμία τους και φυσικά τη χρησιμότητά τους, με μέγεθος και σχήμα σαν εκείνα του αρπακτικού. Είχα πάντα την απορία πως καταφέρνει να σκουπίζεται στην τουαλέτα χωρίς να μαχαιρώνεται, όμως όταν τη ρώτησα τα έμπηξε στην καρωτίδα μου και είδα κι έπαθα για να της ξεφύγω. Από τότε, για να βρω μια άκρη άνοιγα την πόρτα της τουαλέτας χωρίς να χτυπάω. Εκείνη ούρλιαζε αλλά εγώ έβρισκα διάφορες δικαιολογίες και έλεγα πολλές συγνώμες. Ώσπου, μια μέρα έπεσα πάνω στη μάνα μου, την είδα ξεβράκωτη και έφαγα της χρονιάς μου. Έτσι το έκοψα.  

Γενικά, στην οικογένεια πορευόμαστε αισιόδοξοι και δημιουργικοί. Ο πατέρας κάνει προσπάθειες να ξεκολλήσει από το διαδίκτυο αλλά η χαρά δεν τον αφήνει. Μέχρι τώρα, έχει καταφέρει να συνδυάζει δουλειά και ευχαρίστηση. Τι άλλο θέλει ο άνθρωπος, λέει και ξαναλέει, παρά να μπορεί να επιλέγει τον χρόνο και τον τόπο που θα εργαστεί, τους πελάτες και τους συνεργάτες του. Θεωρεί σημαντικό να επιβλέπει την παραγωγή του από το σπίτι, ώστε δεν τον ενοχλεί να πηγαίνει καμιά φορά και στο γραφείο. Έχουν αρκετά κοινά με την αδελφή μου. Εκείνη επιλέγει χρώματα για τα νύχια της κι εκείνος χρωματιστά τραγούδια για τη ζωή του. Κάθε φορά που τραγουδάει τον ρωτάω αν είναι ευχαριστημένος με την κατάσταση που βιώνουμε. Εκείνος χαμογελώντας μου λέει πως όλα θα πάνε καλά και μου κλείνει το μάτι με νόημα. Εγώ όμως έχω ένα φόβο, πως ό,τι και να γίνει το κακό που ξορκίζουμε θα έρθει αργότερα. Όταν θα χαλαρώσουμε.

Τον τελευταίο καιρό έχω πάψει να περιμένω το καλύτερο. Κάποιες φορές, όταν η αλήθεια δεν είναι απαραίτητη, λέω ψέματα και στον εαυτό μου και στους άλλους. Ψέματα που στομώνουν τις εντάσεις και τον πόνο. Δεν το προγραμματίζω, αναβλύζει από μέσα μου εντελώς φυσικά, σαν άμυνα, σαν οφειλή σε όσους περιμένουν μια καλή είδηση. Αυτό έγινε και απόψε, όταν η αίσθηση του εφήμερου και του προσωρινού μπήκε μέσα στην καθημερινότητά μας με την αδιαθεσία του παππού. Τελικά, κρίση ήταν και πέρασε κι όταν ήρθε η ώρα ο πατέρας μας έστειλε όλους για ύπνο.

«Για να κάνουμε και λίγη οικονομία» είπε ανακουφισμένος που θα έβλεπε πολύχρωμα όνειρα.

Συνεχίζεται…

 

