Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2021

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Τα κενοτάφια του νου





Από το λογοτεχνικό περιοδικό Εντευκτήριο
Τα κενοτάφια του νου 
η κριτικής της Λίνας Πανταλέων στην εφημερίδα Καθημερινή 


λέων πηγή: www.kathimerini.gr ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Διάψαλμα: Διηγήματα Εκδόσεις Εντευκτηρίου Θεσσαλονίκη 2021 102...

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2021





Ο εχθρός

 

Μίλησαν γι’ άφαντο εχθρό

όμως εγώ τον έβλεπα

να ’ρχεται κατά πάνω μου.

Λάθος, είπαν, εκτίμηση

κι αρμόδια αποφάσισαν

δεν ήταν τούτος ο εχθρός

και μην αναρωτιέμαι

μηδέ να ψάχνω εξήγηση.

Μ' αν ο αόρατος εχθρός

ήτανε ο πραγματικός

τότε εγώ ποιόν έβλεπα;

Ποιανού καπνός με πίγκωνε

όσο τόνε πλησίαζα

τη λάβα του να σβήσω

να σταματήσω τη ροή

που έσπρωχνε ο άνεμος

σε νέα γη παρθένα;

Ποιος ήταν κόκκινος, καυτός

και μου ’λιωνε τις σάρκες;

Εκείνοι όμως επέμεναν

αν ήταν τούτος ο εχθρός

δεν θα ’ταν κατακόκκινος.

Αυτός που χρώσταγα εγώ

ζωή για να φοβάμαι

στον κουρνιαχτό κρυβότανε

κι αόρατος γινόταν.

Γιατί ήταν μαύρος κι άραχλος

και κάλπαζε ασταμάτητος

με άτι γερό και μελανό

φροντίζοντας μη γεννηθεί

σπυρί από τις στάχτες.

 


Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2021





Πονάνε οι λέξεις

στοιβαγμένες στο κεφάλι μου

να φύγουν θέλουν

και τρυπάνε το σφυγμό μου

Διπλώνω μέσα

σε χαρτί το κλάμα μου

κόκκινη στέλνω

τη γραφή στον εαυτό μου



 

Κυριακή, 18 Απριλίου 2021

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 14

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Τα μάτια μου έχουν γίνει τετράγωνα από το τάμπλετ. Η τηλεκπαίδευση διαρκεί πολλές ώρες κάθε μέρα. Σχολείο, φροντιστήριο, ξένες γλώσσες, βάλε και κάποια χαζολογήματα όλα διαδικτυακά, μαζεύονται πολλά για την αντοχή μου αλλά λίγα για να ξεχάσω όσα αγαπώ και στερήθηκα. Στο σχολείο συναντούσα τους συμμαθητές μου, στο γήπεδο του μπάσκετ έπαιζα με τους φίλους μου ή μιλούσα με τα κορίτσια που με βοηθούσαν να καταλάβω τη συμπεριφορά της αδελφής μου. Τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε με τους γονείς μου κάποιες φορές σε συγγενείς και φίλους κι άλλες στο θέατρο ή στον κινηματογράφο. Σέρνομαι μέσα στο σπίτι αλλά το βρίσκω ανόητο να περιφέρομαι χωρίς λόγο στους δρόμους. Έφτασα να παρακαλάω να ξαναγυρίσουμε στα θρανία, εγώ που άρπαζα κάθε ευκαιρία για κοπάνα. Όλο αυτό που περνάω εδώ κι ένα χρόνο δεν είναι διακοπές· το σχολείο μού λείπει και η κοπάνα δεν έχει πλέον κανένα ενδιαφέρον.

Δεν ξέρω τι θα κάνετε αλλά θέλω να εξαφανιστείτε μπας και ξαναβρούμε το ρυθμό μας, όπως παρακαλάει και η μάνα μου. Ίσως καταφέρουμε να ξαναμπούμε στην όμορφη ρουτίνα που είχαμε πριν από σας, όπως επαναλαμβάνει και η γιαγιά μου πίνοντας τον καφέ της. Τα διαλείμματα που γίνονται ανάμεσα στα διαδικτυακά μαθήματα είναι μικρά και όσες φορές κι αν πάω με το Νο 6 το δωμάτιο της αδελφής μου δεν θα βρω κάτι ενδιαφέρον. Έχω και τη γιαγιά μου, που με παίρνει στο κατόπι από βαρεμάρα και φοβάμαι μην τη χτυπήσω με τα πατίνια. Γκρινιάζω στη μάνα μου, να της πει να με αφήσει ήσυχο, αλλά δεν μεσολαβεί· λέει πως είναι μεγάλη γυναίκα και δεν καταλαβαίνει, εγώ όμως νομίζω πως θέλει να την ξεφορτωθεί. Βρε, και τι δεν της λέει ο πατέρας μου για τις τόσες γιαγιάδες, που ζουν μόνες τους χωρίς παιδιά και εγγόνια, ή για τους παππούδες, που έχουν χάσει την αίσθηση του χρόνου εφόσον δεν αλλάζουν κουβέντα με κανέναν όλη μέρα, τίποτα δεν καταφέρνει.

Παρόλα αυτά, σήμερα είμαι λιγάκι χαρούμενος. Ήρθε η αδερφή μου στο σπίτι μετά από πολύ καιρό. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν ίδια όπως όταν έφυγε. Σαν να άλλαξε μου φάνηκε, σαν να μεγάλωσε πολύ. Κοίταζε το σπίτι λες και δεν το γνώριζε, χάιδευε τα πράγματα σαν να μη τα θυμόταν. Νόμιζα πως μας είχε ξεχάσει και δεν θα ερχόταν ξανά. Στην αρχή ήμουν συγκρατημένος, όμως άλλαξα γνώμη όταν την είδα στην κουζίνα να μιλάει χαμηλόφωνα με τη μάνα μας και να της χαϊδεύει τα μαλλιά. «Να τα βάψεις» της έλεγε κι εκείνη της απαντούσε «Μην το σκέφτεσαι, να γυρίσεις όποτε θες». Κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά καθώς τα λόγια τους δεν ταίριαζαν αλλά δεν είχα καμία όρεξη να μάθω περισσότερα γιατί στο σπίτι μας κάθε φορά που ένα μυστικό γίνεται γνωστό μας βγαίνει σε κακό. Στην αρχή τη λυπήθηκα που ήταν στεναχωρημένη. Μετά σκέφτηκα, καλά να πάθει που σηκώθηκε και έφυγε έτσι ξαφνικά, αλλά αμέσως το μετάνιωσα. «Η σκέψη του ανθρώπου είναι ένα αίνιγμα, πόσο μάλλον των γυναικών που δεν έχει όρια» όπως λέει και ο πατέρας μου. 

Όταν έφυγε η αδελφή μου, η μάνα μου τράβηξε με τρόπο τον πατέρα μου στην κουζίνα. Είπε πως χρειαζόταν βοήθεια, αλλά είμαι σίγουρος πως ήθελε να του μεταφέρει όσα λέγανε τόση ώρα. Την άκουσα να μιλάει για μια «ειδική γονική συνθήκη που είμαστε όλοι συνομήλικοι» αλλά δεν ξέρω τι εννοούσε. Νομίζω πως και ο πατέρας μου δεν πρέπει να καταλάβαινε τι του έλεγε, γιατί όση ώρα εκείνη μιλούσε αυτός συνέχιζε να καπνίζει κάτω από τον απορροφητήρα χωρίς να μιλάει. Και να μίλαγε πάλι δεν θα τον άκουγα· τα λόγια του θα έφευγαν μαζί με τον καπνό μέσα στο σωλήνα εξαερισμού.  

Αυτά γίνονταν μέχρι που η μάνα μου, με μια απότομη κίνηση, έκλεισε τον απορροφητήρα  και εκείνος, συνεχίζοντας να καπνίζει, πήγε κοντά στο παράθυρο. Τότε ήταν που τον άκουσα να της λέει να μην τον φορτώνει με περισσότερες έγνοιες και ότι του έφταναν τα προβλήματα που είχε με τη δουλειά· γιατί ήταν τόσα πολλά τα θέματα που έπρεπε να τακτοποιήσει και δεν μπορούσε καθώς τον είχε τσακίσει αυτή η αδράνεια. Αυτό ήταν. Η μάνα μου τα πήρε στο κρανίο, όπως συνήθιζε να λέει η αδελφή μου, και άρχισε να του τα χώνει –κι αυτό η αδελφή μου το λέει– πως δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος στη γη που ζοριζόταν και πως η κατάσταση την είχε εγκλωβίσει κι εκείνη, ώστε να χάσει τις ισορροπίες της. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε να τα κάνει όλα μόνη της μιας κι εκείνον τον ενδιέφερε η ησυχία του και δεν ανησυχούσε ούτε για τα αυτονόητα. Αυτά είπε.

Τώρα εξηγείται γιατί όποτε έκανα κάτι που δεν της άρεσε φώναζε: «Βγάλε τον αυτονόητο από μέσα σου». Κοίτα να δεις πως οι μεγάλοι αλλάζουν τα πράγματα όπως τους βολεύει, σκέφτηκα και συγχύστηκα. Για να ηρεμίσω πήρα τα πατίνια μου και άρχισα τις βόλτες σε όλο το σπίτι, χωρίς το χαρτί με το Νο 6. Πίσω μου έτρεχε η μάνα μου για να προλάβει τις ζημιές και τα πρόστιμα, παραπίσω ο παππούς φωνάζοντας συνθήματα και τελευταία η γιαγιά, που μας παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον σαν να έβλεπε αγώνες μοτοσυκλέτας στην τηλεόραση.

Ευτυχώς που έχω αυτούς τους δύο και αποκτά η ζωή μου ενδιαφέρον. Συμφωνώ με τον πατέρα μου όταν λέει ότι ο παππούς και η γιαγιά είναι προστατευόμενο είδος και δεν με νοιάζει που βρίζει τον ρατσισμό σας, κύριε Κο Βιτ. Σας αξίζει όλο το μίσος του κόσμου, αφού έχετε πετάξει στα αζήτητα τους ηλικιωμένους και τους κοροϊδεύετε ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να τσιτώνουν τα μούτρα τους και να βάφουν τα μαλλιά τους για να φαίνονται νεότεροι. Σας αντιπαθώ που τους αναγκάζετε να σαπίζουν μπροστά στην τηλεόραση μαθαίνοντας απέξω όλα τα σήριαλ αντί να χαίρονται τη ζωή που τους απομένει. Κι επειδή σήμερα δεν έχω καμία όρεξη να παριστάνω τον καλό, συμφωνώ και με τον παππού μου ότι σας χρειάζεται εκείνο το ιστορικό μπερντάκι για να δούμε μετά αν θα επιμένετε να μας κυνηγάτε.

Κύριε Κο Βιτ, δεν φοβάμαι μήπως μ’ εκδικηθείτε. Καλύτερα να με μισείτε παρά να με λυπάστε και να μου το δείχνετε.

 

Συνεχίζεται…

    


Κυριακή, 14 Μαρτίου 2021

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 13

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

 

Τα πράγματα δεν είναι όπως δείχνουν αλλά διαφορετικά. Δεν ξέρω πως γίνεται να σας μισώ και ταυτόχρονα να συμφωνώ μαζί σας. Περίπου δηλαδή. Εντάξει, παιδί είμαι δεν έχω και καμιά μεζούρα εκτίμησης, όπως λέει και η αδελφή μου κάθε φορά που η μάνα μου της τα χώνει ότι μου δίνει το κακό παράδειγμα. Τώρα, εγώ μιλάω με τον τρόπο της αδελφής μου όχι για εκνευρίσω τη μάνα μας αλλά επειδή συνήθισα τόσον καιρό· άσε που τελευταία έχει αρχίσει να μου λείπει.

Και οι γιορτές μου λείπουν. Κάποτε τέτοιες μέρες κανονίζαμε με τους γονείς μας τα ταξίδια που θα κάναμε. Είναι η δεύτερη χρονιά που ο κόσμος δεν κάνει σχέδια για διακοπές, σαν να μην είναι σίγουροι ότι υπάρχουν ελπίδες να πραγματοποιηθούν. Πέρυσι δεν γιορτάσαμε το Πάσχα, μα ούτε και τα Χριστούγεννα όπου μας είχαν υποσχεθεί οι αρμόδιοι δικοί σας. Τώρα, έρχονται απόκριες που πάλι θα «αποσταλούν απόρρητον»[1] –πάντα με μπερδεύουν αυτά που λένε οι στην τηλεόραση και δεν τα καταλαβαίνω– μαζί με την άνοιξη, που δεν θα έρθει για να γιορτάσουμε το δεύτερο φυλακισμένο μας Πάσχα. Και επειδή αυτά τα δύο πάνε μαζί αναρωτιέμαι σε ποιο από τα δύο θα ρίξουν το φταίξιμο οι αρμόδιοι, στην άνοιξη ή στο Πάσχα, όπως λέει και ο πατέρας μου, και κλείνει το μάτι στη μάνα μου.



[1] «Ανασταλούν επ’ αόριστον»

Γι’ αυτό, ενώ σας μισώ ταυτόχρονα σας παραδέχομαι. Σας μισώ γιατί δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε και φέτος τις διακοπές μας αλλά σας παραδέχομαι κιόλας γιατί καταφέρατε να μας ενώσετε εναντίον σας. Δε φτάνει δηλαδή που περάσαμε έναν χρόνο χωρίς γιορτές έρχεται και δεύτερος μπροστά μας και άντε να περιμένουμε και τον τρίτο και τον τέταρτο και πάει λέγοντας.  Δηλαδή, όταν θα βγω εγώ από το σπίτι θα πάω κατευθείαν για φαντάρος, όπως λέει και ο πατέρας μου που βλέπει τις Ειδήσεις. Τώρα πως βλέπει στις Ειδήσεις εμένα φαντάρο και είναι τόσο σίγουρος που βάζει και στοίχημα με τη μάνα μου, αυτό δεν το ξέρω. Και μπορεί η μάνα μου, επειδή δεν σας χωνεύει, να μην τον αφήνει να τις παρακολουθεί για να μη στεναχωριέται και κάνει κανένα «απομονωμένο βήμα» –μπορεί και βλήμα δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς θέλει να πει– και να του φωνάζει να μη βλέπει αυτές τις σάχλες, όμως ο πατέρας μου κλειδώνεται στο μπάνιο για να τις βλέπει με την ησυχία του από το κινητό.

 Η μάνα μου, που τον παραμονεύει έξω από την πόρτα, του φωνάζει να σταματήσει τα χράτσα χρούτσα με το κινητό, αλλά αυτός πέρα βρέχει. Δεν τους καταλαβαίνω, ούτε τι λένε ούτε τι εννοούν. Τώρα τελευταία μάλιστα άρχισαν να κουνάνε και τα φρύδια όταν γουρλώνουν τα μάτια –αναρωτιέμαι πως καταφέρνουν και συνεννοούνται. Νομίζω πως επίτηδες τα λένε μπερδεμένα. Όταν τους ρωτάω μου απαντούν να μη βιάζομαι και ότι θα καταλάβω όταν μεγαλώσω. Εγώ όμως δεν μπορώ να περιμένω μέχρι να μεγαλώσω για να καταλάβω όσα δεν μου εξηγούν. Όπως σας έγραψα και σε προηγούμενο γράμμα μου, θέλω να ξέρω αν θα γίνω αστυνομικός ή μάγειρας. Δεν μπορώ να περιμένω πρώτα να μεγαλώσω και ύστερα ν’ αποφασίσω τι θα γίνω.

Μέχρι, τότε θα πρέπει  να προετοιμαστώ, να κάνω τα μαθήματα του σχολείου μέσα από την οθόνη, που είναι και χάλια δηλαδή γιατί είναι σαν να μιλάς σε ένα κουτί και να σου απαντάει το κουτί το ίδιο. Θα μου πείτε όμως γιατί γκρινιάζω αφού η δασκάλα μου είναι μέσα στο κουτί και την έχω μπροστά μου; Αμ δεν είναι. Η εικόνα της είναι, όχι η ίδια. Ξέρει ένα κόλπο να την παγώνει ενώ εκείνη μαγειρεύει και κάνει τις δουλειές του σπιτιού της. Προχθές που τηγάνιζε, δεν ξέρω τι και κάηκε από το λάδι, ξέχασε να κλείσει το μικρόφωνο, και πρόλαβα ν’ ακούσω τον άντρα της να τη βρίζει γιατί εκτός που κόντευαν να σκάσουν από τη λαδίλα παραλίγο να πάρουνε και φωτιά. Το ίδιο κάνουν και οι συμμαθητές μου. Παγώνουν τις εικόνες τους και παίζουν παιχνίδια στον υπολογιστή. Μόνο εγώ κάθομαι και περιμένω πότε θα συνδεθούν ξανά επειδή δεν ξέρω ακόμα πως να παγώνω την εικόνα. Πού θα πάει, θα έρθει κάποια στιγμή η αδελφή μου και θα μου κατεβάσει το προγραμματάκι. Το υποσχέθηκε. Αν δεν έρθει κι αυτό το Σαββατοκύριακο θα αδειάσω στο νεροχύτη όλα τα μπουκαλάκια από τα βερνίκια των νυχιών, που άφησε φεύγοντας στο σπίτι μας. Αυτή τη φορά, της είπα ότι δεν αστειεύομαι, θα το κάνω.   