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 3

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

 Μια χαρά γνωριζόμαστε. Δεν χρειάζεται να ξανασυστηθούμε. Τα συναισθήματά μου για σας είναι γνωστά. Τα δικά σας πάλι άφαντα. Άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να κρύβω λόγια. Θα μου πείτε, εδώ τα βγάλαμε όλα στην μπερλίνα κι εσύ παίζεις κρυφτό με μάσκα; Ε, έχετε κάποιο δίκιο αλλά πρέπει να κρατάω και άμυνα. Γιατί, κύριε Κο Βιτ δεν μου αφήνετε πολλά περιθώρια. Σας βλέπω στον ύπνο μου με διάφορα προσωπεία και τινάζομαι. Προχθές έδωσα μια κλοτσιά στο πάπλωμα και το έστειλα απέναντι στη γιαγιά μου, που προσευχόταν για την εξαφάνισή σας. Τρόμαξε η καημένη και άρχισε την προσευχή της από την αρχή. Σκεφτείτε να είχε αρπάξει καμιά αδέσποτη και τώρα να έτρωγε χώμα στην αυλή. Είδατε τι με κάνετε και λέω; Την αγαπάω τη γιαγιά μου, κι εκείνη με αγαπάει, πολύ. Πίνει νερό στο όνομά μου. Λέει πως με την εξυπνάδα μου θα κατακτήσω πολλές κορυφές. Κι όταν γκρινιάζω, γιατί αυτό αργεί να γίνει, με συμβουλεύει να μη βιάζομαι και να μην αφήνω το ενδιαφέρον μου να ξεθυμαίνει αλλά να περιμένω να ξεμπερδέψουμε πρώτα από σένα.

 Αγανακτώ, κύριε Κο Βιτ, γιατί όλο μπροστά μου σας βρίσκω. Εσείς με καθυστερείτε να προλάβω το μέλλον μου. Γι’ αυτό εκνευρίζομαι και τσιρίζω και μόλις με ακούει η γιαγιά μου αρχίζει να φωνάζει και αυτή. Λέει να μην σε αφήσω να απομαγεύεις τη ζωή μου ούτε να κάνεις το δέος μου γι’ αυτή να σέρνεται. Λέει και άλλα πολλά, που εγώ δεν καταλαβαίνω, και την αποπαίρνω μπας και σταματήσει. Τότε η γιαγιά μου εκνευρίζεται και αρχίζει να με κυνηγάει με την παντόφλα κι επειδή δεν βλέπει καλά κοπανάει όποιον βρεθεί μπροστά της. Ο πατέρας μου της λέει να σταματήσει το θέατρο και να βγάλει τα βαμβάκια, που στουπώνει στη μύτη της για να μην περνάει η μόλυνση μέσα, και να πάψει ν’ αναπνέει από το στόμα με καλαμάκι τυλιγμένο σε τουλουπάνι. Όμως η γιαγιά μου τον κατσαδιάζει· του λέει ν’ αφήσει τα ραπανάκια που καλλιεργεί στη διαδικτυακή φάρμα και να μαζέψει τον πατέρα του, που ανοίγει τρύπες στο μωσαϊκό του μπαλκονιού για να φυτέψει κρεμμύδια. Ας είναι καλά το σκυλί, λέει, που τα ξεριζώνει.

 Συχνά, του τα σούρνει η γιαγιά μου για τις επιλογές του και ιδιαίτερα για τη μάνα μου, που την κατηγορεί ότι δεν πλένεται για να μην ανοίξουν οι πόροι του δέματός της και περάσει ο ιός. Αλλά σήμερα δεν είπε τίποτα σχετικό αφού είχε ν’ ασχοληθεί με τη θεία μου, που όλη μέρα ξεσήκωνε πατρόν από τα μπούρντα που είχε βρει στο πατάρι.

 «Είναι παλιακά, δεν είναι της μόδας» της έλεγε η μάνα μου, που είναι και η μεγαλύτερη αδελφή της.

«Θα γίνουν καινούργια μόδα μετά τον πόλεμο» φώναζε η γιαγιά, που κάποιες φορές καταλαβαίνει.

 Το καταλαβαίνουμε κι εμείς ότι καταλαβαίνει όταν καθαιρεί την παντόφλα από λάβαρο και την αφήνει να πέσει στο πάτωμα αλλά το χέρι της μένει μετέωρο. Και τότε πέφτει μεταξύ μας μια αμηχανία, που την καταλαβαίνει η γιαγιά και αρχίζει να ασχολείται πάλι μαζί μου.