Γι’ αυτό βαριέμαι τα μαθήματα μέσα από την οθόνη. Ενώ αν πηγαίναμε στο κανονικό σχολείο θα έβλεπα και κανέναν παλιό φίλο μου ή θα γνώριζα κάνα καινούργιο για να τον έχω μια ζωή όπως έχει η μάνα μου τις φιλενάδες της. Για τον πατέρα μου δεν ξέρω να πω. Είχε κάποιους φίλους από το στρατό αλλά επειδή άργησε να τους βρει δεν έδεσαν τα σιρόπια τους και ξεκόλλησαν γρήγορα, όπως λέει ο παππούς συνθηματικά. Η γιαγιά κάνει πως δεν καταλαβαίνει για να μαθαίνει τα μυστικά μας αλλά δεν τα μαρτυράει Όσο γι’ αυτούς τους δύο, οι φίλοι τους έχουν ήδη πεθάνει αφού ήταν όλοι τους μεγάλοι. Η αδελφή μου δεν πιάνεται στο μέτρημα γιατί είναι αλαφροΐσκιωτη όπως τη λέει και η μάνα μου –αναποδιασμένη θα την έλεγα εγώ– και δεν της φτουράνε. Πως την αντέχει αυτός ο αλυσοδεμένος δεν το καταλαβαίνω. Ελπίζω όταν μεγαλώσω να μη γίνω σαν τη γιαγιά μου, που τρέχει σαν παλαβή στον κατήφορο μπροστά στο σπίτι μας φωνάζοντας: «Θέλω τη ζωή μου πίσω, θέλω τη ζωή μου πίσω» και ο πατέρας μου την κυνηγάει για να την προλάβει πριν βγει στον κεντρικό δρόμο.

Συνεχίζεται …

 




Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2021


 



Η αδειανή κορνίζα

 

Πόσο υποκριτική είναι η στάση μας στην κοινωνία; Ποιες και πόσες είναι οι κοινωνικές συνθήκες που δίνουν άφεση αμαρτιών στο εθιμικό δίκαιο; Πόση απελπισία μπορεί να αντέξει μία γυναίκα που υπήρξε κορίτσι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα; Δεν μιλάμε για σήμερα που είναι δικαίωμα στην κάθε μία από μας να αντιδράσει στην απόρριψη, στην προσβολή, στη συνήθεια. Πόσες γυναίκες πέρασαν τα προηγούμενα χρόνια από την ιερά εξέταση για να συναινέσουν σε κάποιο γάμο μόνο και μόνο για να απαλλαγούν από την πατριαρχία. Και πόσες από αυτές κατάλαβαν, μετά από χρόνια, ότι στις σκιές της ζωής τους κρυβόταν μετανοιωμένη μία γυναίκα, υποκινητής, ηθικός αυτουργός ή αδύναμη ν’ αντιδράσει.

 

Η ιστορία που ακολουθεί είναι μισή αληθινή μισή δική μου. Ήμουν πολύ μικρή όταν γράφτηκε και είχα πολλές απορίες. Τα μισόλογα των μεγάλων δεν με άφηναν εξηγήσεις, που θα έλυναν τις απορίες μου. Τη λέγανε Τίνα και ήταν μία γυναίκα δυνατή και ελεύθερη· το κατάλαβα πολύ αργότερα. Για αρκετά χρόνια απαγορευόταν στα μέλη της οικογένειας να έρχονται σε επαφή μαζί της. Είχα υποστεί τέτοια πλύση εγκεφάλου ώστε από ένα σημείο και μετά η Τίνα ήταν σαν να μην υπήρχε. Την είχα δει «κατά λάθος» κάνα δυο φορές και πάντα η απάντηση στο ερώτημα ποια είναι ήταν ξερή: «μία».  

Όταν ενηλικιώθηκα άρχισα να ρωτάω κάποιους συγγενείς που την ήξεραν. Οι απαντήσεις ήταν συνωμοτικές. «Τί τη θες τώρα; Είναι χαμένη υπόθεση». Μετά από αρκετά χρόνια στην Αθήνα η μάνα μου με πήρε παράμερα, λες και θα μας άκουγε το πνεύμα του πατέρα μου που μας είχε αφήσει χρόνους καιρό, και μου είπε πολύ σοβαρά: «Η Τίνα θα κάνει εγχείρηση στομάχου. Δεν έχει κανέναν να προσέχει τον ορό της τη νύχτα. Θέλω να μείνω μαζί της. Να έχει έναν άνθρωπο βρε αδερφέ, να της δώσει ένα ποτήρι νερό, ένα φάρμακο…». Η μάνα μου τότε περπάταγε την έβδομη δεκαετία της ζωής της, αλλά είχε αρκετά προβλήματα υγείας. Δεν δέχτηκε τις αντιρρήσεις μου.

Έμεινε κάμποσες μέρες στο νοσοκομείο με την άρρωστη. Εγώ, μέρα παρά μέρα, πήγαινα και πότιζα τις «τριακόσιες γλάστρες, μέσα κι έξω», όπως τόνιζε με περηφάνια, που με έκαναν να βλαστημάω κάθε φορά. Ήθελα να τελειώνω νωρίς γιατί φοβόμουν τη νύχτα στα δυτικά προάστια. Κάποιες στιγμές παρατηρούσα τα στολίδια της, τις φωτογραφίες και τα κεντητά κάδρα στους τοίχους, ψάχνοντας άθελά μου για κάποια παράξενη πληροφορία, λες κι αυτού του είδους οι παραξενιές φωνάζουν από μακριά την ύπαρξή τους. Ντουλάπι δεν άνοιξα ούτε για ποτήρι· νερό έπινα με τη χούφτα μου από το λάστιχο. Ήταν το άβατό της και ήθελα να το σεβαστώ. Αν τολμούσα να σκεφτώ το αντίθετο οι παλμοί της καρδιάς μου ξεχείλιζαν την κούπα τους. Αν το έκανα θα με καταλάβαινε γιατί δεν θα μπορούσα να την κοιτάξω στα μάτια.

Από εκεί έπαιρνα ταξί και πήγαινα στο νοσοκομείο για να πάρω τη μάνα μου και να πληρώσω την αποκλειστική. Ήταν πάντα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τον ορό, χλωμή και λευκή σαν φρεσκοπλυμένο σεντόνι. Το πρόσωπό της είχε μια ηρεμία μεταδοτική και τα μάτια της τα φώτιζε μια δυνατή εμπιστοσύνη. Σιγά σιγά τη συμπάθησα. Συνέχιζα να πηγαίνω στο σπίτι της και να της προσφέρω κάποιες υπηρεσίες σύντομα όμως κατάλαβα πως εκείνο που είχε ανάγκη ήταν η παρέα μου. Όταν έπαιρνα και τη μάνα μου μαζί η Τίνα έκανε μεγάλες χαρές που την έβλεπε. Έτσι πολύ σύντομα ήρθαμε κοντά και σταμάτησα ν’ αναρωτιέμαι γιατί το σπίτι της δεν ήταν διαφορετικό από τα άλλα σπίτια.

Όταν συνήλθε βρισκόμασταν συχνότερα, ερχόταν κι εκείνη στο σπίτι μας πάντα με τα χέρια της γεμάτα. Τη μάλωνα συχνά γι’ αυτή τη συνήθεια αλλά ήταν περήφανη και δεν ήθελε να αισθάνεται αχάριστη –μου το είπε κάποια φορά σαν να εννοούσε ότι ήταν υπερήφανη που την είχα δεχθεί στη ζωή μου. «Σε πειράζει να λέω ότι έρχομαι στο σπίτι σου;» με ρώτησε μια μέρα. Το ότι είχαμε καμιά εικοσαριά χρόνια διαφορά δεν με εμπόδισε να της απαγορεύσω να κάνει βλακώδεις ερωτήσεις. Τώρα εγώ ένοιωθα άσχημα. Δεν είχα κάτι παραπάνω από εκείνη. Ούτε ήμουν καλύτερος άνθρωπος ούτε πιο σοφή, παρότι αυτή με έβλεπε σαν παράδειγμα προς μίμηση. Όταν έκανα μια δουλειά στεκόταν πάνω από το κεφάλι μου, για να δει πως την κάνω. Κάποιες φορές ακουμπούσε πάνω μου· ένοιωθα την ανάσα της στο σβέρκο μου και για να την πειράζω γύριζα από την άλλη μεριά σαν το μαθητούδι που κρύβει τα γραπτά του από τον διπλανό. «Κάνε παραπέρα» φώναζα τάχα εκνευρισμένη. «Όχι δεν πάω πουθενά. Θέλω να δω πως το κάνεις» απαντούσε χωρίς να κουνηθεί, άσχετα αν εκείνη τη στιγμή έτριβα κρεμμύδια στον τρίφτη –πόσοι τρόποι υπάρχουν για να τρίψεις κρεμμύδια στον τρίφτη;

Είχε περάσει τα εξήντα και εξακολουθούσε να είναι ωραιοπαθής μέχρι πατούσας. Μια μέρα τσακωθήκαμε γι’ αυτόν τον εγωισμό. Της φώναξα πως με εκνεύριζε κι όταν ζάρωσε αισθάνθηκα μικρή σαν τη σόλα του παπουτσιού της. Η μάνα μου με κοίταξε με επιτιμητική ειρωνεία. Το ήξερα εκείνο το βλέμμα, που εννοούσε ότι πρέπει να υποχωρήσω και να ζητήσω συγνώμη. Αυτό έκανα και από τότε δεν ξαναμαλώσαμε. 

Όταν η μάνα μου αρρώστησε η Τίνα ήθελε να την περιποιηθεί μόνη της αλλά δεν την άφησα, είχε δικά της καινούργια προβλήματα με τον πνεύμονα. Ένα καλοκαιρινό βράδυ, στο μπαλκόνι, μου διηγήθηκε την ιστορία της. Ήταν δεν ήταν δώδεκα χρονών όταν την πήρε η μάνα της μεροκάματο στ’ αλώνια. Μέχρι τότε απέφευγαν να την κουράζουν. Είχε περάσει πνευμονία πολύ μικρή και κόντεψε να πεθάνει –αυτό το ήξερα. Θεός σχωρέστον το γιατρό, που το κατάλαβε και της έγραψε το φάρμακο, έλεγε. Θεός σχωρέστον και τον πατέρα μου, που το πλήρωσε και έζησε, συμπλήρωνε πάντα στο τέλος. Στα δεκατέσσερα ο πατέρας της, για να μην την νοστιμεύονται τα σερνικά και της βγει το όνομα, την αρραβώνιασε με έναν σαραντάρη μεγαλοκτηματία από ένα διπλανό χωριό. «Δεν είχα ξαναδεί άντρα τσίτσιδο στη ζωή μου και τον φοβήθηκα» έλεγε και ξανάλεγε. Εκείνος, μετά από πολλά παράπονα, έβαλε βέτο στα πεθερικά του πως αν δεν τη δοκίμαζε στεφάνι δεν θα της έβαζε και το κρίμα στο λαιμό τους για τη ρετσινιά. Έκατσε η μάνα της και την κράταγε μέχρι να την καταφέρει ο γαμπρός κι όταν την πήρε με παπά και με κουμπάρο κάνανε το σταυρό τους που ξεμπερδέψανε μαζί της. Τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια της δεν πήρανε θέση. Ήθελαν να τελειώσουν μαζί της για να πάρουνε σειρά.

Στο μήνα πάνω γύρισε με τα πόδια στο πατρικό της. Ολόκληρο βουνό πέρασε σε μια νύχτα για να φτάσει τα χαράματα μέσα στα αίματα· από το ξύλο και την ταλαιπωρία της στα κατσάβραχα. Ο πατέρας της, όμως, ειδοποίησε το γαμπρό να έρθει να τη μαζέψει. Τότε έμαθαν πως είχε πάρει χρήματα για να του τη δώσει. Η Τίνα τον πατέρα της τον μίσησε και τον άντρα της δεν τον συγχώρησε ποτέ ούτε τον αγάπησε. Περίμενε αρκετά χρόνια κι όταν τον βρήκε μπόσικο κατάφερε να του ξεφύγει. Αυτή τη φορά, δεν γύρισε στο χωριό της. Μπήκε στο φορτηγό ενός πραματευτή και έφτασε στην Αθήνα. Εκεί χάθηκαν τα ίχνη της. Ό,τι και να έκαναν δεν μπόρεσαν να την εντοπίσουν. Μέχρι και ο γαμπρός βαρέθηκε και πήρε το διαζύγιο μόνος του, για να γλυτώσει τη ρετσινιά του παρατημένου. Μετά την ξέχασαν. Ύστερα από κάποια χρόνια πήρε τη μάνα της τηλέφωνο από τη Γερμανία. Δούλευε σε ένα εργοστάσιο ηλεκτρικών ειδών, της είπε, και ήτανε καλά. Άρχισε να τους στέλνει χρήματα· πήρε κοντά της και τον μεσαίο αδελφό για να δουλέψει· έτσι τη συγχώρησαν. Ο πρώτος ομορφονιός που της έταξε γάμο την έφερε στην Ελλάδα και της έφαγε όλες τις οικονομίες. Αρκετά χρόνια νεότερος, τη στεφανώθηκε τελικά αλλά τι σημασία είχε; Κουβάλαγε στο σπίτι όλες τις παστρικές και την έβαζε να τις περιποιείται. Όταν κατάφερε να τον ξεφορτωθεί δεν είχε δεκάρα. Έτσι άρχισε τις κονσομασιόν στα κλαρίνα κι άμα την έπνιγε η πίκρα έλεγε κι από κανένα τραγουδάκι για να ξεδίνει και να βγάζει και κανένα παραπάνω χαρτζιλίκι. Και πάλι ερωτεύτηκε αλλά και πάλι δεν θεωρήθηκε άξια για το σόι του γαμπρού. Μια σχέση, που τόλμησε πολύ αργότερα, κράτησε χρόνια αλλά όταν εκείνος πέθανε αυτή είχε μπει ήδη στην τρίτη ηλικία. Έτσι, αφού η τύχη της δεν ήθελε να φτιάξει οικογένεια, έμεινε μόνη της από επιλογή. Τότε τη γνώρισα κι εγώ. Αυτή, που το σόι της την έλεγε πουτάνα τέσσερις άντρες είχε γνωρίσει στη ζωή της.

Μετά από κάποια χρόνια ξεπλήρωσε όσα χρώσταγε σ’ εκείνη την πνευμονία. Έφυγε μετά από πολλές εγχειρήσεις, ακτινοβολίες και χημειοθεραπείες. Θαύμασα τη δύναμη της ψυχής της και τη μεγαλοσύνη της. Θαύμασα την τιμιότητά της και την ντομπροσύνη της κι έκλαψα για το χαμό της σαν να ήταν η μάνα μου. Πήγαινα συχνά στο μνήμα της και κουβεντιάζαμε όπως όταν ζούσε. Θυμόμουν τις συζητήσεις μας στο πεζούλι του κοιμητηρίου, μετά το άναμμα των καντηλιών στους αγαπημένους μας, τότε που χαζεύαμε το χωριό μέχρι που νύχτωνε και ύστερα παίρναμε το δρόμο του γυρισμού. Μια μέρα, μετά από αρκετό καιρό, που πήγα στο μνήμα της το βρήκα ερειπωμένο γεμάτο ξερά αγκάθια, με το καντήλι και την κορνίζα της φωτογραφίας της σπασμένα. Ξερίζωσα τ’ αγκάθια με γυμνά χέρια κι αφού την έκλαψα πήρα τη φωτογραφία και το καντήλι της να τα αντικαταστήσω.

Το βράδυ ήρθε στον ύπνο μου. «Μην ξαναπάς. Δεν μένω πια εκεί. Κράτα τη φωτογραφία και το καντήλι να με θυμάσαι. Τα έχω πληρωμένα. Δεν έχω κάτι άλλο να σου αφήσω» είπε. Τα κράτησα και δεν ξαναπήγα. Το μνήμα της έμεινε με μια κορνίζα αδειανή και χωρίς το καντήλι του. Απόψε που γράφω την έχω μπροστά μου σε ξύλινη κορνίζα, σκαλιστή όπως της άρεσε. Μου χαμογελάει γιατί ξέρει πως ξημερώνει η γιορτή της γυναίκας και πως θα γράψω πρώτη φορά για ’κείνη. Θα γράψω την αλήθεια για τη μνήμη της.  

 


Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 12


Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Ο παππούς μόλις ξύπνησε φόρεσε ένα ελαφρύ παλτό και βγήκε. Από τότε που έκανε το εμβόλιο, κύριε Κο Βιτ, μπήκατε μέσα του και χαλάσατε τα ηχεία από τα αυτιά του. Ο πατέρας μου λέει πως «έτσι ξεπλήρωσε τη δόση του» αλλά δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Δεν μπορώ να φανταστώ πως η ακοή είναι κέρμα και το δίνεις για να πληρώσεις το εμβόλιο.

Τέλος πάντων, δεν ξέρω πως έγινε αλλά μετά από λίγο ο παππούς μου χάθηκε. Πήρε και το «Αμαρτωλών σωτηρία» μαζί του, που δεν το αποχωρίζεται ποτέ, για να το βγάλει φωτοτυπία στο βιβλιοπωλείο της γωνίας, μιας και είναι πολύ βαρύ βιβλίο για να το κουβαλάει συνέχεια κάτω από τη μασχάλη του. Τώρα πως θα χώραγε τόσο χοντρό βιβλίο σε μία φωτοτυπία αυτό δεν το ξέρω και ούτε θα το μάθω ποτέ. Αν μπορούσατε να δείτε το βιβλίο θα καταλαβαίνατε κι εσείς, κύριε Κο Βιτ, τι εννοώ.

Θανάση τον έλεγαν εκείνη τη μέρα τον παππού μου. Δεν θυμάμαι αν μας συστήθηκε μόνος του ή τον φώναξε πρώτη η γιαγιά. «Θανάση, μάσκα να πάρεις» του φώναξε πριν περάσει το κατώφλι. Και φυσικά εκείνος δεν την άκουσε· έτσι κι αλλιώς σε κανένα όνομα δεν ακούει. «Την ξέχασες τη μάσκα, Θανάσηηη» αντήχησε η φωνή της στο κλιμακοστάσιο αλλά ο παππούς είχε φύγει με το ασανσέρ.