 Συνεχίζεται…

 


Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2020

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 2

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Να είστε σίγουρος ότι θα συνεχίζω να εύχομαι την απουσία σας και όταν δεν θα υπάρχετε. Μπορεί αυτό να το πείτε εμμονή και ίσως να έχετε δίκιο. Όμως, η ξαφνική παρουσία σας στη ζωή μου έχει επηρεάσει αρνητικά τα συναισθήματά μου και δεν μπορώ να τα αλλάξω· ούτε και θέλω. Αποφεύγω ν’ ακούω τις ειδήσεις από την τηλεόραση –πάντα θα έχω τον φόβο μήπως και μάθω καλά νέα για σας. Όταν ο παππούς μου σηκώνεται και δυναμώνει τη φωνή της συσκευής περιμένω να καθίσει πρώτα και μετά την χαμηλώνω από μακριά με το τηλεκοντρόλ που έχω κρύψει στην τσέπη μου. «Βγάλε το μπουφάν σου μέσα στο σπίτι, παιδάκι μου. Θα λιώσεις» φωνάζει η μάνα μου αλλά ο πατέρας μου, που έχει πάρει είδηση τι έχω μηχανευτεί, της λέει να με αφήσει ήσυχο να κάνω τη δουλειά μου. Εκείνη δεν καταλαβαίνει τι εννοεί αλλά δεν ρωτάει. Ίσως να νομίζει πως με απασχολεί από το διάβασμα.

Έχει σαλτάρει ο καημένος ο παππούς γιατί νομίζει πως χάλασε πάλι το ηχείο της τηλεόρασης. Ο μπαμπάς μου του είπε πως δεν έχουμε άλλα λεφτά για να την φτιάξουμε πάλι –δικός του μπαμπάς είναι, ας κάνει ό,τι θέλει. Αυτά είναι μαθήματα ζωής κι εγώ τα κρατάω γι’ αργότερα, όταν θα γεράσει κι εκείνος και δεν θα ακούει. Αν μας είχε πάρει είδηση η μάνα μου θα μας είχε χειροτονήσει και τους δύο, γιατί τον αγαπάει τον παππού. Βλέπετε, κύριε Κο Βιτ, εκείνη δεν γνώρισε τον δικό της πατέρα και έχει υιοθετήσει τον πεθερό της. Γι’ αυτό τον προσέχει σαν τα μάτια της. Μην τον περιλάβετε και του αλλάξετε τα πετρέλαια. Είναι κρίμα και γι’ αυτόν και για εκείνη αλλά και για τον πατέρα μου, που είναι και γιος του.

Μην αναρωτιέστε για μένα. Φυσικά και τον αγαπάω τον παππού μου κι ας μου κάνει δύσκολη τη ζωή. Να φανταστείτε ότι μας έχει βάλει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι. Με ζορίζει τόσο να φοράω τη μάσκα μου, να πλένω συνέχεια τα χέρια μου και να βάζω κάθε λίγο και λιγάκι αντισηπτικό. Το δέρμα μου  έχει ανοίξει από τα χημικά και έχει κάνει πληγές. Πλαστικά γάντια δεν μπορώ να φορέσω γιατί με πιάνει φαγούρα. Αν δεν φοβόμουν μήπως με γραπώσετε και σας μεταδίδω από καρέκλα σε καρέκλα και από πόμολο σε πόμολο θα σας είχα γραμμένο με καλλιτεχνικά γράμματα, κύριε Κο Βιτ μου. Αλλά βλέπετε αγαπάω τους δικούς μου παρότι μου αρέσει –τι μου αρέσει; τρελαίνομαι, με την καλή πάντα έννοια– να παίζω μαζί τους κοροϊδεύοντας τους φόβους και τις αδυναμίες τους. Δεν θέλω να αρπάξω καμία άκρη σας, που λέει και η γιαγιά μου, να τους κολλήσω και να τους στείλω στον αγύριστο.

Αυτά εσείς, βέβαια, ούτε τα καταλαβαίνετε ούτε σας απασχολούν. Όμως που θα μου πάτε. Δεν θα ξεφύγετε από μένα. Σας έχω βάλει κι εγώ στο μάτι.

 

Συνεχίζεται…    

 

 

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2020


 


Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-Ομολογίες 1


Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα. 


Δεν συνηθίζω να απευθύνομαι στους άλλους προσβλητικά αλλά δεν σας συμπαθώ και δεν έχω καμία διάθεση να το κρύψω. Θα σας συστηθώ με τα αρχικά μου. Είμαι αγόρι και για σας θα είμαι ο Α.Χ., προς το παρόν η και για πάντα, εξαρτάται από τη συμπεριφορά σας. Σημειώστε αυτά τα δύο γράμματα. Δεν προέρχονται από το κανονικό μου όνομα αλλά δεν θα σας το αναφέρω· το φυλάω καλύτερα από τα ρούχα μου. Άλλωστε, και να το έκανα δεν θα είχε σημασία, για σας είμαι και θα είμαι ένας αριθμός. Φυσικά και δεν είστε υποχρεωμένος να με γνωρίζετε. Εξάλλου, η θέση σας είναι επιθετική. Εδώ, δεν κάνετε εξαίρεση για τις παλιές σας γνωριμίες θα σεβαστείτε τις καινούργιες;  

 

Μπήκατε ξαφνικά στη ζωή μου και της αλλάξατε τα φώτα. Την τραντάξατε, την αναστατώσατε, την κάνατε άνω κάτω. Την αφυδατώσατε. Το μόνο που σας μένει είναι να την ξεριζώσετε. Αλλά δεν θα σας το επιτρέψω, να το ξέρετε. Δεν θα σας κάνω το χατίρι. Θα αντισταθώ με όλες τις δυνάμεις μου, μέχρι θανάτου. Ακόμα και τότε θα σας έχω νικήσει, γιατί το να με νικήσετε εσείς δεν το βλέπω. Δεν μπορείτε, είμαι πιο δυνατός απ’ όσο νομίζετε. Ίσως, κάποιες φορές, να κερδίσετε ευχαρίστηση ταλαιπωρώντας με. Μπορείτε να σακατέψετε το σώμα μου, να σαπίσετε τα σωθικά μου αλλά την ψυχή μου δεν μπορείτε να την αγγίξετε, κύριε Κο Βιτ.

 

Ναι, το πιστεύω αυτό που σας λέω και μη γελάσετε σαρκαστικά. Μπορώ να το αποδείξω με μία πρόταση αλλά δεν θα το κάνω ακόμα. Θα το αφήσω να έρθει στην ώρα του. Δεν θα σας διευκολύνω. Πρώτα θα με ακούσετε.

 

Συνεχίζεται…

 

 


Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2020



ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ
βγήκαν τ’ αστέρια
της  θάλασσας
ενώθηκαν 
πάνω στο μπλε δονούνται
να φτάσουν τον ήλιο
ψυχορραγούν
στο αγκάλιασμα
καταμεσής μεσημεριού
θ' ακουστούν οι κραυγές
της ηδονής 

ως την τελική σχάση



Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020






Όλα είναι έτοιμα

Δεν αντιστέκομαι στο εφήμερο
αφήνω το τέλος να με παρασύρει
μέχρι να περάσει ο πόνος της ενοχής
για να συντάξω την εκδοχή μου
Γύρω μου ακμές, αιχμές και βάθη

Όσα είχα στομώσει χρόνια
αναμένουν την αναγγελία
του θανάτου σου

Τρίτη, 14 Απριλίου 2020


    Γιάννης Αλεξάκης (φωτογραφία Γιώργος Αλεξάκης)