«Κοίτα να δεις που η αγωνία δίνει ένταση στη φωνή» σκέφτηκα, γιατί τελευταία η γιαγιά μου ίσα που ακουγόταν. Η μάνα μου την έμπασε μέσα και τηλεφώνησε αμέσως στον πατέρα μου, που εκείνη την ώρα ήταν στην ουρά του φούρνου για να πάρει ψωμί. Τώρα, πως η ουρά του φούρνου βγάζει και δίνει ψωμιά, αυτό είναι ένα άλλο μυστήριο, που δεν έχω ξεδιαλύνει ακόμα.

Τελικά, εκείνη τη μέρα ήταν τέτοια η σύγχυση που ο πατέρας μου ούτε τον παππού πρόλαβε ούτε ψωμί έφερε· αλλά δεν χρειάστηκε γιατί δεν φάγαμε, μας είχε κοπεί η όρεξη. Τον παππού μάς τον έφερε την άλλη μέρα ένας αστυφύλακας. Φαινόταν ταλαιπωρημένος –ο παππούς, όχι ο αστυφύλακας. Πρόσεξα πως μπήκε στο σπίτι χωρίς το παλτό και το βιβλίο του και πως αντί για μάσκα φορούσε μια κούπα πορτοκαλιού με δύο κορδόνια. Δηλαδή, όλοι το προσέξαμε αλλά δεν μιλήσαμε. Ειδικά για τη μάσκα και για το παλτό δεν μας ένοιαξε αλλά το βιβλίο ήταν πολύ παλιό και σπάνιο. Φαίνεται πως η Αστυνομία δεν μπορεί να σώζει ταυτόχρονα δυο αμαρτωλούς. Ευτυχώς τουλάχιστον που ξέρουν τον παππού και μας τον φέρνουν όταν χάνεται. Έχει συμβεί κάνα δυο φορές.

Ο αστυνομικός είπε πως δεν είναι σίγουρο αν θα τον βρούνε και την επόμενη φορά. Σκέφτηκα πως η Αστυνομία θα πρέπει να είναι πολύ έξυπνη για να ξέρει ότι ο παππούς  θα ξαναχαθεί. Και την ίδια στιγμή αποφάσισα, όταν μεγαλώσω να γίνω αστυνομικός. Όχι μπάτσος, όπως τους λέει η αδελφή μου, αστυνομικός για να πηγαίνω τους παππούδες στα σπίτια τους όταν χάνονται. Βέβαια η δουλειά μου θα είναι δύσκολη με τόσους κουφούς παππούδες, που φεύγουν χωρίς να ξέρουν που πάνε αλλά, όσο να ’ναι, δίνει μεγάλη ασφάλεια και χαρά στον κόσμο. Μερόνυχτα σκεφτόμουν αυτή την απόφαση και κατέληξα πως οι αστυνομικοί είναι έξυπνοι αλλά μάλλον δεν είναι σίγουροι για την εξυπνάδα τους. Αλλιώς θα μπορούσαν να βρίσκουν τον παππού μου κάθε φορά που θα χανόταν κι ας μη θυμόταν το όνομά του. Πάντως, εγώ χάρηκα επειδή αυτός που μας φέρανε ήταν ο παππούς μου και ας τον λέγανε αυτοί όπως ήθελαν.

Και ο πατέρας χάρηκε. Αντί να τον βρίσει, που μας κοψοχόλιασε, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και παράγγειλε στη μάνα μου ντολμαδάκια με λάχανο που αρέσουν και στους δύο. Εκεί μπερδεύτηκα κάπως γιατί πριν αποφασίσω να γίνω αστυνομικός ήθελα να γίνω μάγειρας για να του μαγειρεύω τα αγαπημένα του φαγητά –του παππού, εννοείται. Βέβαια, για να γίνω μάγειρας θα χρειαζόμουν πολύ χρόνο ενώ για αστυνομικός εκτός από την εξυπνάδα μου έφτανε μόνο μία στολή.     

Συνεχίζεται…


Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2021




 

Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 11

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα

«Κάποτε είχαμε τρόπους να σκοτώνουμε την πλήξη μας και να μην την αφήνουμε να γίνεται κατάθλιψη» έλεγε η μάνα μου σε κάποια από τις φιλενάδες της, από το τηλέφωνο, αφού τώρα δεν μπορεί να τις βλέπει συχνά γιατί εσείς παραμονεύετε. Αυτά μόνο θυμάμαι από ένα τηλεφώνημα, που με κοίμισε δύο ώρες, στον καναπέ μαζί με τον παππού. Ξύπνησα εκεί που έλεγε πως είχαμε λόγους να βγάζουμε φωτογραφίες και να γεμίζουμε άλμπουμ από τα ταξίδια μας. Και συμφωνώ γιατί κάποια εποχή οι γονείς μας ταξίδευαν κάθε τρεις και λίγο κι εμείς, αν δεν τους ακολουθούσαμε, βρίσκαμε την ησυχία μας εκείνο το διάστημα. Ούτε «διάβασε, γράψε» ούτε «κλείσε αυτό το ρημάδι που σου καίει τον εγκέφαλο». Τώρα, τους έχουμε συνέχεια πάνω από το κεφάλι μας και μπορεί κανείς να μη μας κάνει παρατηρήσεις για το «ρημάδι» το κομπιούτερ, αφού όλα πλέον γίνονται μέσα από αυτό, εμείς όμως το βαρεθήκαμε πια. Άσε που, αφού δεν έχουμε γυρισμούς, δεν περιμένουμε και κάτι, που να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον μας έστω για κάποιες μέρες –ανάλογα το πόσο εξωτικό και πόσο ενδιαφέρον είναι.

Μετά από κάθε ταξίδι, τα απογεύματα στο σπίτι μας γινόταν λαϊκό πανηγύρι. Το σαλόνι μας για κάνα μήνα μετατρεπόταν σε Μοναστηράκι. Γύρω γύρω οι πραμάτειες της Ανατολής και της Δύσης περίμεναν αγοραστές, απλωμένες σε θέση «περικοπής» σαν τις εκθέσεις μιας κυρίας στην τηλεόραση, όπως λέει και ο παππούς που δεν θυμάται το όνομά της, αλλά εγώ τη φαντάζομαι μικρή γιατί στο τέλος έχει ένα «άκι»

Σημαιοστολισμένες οι φίλες της μάνας μου παζάρευαν από κοσμήματα και μαντήλια, εκείνα με το γυναικείο όνομα –ήθελα να ξέρω γιατί τα λένε μαντήλια αφού είναι μεγάλα σαν σεντόνια– μέχρι μπακίρια, ναργιλέδες, χαλιά και σπαθιά ακόμα. Αυτά τα σπαθιά τα ήθελα για να βγάλω τα άντερα της αδελφής μου βόλτα, που έριχνε πάνω της τα υφάσματα και στριφογύριζε σαν μπαλαρίνα με τα χέρια ανοιχτά, αλλά δεν με άφηναν ούτε να τα πλησιάσω και για κάποιο παράξενο λόγο εξαφανίζονταν γρήγορα. 

Αυτό γινόταν τόσο συχνά ώστε είχα αποφασίσει όταν μεγαλώσω να ανοίξω μαγαζί στο Μοναστηράκι, όπου πηγαίναμε κάθε Κυριακή, και να πουλάω τις πραμάτειες που ξέμεναν στο πατάρι μας. Κι ό,τι μου άρεσε θα το κράταγα κόντρα στη μάνα μου, που είχε καταντήσει το σπίτι μας αποθήκη με τις συλλογές της, όπως τις έλεγε, και δεν με άφηνε ούτε να τις αγγίξω.

Έτσι έβγαζαν οι γονείς μου όλα ή κάποια από τα έξοδα του κάθε ταξιδιού αλλά και τα πρόστιμα των αεροδρομίων για τις υπέρβαρες αποσκευές τής επιστροφής. Εντάξει, δε λέω κάποιες από τις φιλενάδες της μάνας μου έρχονταν μόνο για να θαυμάσουν τις μυθικές πραμάτειες της και να ακούσουν τις ιστορίες, που έσερναν πίσω τους μαζί και τις μάχες για την απόκτησή τους.

Εγώ στεκόμουν παράμερα και χάζευα και σας διαβεβαιώνω ότι μπορούσα να διακρίνω και τον θαυμασμό αλλά και τον φθόνο στο βλέμμα τους –πιστέψτε με– γιατί κάπως έτσι ένοιωθα κι εγώ. Και αν αυτή η πανηγυριώτικη ευτυχία δεν κράταγε τόσο λίγο, όπως και οι διηγήσεις για τις εμπειρίες κάθε ταξιδιού, θα με φόβιζε ακόμα η μυρουδιά τους, που γέμισε το σπίτι μας και δε λέει να φύγει. Η βρώμα τους, όπως γκρινιάζει ο παππούς μου, καθώς και το μυστήριο να τα κρύβουμε όλα, κάθε φορά που έφευγε ο κόσμος από το σαλόνι μας.

Συνεχίζεται…

 

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 10

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Όταν ξεκίνησα να σας γράφω δεν είχα φανταστεί πως ακόμα θα τα λέγαμε. Πρώτη μέρα του Φλεβάρη σήμερα και δεν λέτε να πάρετε άλλο δρόμο και να σας ξεφορτωθούμε. Άργησα κάπως να σας γράψω γιατί είχαμε πρόβλημα με την αδελφή μου. Συνήθως είναι άφαντη, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε έξω από αυτό. Εκεί που την παρακαλούσαμε να πάρει τα πόδια της και να κάνει έναν γύρο στο τετράγωνο μπας και πάψει ν’ ασχολείται με τα νύχια της, που τα χημικά τα έχουν φάει μέχρι τη ρίζα, πήρε τέτοια φόρα που εξαφανίστηκε.

Πως λέμε για τον άντρα της κυρά Γιώτας ότι πήγε στο περίπτερο και δεν ξαναγύρισε; Ένα τέτοιο πράγμα έγινε και με την αδελφή μου. Η κυρά Γιώτα, για να μην σας αφήσω με την απορία, είναι γειτόνισσά μας. Παρότι πέρασε τα ενενήντα, λέει ψέματα στον γιό της ότι αναπαύεται και την κοπανάει για να κατσικώνεται στην περιπτερού της πλατείας και να ρωτάει τους πελάτες  πόσων χρόνων είναι. Νομίζω πως το κάνει επίτηδες για να της λένε πως τα χρόνια δεν μετράνε πάνω της. Η κυρά Γιώτα λοιπόν ησύχασε νωρίς από τον άντρα της και δεν έχει ούτε μια άσπρη τρίχα στο κεφάλι της.

Έτσι εξαφανίστηκε και η αδελφή μου ένα μεσημέρι, που πήγε να κάνει –επιτέλους– βόλτα στο τετράγωνο αλλά επειδή αυτό συμπεριλαμβάνει και την πλατεία χάθηκε κάπου ανάμεσα στα παγκάκια της. Δηλαδή, έτσι μας είπαν κάποιοι γνωστοί. Την είδαν λέει να μιλάει με έναν «αλυσοδεμένο» –έτσι ακριβώς τον είπαν– και μετά αυτός καβάλησε μια μηχανή και την πήρε μαζί του. Τώρα, δεν ξέρω πως τη δέχτηκε η μάνα του – ζαλισμένη θα ήταν από τη μυρουδιά των βερνικιών – γιατί η δική μου, αν τον έφερνε στο σπίτι μας, θα έβαζε τις φωνές. Μπροστά ήμουνα όταν το είπε, και συγκεκριμένα αναρωτήθηκε πως μαζεύουνε τόσο εύκολα στα σπίτια τους ξένα παιδιά. Θα μου πείτε πως η αδελφή μου δεν είναι παιδί, κοτζάμ μουλάρα είναι, που δεν βρίσκει άντρα να παντρευτεί και στενοχωρεί τη μάνα μας αλλά και μένα που δεν έχω δικό μου δωμάτιο και αναγκάζομαι να μυρίζω τα βερνίκια της.

Τέλος πάντων, η αδελφή μου πήρε τηλέφωνο μετά από τρεις μέρες για να μας πει πως τον αγαπάει τον αλυσοδεμένο της και θα μείνει για πάντα μαζί του. Ζήτησε μάλιστα να της πάμε όλα τα ρούχα της σε μια διεύθυνση που μας έδωσε. Η μάνα μου, που εντωμεταξύ κόντεψε να πεθάνει από την αγωνία της, δικαίως μετά έγινε έξαλλη και φώναζε: Πότε πρόλαβε να τον αγαπήσει; Πάει το έχασα το παιδί μου! Καλά είπε η γιαγιά μου, κι ας είναι στον κόσμο της: Πώς να σου τα φέρουμε τα ρούχα σου, κυρά μου; Στην αίτηση εξόδου δεν υπάρχει τετράγωνο, που να λέει: "Πάω να δώσω τα ρούχα στην κόρη μου, που μας παράτησε σύξυλους". Που να το βάλουμε το "Χ";

Εδώ πρέπει να πω πως μια χαρά έκανε η αδελφή μου και μας παράτησε, μπας και ησυχάσω κι εγώ πια από τα νεύρα της, που δεν έβρισκε άντρα και όλα της έφταιγαν. Ο παππούς το πήρε κατάκαρδα,  η μάνα μας ανησυχεί αλλά ο πατέρας της είπε πως ίσως είναι η ευκαιρία της να παντρευτεί χωρίς προίκα μιας και ξεσκόνισε τόσο καλά το ράφι της, που άρχισε να τρίβεται επικίνδυνα και δεν ξέρουμε για πόσο θα την αντέχει. Εγώ πάντως είμαι χαρούμενος γιατί μετακόμισα αμέσως στο κρεβάτι της. Τώρα μου μοσχοβολάει, μιας και δεν μπορώ ν’ αντέξω την αποφορά, που βγάζει το δικό μου στρώμα. Γι’ αυτό θυμώνω κάθε φορά που η μάνα μου με στέλνει πίσω στα κατουρημένα μου, που τα πλένει με καυτό νερό και σαπούνι και τα στεγνώνει στο καλοριφέρ αλλά δε λένε ούτε να ξεβρομίσουν ούτε να στεγνώσουν μιας και η υγρασία τώρα το χειμώνα δεν βοηθάει.

Συνεχίζεται…

 

 

 

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: Προλεγόμενα    Η παρούσα εργασία είναι αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, του συγγραφέα. Αναφέρεται στο ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα ...

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: Το Ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα - Λεξιλόγιο (μέρος...

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: Το Ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα - Λεξιλόγιο (μέρος...:   του Σεραφείμ   Κακούρα, φιλολόγου   Σύντομη εισαγωγή στο λεξιλόγιο (εμπλουτισμένο)      Το λεξιλόγιο που ακολουθεί αποτελείται από ...

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (μέρος Γ’)

ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ: ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (μέρος Γ’): του Σεραφείμ Ν. Κακούρα, φιλολόγου --- Λεξικό του Ρουμελιώτικου ιδιώματος Σεραφ. Κακούρας    Περιλαμβάνει 2.1...

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2020



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 9


Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Μπήκαμε στην τελική ευθεία. Τώρα, θέλετε να υποθέσετε για τα Χριστούγεννα θέλετε για το εμβόλιο; Εσείς ξέρετε. Πάρτε όποιο σας βολεύει. Εγώ πάντως σας προειδοποίησα. Δεν έχω καμία όρεξη να λέτε μετά ότι δεν σας το είπα.

Τρεις μέρες μένουν μέχρι τη Γέννηση, δύο μέχρι την Παραμονή. Τι μας έμεινε; Μια μέρα, δηλαδή αύριο. Οπότε ό,τι προλάβουμε. Σάμπως τι άλλο να ετοιμάσουμε; Δεν περιμένουμε κάποιον καλεσμένο. Εμείς κι εμείς θα είμαστε στο γιορτινό τραπέζι. Η μάνα, ο πατέρας, η γιαγιά, ο παππούς και η αδελφή μου. Ούτε εννιά που επιτρέπεται δεν καταφέραμε να μαζευτούμε. Η θεία Ελπινίκη που θα ερχόταν όπως κάθε χρόνο είπε «Καλύτερα!». Με στόμφο το είπε αυτό το «Καλύτερα». Ζηλεύει λίγο που δεν έχει κανέναν. Δηλαδή, είχε αλλά τους έδιωξε όλους με την κακοριζικιά της. Τι κι αν δεν παντρεύτηκε; Έχει αδέλφια και ανίψια. Εγγόνια δεν θέλει να έχει. Αδελφή της γιαγιάς μου είναι –η μόνη που την ανέχεται ακόμα– αλλά επιμένει να τη φωνάζω «θεία». Ο παππούς μου, πίσω από αυτό το «θεία» προσθέτει πάντοτε και ένα «θειάφι», αλλά δεν το καταλαβαίνω. Τελευταία το πρόσεξα, μετά από ένα παρατεταμένο «ςςς» του πατέρα μου. Όμως όταν τον ρώτησα δεν μου εξήγησε. Είπε θα καταλάβω όταν μεγαλώσω. Μέχρι να μεγαλώσω θα το ξεχάσω, σκέφτηκα και ρώτησα τη μάνα μου –για κάποιον περίεργο λόγο απέφυγα να ρωτήσω τη γιαγιά– που και αυτή δεν το ήξερε αλλά έριξε ένα άγριο βλέμμα στον πατέρα μου. Εκείνος με πήρε παράμερα και άρχισε να με ψαρεύει τι δώρο ήθελα να μου φέρει ο Αη Βασίλης, που το βρήκα πιο ενδιαφέρον.