Η άνοιξη αναστέλλεται επ' αόριστον 
Καραντίνα μήνας πρώτος

Συνέχεια από το μέτωπο

Άκουσα τη φωνή της από το δρόμο. Βγήκα στο μπαλκόνι και την είδα να διαπληκτίζεται με το γιο της, που μόλις είχε βγει από ένα αυτοκίνητό, πρόχειρα σταματημένο μπροστά στην κεντρική είσοδο τής ακριβώς απέναντι από τη δική μου πολυκατοικίας. Την ώρα που της έδινε μία σακούλα με φαγητά, μαγειρεμένα από τη γυναίκα του, τα φαντάστηκα να μοσχομυρίζουν ζεστά ακόμα και τα σταγονίδια της οσμής τους να αιωρούνται μέχρι το μπαλκόνι μου. Η γηραιά κυρία εκεί, ακίνητη με τα γάντια από λάτεξ και τη μάσκα κρεμασμένη από το ένα αυτί, το δεξί όπως τη έβλεπα, το αριστερό για τη δική της πραγματικότητα.
          Οι πραγματικότητες όπως και οι αλήθειες έχουν δύο εκδοχές, σκέφτηκα, τη δικιά μας και της γριάς απέναντι. Εξαρτάται σε ποια πλευρά βρίσκεσαι όταν τις κοιτάς. Το ίδιο και οι ανάγκες. Δύο άκρες έχουν και οι εκτιμήσεις μας. Κλείνεις τα μάτια και διαλέγεις εκείνη που σε βολεύει καλύτερα, αυτή που χωράς άνετα μέσα της. Ενεργείς αυτόματα· εκείνη την ώρα δεν σε παίρνει να σκεφτείς, δεν έχεις χρόνο. Τουλάχιστον, δεν είχες μέχρι τώρα. Αν καθυστερήσεις θα βρεθείς απέναντι πριν το καταλάβεις.
          Στο δεύτερο μπαλκόνι πάνω από το κεφάλι τής γηραιάς κυρίας –πώς να τη λέγανε άραγε– ένας φοιτητής μάζευε λίγο ήλιο, ψάχνοντας κάτι στο κινητό του. Μπορεί ν’ απαντούσε σε κάποιο μήνυμα, γιατί αργούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Έτσι κι αλλιώς είχε χρόνο μέχρι τη δύση και αφού το κράτος δεν του επέτρεπε να βγει έξω έπρεπε να τον σκοτώσει. Γιατί, το κράτος φρόντιζε να διαφυλάττει την υγεία των γέρων του, να εξασφαλίζει τους παραλήπτες των συντάξεων, εκείνων που μέχρι τώρα έψαχνε να βρει κονδύλια για να τις πληρώσει.
Έσκυψα έξω από τα κάγκελα του μπαλκονιού μου. Η σημαία τής από κάτω, ξεχασμένη από την περσινή εθνική γιορτή, είχε αποκτήσει κρόσσια ενός χρόνου. Ένα σπουργίτι κουρνιασμένο στα κάγκελα τη χάζευε εξοικειωμένο με τον κυματισμό της. Κοίταξα στο δρόμο. Κάποιος γύριζε τον διακόπτη για να φορτίσει την μπαταρία τού αυτοκινήτου του· κατά προσέγγιση μπορούσα να υπολογίσω ποιο ήταν. Μια νέα γυναίκα είχε σταματήσει στο πεζοδρόμιο και κουβέντιαζε με μία άλλη από το χαμηλότερο απέναντι μπαλκόνι. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω την ηλικία τους, έβλεπα μόνο την πλάτη της επισκέπτριας· ξεχώριζαν τα ξανθά μαλλιά της απλωμένα πάνω στην κόκκινη βελουτέ ζακέτα της. Η κουβέντα τους τριγύριζε στην έλλειψη ελπίδας για το μέλλον. Ό,τι ζούσαν ήταν όσα είχαν απομείνει από τις αναδρομές τους στο παρελθόν· ό,τι μπορούσαν να θυμηθούν το είχαν ανακαλέσει.
Μια γυναίκα με χοντρό μπουφάν και φιδέ κολάν ρήμαζε την μπουκαμβίλια τού διαγωνίως απέναντι νεοκλασικού. Η γάτα νιαούριζε τον οίστρο της και δύο φουσκωτοί, που μόλις είχαν παρκάρει, κατέβαιναν κορδωμένοι μέχρι την επόμενη πολυκατοικία. Ο σκύλος μου λιαζόταν δίπλα στα κάγκελα κάνοντας τα δικά του όνειρα. Ένοιωσα τη φαγούρα της άνοιξης στα ρουθούνια μου. Κάθε προσπάθεια ν’ αποφύγω την εποχική έξαρση είχε αποδειχθεί μάταια. Έκανα δύο εισπνοές κι έριξα ένα γερό φτέρνισμα. Η γηραιά κυρία σήκωσε το κεφάλι της και με αγριοκοίταζε, η γυναίκα από το μπαλκόνι αποχαιρετούσε την ξανθιά με το κόκκινο βελουτέ, ευχαριστώντας την για το τσουρέκι που της είχε προσφέρει. Ο γιος της γηραιάς  κυρίας μπήκε στο αυτοκίνητό του και έβαλε μπρος τη μηχανή, λέγοντας στη μάνα του με αυστηρό τόνο ν’ ανεβεί στο διαμέρισμά της. Η κλέφτρα λουλουδιών με το φιδέ κολάν πήδηξε δύο σκαλοπάτια και χάθηκε στον κάθετο δρόμο. Ο οδηγός τού αυτοκινήτου έσβησε τη μηχανή, το κλείδωσε και μπήκε στην πολυκατοικία του. Εντωμεταξύ, η γηραιά κυρία πρέπει να είχε ανέβει στο διαμέρισμά της γιατί την άκουσα να κλείνει την μπαλκονόπορτα με θόρυβο. Όλα είχαν μπει στη δική τους κανονικότητα.   