Τέλος πάντων, τι με νοιάζει; «Θεία» θέλει; Έτσι θα τη λέω. Άλλωστε κι εγώ ίδρωσα για να με φωνάζουν «Πύρο Δήμα», κάνοντας πως δεν ακούω το βαφτιστικό μου, αλλά τα κατάφερα. Άσχετα αν το ακύρωσα μετά γιατί κατάλαβα πως δεν θα είχα γιορτή και δεν θα έπαιρνα δώρα. Η μάνα μου λέει ότι πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε τον άλλον να νιώθει όσο πιο βολικά γίνεται. Μέχρι τώρα στη ζωή μας όλα ήταν άφθονα και δεν τα μετρούσαμε. Τώρα, μόνο κάποιες μικρές χαρές μας έμειναν μέσα σ’ αυτή τη βουβαμάρα. Σε αυτό το σημείο η γιαγιά συμπληρώνει, κουνώντας το κεφάλι της, πως μόνοι μας ήρθαμε σ’ αυτή τη ζωή και μόνοι μας θα φύγουμε. Αυτά λέει κι εγώ την πιστεύω γιατί η γιαγιά μου μπορεί να μην τα έχει οκά (τετρακόσια λένε αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί με αυτό το νούμερο εννοούν το οκά και γιατί μου αρέσει περισσότερο από τον αριθμό του) αλλά ποτέ δε λέει ψέματα. Ειδικά τώρα που δεν θυμάται τι έχει πει πριν από ένα δευτερόλεπτο. Άσχετο, δεν ξέρω πόσα οκά έχει το δευτερόλεπτο.

Επίσης δεν ξέρω γιατί φέτος απαγορεύτηκαν τα κάλαντα. Κάθε φορά που τα λέω στη γιαγιά μου ξεχνάει πως της τα έχω ξαναπεί και μου δίνει δύο ευρώ, λέγοντας «Καλά Χριστούγεννα». Ο παππούς απαντάει «Καλά καλαμπόκια», η μάνα μου γουρλώνει τα μάτια της και ο πατέρας μου κουνάει το κεφάλι του. Εγώ λέω να μη φοβόμαστε γιατί περάσαμε την πρώτη φάση και κοντεύουμε  να περάσουμε και τη δεύτερη. Που θα πάει; Μετά θα έρθει το καλοκαίρι, εγώ θα έχω γεμάτο τον κουμπαρά μου και όλοι θα χαιρόμαστε την ελευθερία μας.

 Συνεχίζεται…


Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 8

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Δύσκολα τα πράγματα σήμερα. Πρωί πρωί μας ξύπνησαν δυνατές φωνές, που έρχονταν από τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας μας· οι συγκάτοικοί μας είχαν κρεμαστεί στα κάγκελα των μπαλκονιών για να βλέπει ο ένας τον άλλον και χειρονομούσαν. Η γιαγιά δυνάμωσε την ένταση της τηλεόρασης και ο παππούς βγήκε στο πίσω μπαλκόνι και χτυπούσε παλαμάκια.

Σε λίγο όλα τα μπαλκόνια των γύρω πολυκατοικιών είχαν γεμίσει κόσμο. Μέχρι και στις ταράτσες είχαν ανεβεί κάποιοι για να βλέπουν καλύτερα. Άλλος με τη φόρμα του, άλλος με τις πιζάμες, άλλος με το σώβρακο και μερικές νοικοκυρές με τα νυχτικά, τις ρόμπες και από πάνω τις ποδιές της κουζίνας. Ό,τι βρήκε μπροστά του φόρεσε ο καθένας δηλαδή. Εγώ, βγήκα στο μπαλκόνι ξυπόλυτος και δεν φτάνει που πάτησα σε κάτι φρέσκες κουτσουλιές περιστεριών, έφαγα και μια ξανάστροφη γιατί τις έφερα μέσα στο παρκέ. Καλά που δεν γλίστρησε ο παππούς να σκοτωθεί, είπε η μάνα μου.

Αυτά πρόλαβα να δω τρίβοντας τα μάτια μου, μέχρι να με τραβήξει μέσα από την μπαλκονόπορτα ο πατέρας μου, που βγήκε στις επάλξεις με το σκουπόξυλο και το κοπανούσε όπου έβρισκε φωνάζοντας: «Ένας-ένας με τη σειρά να καταλαβαίνουμε τι λέτε». Τελικά, η γιαγιά βρήκε τη λύση. Του έδωσε τη ροκάνα και αυτός άρχισε να την φέρνει γυροβολιές στον αέρα, ώστε να κάνει εκείνον τον απαίσιο κρότο σα να ήταν μυδράλιο. Έτσι το είπε ο παππούς, έτσι κατάφερε κι ο πατέρας μου να ηρεμίσει για λίγο την οχλαγωγία μπας και μπορέσει να καταλάβει επιτέλους τι είχε συμβεί. Όμως, αφού σταμάτησαν να τσακώνονται μεταξύ τους άρχισαν να τα βάζουν με τον πατέρα μου –ή έτσι μου φάνηκε, όπως είπε και η μάνα μου. Τα πρόσωπά τους έγιναν πάλι κατακόκκινα από τα ουρλιαχτά και χειρονομούσαν απελπισμένα, δείχνοντας τον πάτο του ακάλυπτου. Τελικά, με τη ροκάνα καταφέρανε να συνεννοηθούνε και επιτέλους καταλάβαμε και εμείς τι είχε γίνει. Ένας ένοικος της πολυκατοικίας μας πριόνισε όλα τα φυτά στον ακάλυπτο. Πήδηξε από το μπαλκόνι του πρώτου και θέρισε ό,τι λουλουδικό και δενδρύλλιο βρήκε μπροστά του. Τα ξάπλωσε όλα, το ένα δίπλα στο άλλο, όπως έπεφταν κάποτε τα κοτόπουλα στο κοτέτσι μετά από μεταδοτική ασθένεια, είπε η γιαγιά και συνέχισε απαθής να βλέπει τηλεόραση. Γι αυτό το λόγο φώναζαν οι συγκάτοικοι από το πρωί και οι γριές βρήκαν την ευκαιρία να τον θρηνήσουν προκαταβολικά, απ’ ότι είπε η μάνα μου αλλά δεν το κατάλαβα και καλά.

Οι άντρες της πολυκατοικίας μας, αφού σταμάτησαν οι φασαρίες, φόρεσαν τις μάσκες τους και πήγαν να χτυπήσουν την πόρτα του φταίχτη. Εκείνος δεν άνοιγε, αυτοί φώναζαν και η φασαρία μεταδόθηκε σε όλο το κλιμακοστάσιο. Παλάβωσαν τα κατοικίδια, αγανάκτησαν οι νοικοκυρές. Έβαλαν πανιά στις χαραμάδες της πόρτας τους αλλά αποτέλεσμα δεν είδανε. Ο αντίλαλος έστελνε τους ήχους μέσα στα σπίτια. Για να βρεθεί λύση με ησυχία οι άντρες μετακόμισαν στα εσωτερικά σκαλιά της εισόδου, εκεί που γίνονταν οι συνελεύσεις. Πάλι φωνές, πάλι διαφωνίες. Έσκαγαν που δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, τους έπνιγαν και οι μάσκες, στο τέλος τέντωσαν τα λάστιχα που κρέμονταν από τα αυτιά και τις κατέβασαν να κρατάνε τα σαγόνια τους, που είχαν πέσει από τις φωνές. Τότε πήρανε τις ανάσες τους και σαν από θαύμα επικράτησε η λογική και άρχισαν να μιλάνε ένας ένας.

Εγώ παρακολουθούσα τις συνομιλίες τους κρυμμένος πίσω από τον παππού. Πρώτος μίλησε ο διαχειριστής και είπε για τα σημαντικά λάθη, που είχαμε κάνει –δεν είπε ποιοι– μέχρι τώρα, παίρνοντας πρωτοβουλίες για τα θέλω των άλλων. Κάποιος άλλος είπε πως μπορεί να συμβούν και χειρότερα, γιατί δεν ξέρουμε που θα καταλήξει αυτή η κατάσταση. Ο πατέρας μου είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για ό,τι απρόοπτο μπορεί να συμβεί, είτε καλό είτε κακό. Και μετά ο διαχειριστής ξαναείπε πως παίζουμε σε ένα έργο χωρίς σενάριο, που διαμορφώνεται ανάλογα με το τι θα συναντήσουμε στην πορεία μας. Μέχρι εκεί θυμάμαι γιατί μετά με πήρε ο ύπνος στα πόδια του παππού, που είχε καθίσει στο τελευταίο σκαλοπάτι.

Κύριε Κο Βιτ, όπως θα προσέξατε, μας συμβαίνουν δύσκολες καταστάσεις και μας απασχολούν ιδιαίτερα. Ο φταίχτης ήταν ήσυχος άνθρωπος και καλός οικογενειάρχης. Δεν ξέρω αν βάλατε το χεράκι σας για να τον παλαβώσετε ή αν ρούφηξε την παλαβομάρα από τις ειδήσεις αλλά, για κάποιον περίεργο λόγο, ενώ το βράδυ κοιμήθηκε καλά το επόμενο πρωί ξύπνησε με τα λογικά του τιναγμένα στον ακάλυπτο.   