Σάββατο, 4 Απριλίου 2020




Χάθηκα

Ναι χάθηκα. Κλικ
Έπαιρνα τηλέφωνο και έβγαινε ο συνδρομητής που καλέσατε. Κλικ
Τι να έκανα; Κλικ
Δώρο που δεν στοιχίζει η αγάπη. Κλικ
Αλλά… Κλικ
Αντοχές είναι αυτές, όχι υπεραστικό λεωφορείο. Κλικ
Εσύ τι θα έκανες; Κλικ
Στέγνωσα. Κλικ
Ήθελα να σκεφτώ. Κλικ
Τη συνέχεια, δηλαδή. Κλικ
Άβυσσος. Κλικ
Από τη ματιά στη σκέψη και από εκεί στο αδιέξοδο. Κλικ
Πίκρα στο στόμα. Κλικ
Έτσι και καταφέρεις να την καταπιείς, κατακάθεται στο στομάχι. Κλικ
Εκεί έμεινες για πολύ καιρό. Κλικ 
Αφέθηκες να σε σκεπάσει η πίκρα. Κλικ
Δεν αντιστάθηκες. Κλικ
Έζησα, είπες. Κλικ
Κύλησες προς την έξοδο. Κλικ
Δεν σε αναζήτησα. Κλικ
Ξέρεις, τα περιττώματα είναι τοξικά. Κλικ
Σε ζωγράφισα Gregory S. Κλικ
Με όρθια τα φτερά σου. Κλικ
Μύθος η φόρμα τού Αι Βασίλη. Κλικ
Είχες πάντα κεραίες. Κλικ






Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Άχρονοι καιροί

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Άχρονοι καιροί: γράφει η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου Από τις πρώτες μέρες του γενικού αναγκαστικού εγκλεισμού, λόγω της επιδημίας, άρχισαν ν’ α...



γράφει η Κατερίναι Παναγιωτοπούλου

Από τις πρώτες μέρες του γενικού αναγκαστικού εγκλεισμού, λόγω της επιδημίας, άρχισαν ν' ακούγονται καθαρότερα οι φωνές των πουλιών. Μέχρι τότε, οι νότες τους έφταναν συγκεχυμένες στ' αυτιά της· ταξίδευαν πάνω σε ένα χαλί γεμάτο από τους θορύβους που άφηναν, περνώντας κάτω από το μπαλκόνι της, οι εξατμίσεις των μηχανοκίνητων. Τώρα τελευταία πέρναγε, αραιά και που, κανένα μηχανάκι. Ανέβαινε αργά, με κόπο, την ανηφόρα και, ανάμεσα στις ανάσες του, άφηνε το ξάφνιασμα των πουλιών να φ...


Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020







Η άνοιξη αναστέλλεται επ’ αόριστον

Καραντίνα μέρα 7η  (Παρασκευή 20.3.2020)

Ενώ εσύ κόλλησες στο σπίτι, οκτώ μουσεία προσφέρουν ψηφιακά tour, μια ουσία υπόσχεται να νικήσει τον ιό με την κορώνα, κάμποσοι κατασκευαστές ψηφίζουν για το αντισηπτικό που καθαρίζει, από τηλεοράσεως δίνονται εξαιρετικές πληροφορίες για την ανατροφοδότηση σε κωλόχαρτα, γενικεύεται η έκσταση από τις ασκήσεις τηλεπερσόνας στο απέναντι μπαλκόνι, της οποίας σημειωτέον μέχρι τώρα δεν ήξερες την ύπαρξη. Σ’ αυτό το αλισβερίσι της ελπίδας και των φοβικών ματαιώσεων, το διαμέρισμα των περιορισμένων τετραγωνικών γίνεται αγκαλιά, προστασία, αντισηπτική υπόσχεση.

Η αυτοσυντήρηση επεμβαίνει και σε πείθει ότι είναι καλύτερα ν’ ασχολείσαι με την έλλειψη των κωλόχαρτων παρά να τα βάζεις με τον εαυτό σου, που σε κράζει ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται και, επειδή δεν έχεις νοσήσει, δεν ενδιαφέρεσαι για τις κοινωνικές ανάγκες. Προλαβαίνεις λοιπόν να πεταχτείς μέχρι το κοντινότερο σουπερμάρκετ και, με ένα ανάλαφρο «μια ζωή την έχουμε», να καταθέσεις έναν μισθό, κουβαλώντας στο σπίτι κάθε τι ευχάριστα άχρηστο, που θα σου αποσπάσει για λίγο την προσοχή.

Κι εκεί που περνάς αδιάφορα μεν ικανοποιητικά δε επανέρχεται στο μυαλό σου κάθε μητρική απαγόρευση σε περίοδο καραντίνας μελέτης για εξαμηνιαίες εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Τότε που οι μαθητές προετοιμάζονταν στα σπίτια τους κι ερήμωναν οι δρόμοι από νεανικές φωνές. Κι αν κάποιος είχε το θράσος να παρακινήσει επαναστάσεις έβγαινε η γειτόνισσα με την γυαλιστερή ρόμπα και τα μπικουτί και έβαζε μια φωνή στη μάνα σου να σε μαζέψει γιατί ενοχλούσες, λέει, τον γιο της που είχε προσόντα και όνειρα και μπορούσε να τα καταφέρει ενώ εσύ ήσουνα αχαΐρευτος σαν τον πατέρα σου, που δεν μπόρεσε να γίνει κάτι παραπάνω από εργάτης. Κι όσο η έρμη η μάνα σου σε τράβαγε από το γιακά εσύ έβαζες φιτιλιές πως την είχε προσβάλει η γειτόνισσα με το φακιόλι και πως ο πατέρας σου ήταν πιο κύριος από τον άντρα της γκιόσας, που δεν έχανε ευκαιρία να σας μειώνει οικογενειακώς.  

Η μάνα σου είχε ήδη κάνει τις συγκρίσεις και ήξερε τις διαφορές αλλά δεν τις ξεστόμιζε για να μην σε πληγώσει κι ας την θεωρούσες δειλή. Κι εσύ, που το αίμα σου έβραζε έβαζες όρους στους στόχους σου να ξεπεράσεις το μαμμόθρεφτο, που άντε να πέρναγε σε καμία φιλοσοφική και να κατάφερνε να μπει στην επετηρίδα του υπουργείου για δάσκαλος, αλλά για να τα βγάλει πέρα μέχρι να διοριστεί έκανε ιδιαίτερα στα παιδιά της γειτονιάς. Γιατί εσύ ήσουν και πιο έξυπνος και πιο μάγκας.   


Γιατί σταμάτησες να σκέφτεσαι; Γιατί δεν ενδιαφέρεσαι πια να σώσεις τον κόσμο; Γιατί κουράστηκες; Ευκαιρία να βάλεις τη ζωή σου σε νέα βάση κι όταν αρχίσεις ν’ αναρωτιέσαι ξανά, σκέψου όσους κινδυνεύουν εκεί έξω για να σε σώσουν αν χρειαστεί. Μέχρι τότε βρες κάτι να κάνεις, διάβασε, τραγούδα, άκου μουσική, αγάπησε αυτόν που σου χαμογελάει από το απέναντι μπαλκόνι, ωστόσο σκέψου. Κι αν δεν μπορείς τίποτα απ’ όλα αυτά μέτρα κωλόχαρτα· μάθε και το παιδί σου να το κάνει, όμως μείνε σπίτι. Ευκαιρία να τα βρεις με τον εαυτό σου.