Τελικά, επειδή κρυφάκουσα όταν ψιθύριζε η μάνα μου στον πατέρα μου, ήρθαν και τον πήραν οι άνθρωποι με τα άσπρα και μη με ρωτάς ποιοι ήταν και που τον πήγαν γιατί εγώ μικρό παιδί είμαι και δεν είναι της ηλικίας μου να μιλάω για τέτοια πράγματα. Έτσι είπε η μάνα μου.   

Πάντως, η συνέλευση αποφάσισε να βάλουμε καινούργια λουλούδια στον ακάλυπτο. 

 Συνεχίζεται…


Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

 



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 7

  

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Λειτουργήσατε σαν εκκεντρικός αρχάριος, λέει ο παππούς. Μας κλείσατε στα σπίτια δημιουργώντας αδιέξοδα, που δεν είχαμε καν υποψιαστεί, και μας αναγκάσατε να βρούμε διεξόδους, που δεν φανταζόσαστε. Η ζωή μας άλλαξε ξαφνικά και απροσδιόριστα. Εκεί που δεν προλαβαίναμε ν’ ανταλλάξουμε δυο γνώμες ξαφνικά βρεθήκαμε να έχουμε άφθονο χρόνο. Άσχετο αν δεν ξέραμε από την αρχή πως να τον διαχειριστούμε. Επιπλέον, δεν ήταν εύκολο αυτό αφού για να τον αξιοποιήσουμε έπρεπε πρώτα να τον προγραμματίσουμε. Εκεί που ζούσαμε ο καθένας για τον εαυτό του έπρεπε να γράψουμε την ίδια ιστορία μαζί με όλον τον κόσμο. Κύριε Κο Βιτ να το ξέρετε: Όσα μας επιβάλλετε μας κάνουν να θέλουμε, όλο και περισσότερο, να ξεφύγουμε από τη δική σας πραγματικότητα. Γι’ αυτό δεν είμαστε χαλαροί αλλά βρισκόμαστε συνέχεια σε εγρήγορση.

Αυτά, φυσικά, μου τα είπε ο παππούς μου και δεν μπορώ να πω ότι τα καταλαβαίνω όλα. Για μία εβδομάδα, αφότου γύρισε από το νοσοκομείο ήταν άλλος άνθρωπος. Δεν μιλούσε δεν συμμετείχε, δεν υπήρχε. Βρε, τι τον αγκάλιαζα, τι τον φιλούσα, χαμπάρι δεν έπαιρνε, άχυρο στο χωράφι πριν το κάψιμο. Την πρώτη μέρα της επόμενης εβδομάδας, την ώρα που έλειπαν όλοι για κάποιες εξωτερικές δουλειές και με είχαν αφήσει να τον φυλάω, κλείδωσε από μέσα την εξώπορτα και με κάλεσε για σύσκεψη στο δωμάτιό του.

Δεν χάρηκα απλά, παλάβωσα από τη χαρά μου. Πρώτα απ’ όλα μου έδωσε μία μεγάλη υπόσχεση: Στο εξής δεν θα μιλούσε σε κανέναν άλλον παρά μόνο σε μένα. Ο ενθουσιασμός μου χτύπησε το νταβάνι. Τώρα όλοι θα είχαν την ανάγκη μου. Όμως έπρεπε να συνεννοούμαστε και ο μόνος τρόπος για να μην μας καταλαβαίνουν ήταν να επινοήσουμε μια δική μας γλώσσα. Εκείνη τη μέρα ο παππούς με εκπαίδευσε στη γλώσσα των δακτύλων. Σχηματίζαμε γράμματα με τα δάκτυλά μας και με αυτά στήναμε λέξεις και προτάσεις. Ήταν αργή η διαδικασία στην αρχή αλλά εκπαιδευτήκαμε γρήγορα και κάποιες φορές παραλείπαμε τις τελικές συλλαβές, κερδίζοντας χρόνο. Δύο δείκτες παράλληλα και ο μέσος να ακουμπάει κάθετα τον απέναντι δείκτη σχημάτιζε το γράμμα «Η», ένωση δείκτη με αντίχειρα κυκλικά έφτιαχνε το γράμμα «Ο». Στην πορεία η ταχύτητα έκανε τον μπαμπά «Μπα», τη μαμά «ΜΑ», τη γιαγιά «Για» και την αδελφή μου «Βου», από το Βούλα, τις βαφές ή το βούρλο. Εγώ προτιμούσα το τελευταίο αλλά ο παππούς είχε άλλη άποψη. Τέλος πάντων, δεν θα χάλαγε η καρδιά μας από μια λεπτομέρεια. Σημασία είχε πως μόνο εμένα εμπιστευόταν ο παππούς.

Πρώτα απ’ όλα αλλάξαμε τις μάσκες μας με πολύχρωμες και χαρούμενες, που φτιάχνουν τη διάθεση.

 Συνεχίζεται…


Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020





Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 6

  

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Δεν μπορείτε να πείτε ότι δε σας προειδοποίησα. Εσείς όμως όσο μεγαλώνει η μεταξύ μας απόσταση τόσο πιο άπληστος γίνεστε. Έχω καταλήξει πως ή δεν καταλαβαίνεται τι σας γίνεται (επιστημονικά είστε μειωμένης αντιλήψεως –το άκουσα να το λέει ο πατέρας μου και το έψαξα στο Google) ή δεν με υπολογίζετε. Δεν θα το ξαναπώ!

Τελευταία, έχετε πάρει πολύ αέρα. Μας βρήκατε μπόσικους και μας κοπανάτε με ανακοινώσεις φοβιστικές. Χάσκουμε με το στόμα παξιμάδι και την αβεβαιότητα στο βλέμμα. Είναι στιγμές που μπροστά σε κάτι απρόβλεπτο χάνουμε το κουράγιο μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως καταθέτουμε τα όπλα. Το ξάφνιασμα είναι στιγμιαίο, από το σοκ ή την αμηχανία, που προηγείται από τον κάθε ανασχηματισμό. Μετά θα  ανασκουμπωθούμε και μόλις ανασυγκροτήσουμε τις δυνάμεις μας μαύρο φίδι που σας έφαγε κύριε Κο Βιτ. Προς το παρόν παρατηρούμε και την παραμικρή λεπτομέρεια –τι άλλο έχουμε να κάνουμε άλλωστε– και καταλαβαίνουμε περισσότερα απ’ όσα νομίζετε. Να, όπως σήμερα, κακή ώρα δηλαδή.

Κρύωσε ο καιρός. Βγήκανε τα κομπινεζόν στα σύρματα (κομπινεζά τα λέει η γιαγιά μου αλλά η μάνα μου τη διορθώνει πάντα). Έβαλε το χοντρό μπουφάν ο παππούς και στήθηκε στην πόρτα σαν το σκυλί όταν θέλει να βγει για την ανάγκη του. Ήθελε να περπατήσει, είπε στη μάνα μου, που εκείνη τη στιγμή τύλιγε ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα. Αυτή για να μη του χαλάσει το χατίρι έστειλε και την αδελφή μου μαζί του. Με το ζόρι τη σήκωσε από τον καναπέ –είχε αρχίσει πάλι να βάφει τα νύχια της. Τον λυπάται η μάνα μου τον πεθερό της και κάνει ό,τι μπορεί για να νιώθει όμορφα. Δεν φταίει αυτή που η αδελφή μου χάζευε στο κινητό και δεν πήρε είδηση πως ο παππούς έστριψε σε άλλο στενό. Το κακό είναι πως γύρισε στο σπίτι χωρίς αυτόν. Ξαμοληθήκαμε όλοι στους δρόμους και δεν σκεφτήκαμε ούτε μάσκες ούτε δικαιολογητικά έγγραφα. Η μάνα μου παράτησε τα ντολμαδάκια ατύλιχτα και η γιαγιά ένα ντοκιμαντέρ για αγριόφρυνους. Εγώ δεν είχα κάτι να παρατήσω μόνο τους ακολούθησα, το ίδιο και η αδελφή μου με τα νύχια μισοβαμμένα. Και που δεν τον ψάξαμε. Άφαντος. Ο πατέρας έπεσε σε βαθιά μελαγχολία· δεν ξέραμε τι να τον κάνουμε. Ό,τι και να λέει τον αγαπάει τον παππού.

Αργά το απόγευμα μας τηλεφώνησαν από ένα νοσοκομείο να πάμε να τον πάρουμε. Δεν μας έβρισκαν νωρίτερα είπαν· ο παππούς είχε πάθει μια ελαφρά διάσειση –διάσταση επέμενε ο  ίδιος– από το πέσιμο και δεν θυμόταν τη διεύθυνση. Η αδελφή μου λέει πως το έκανε επίτηδες για να χαζεύει όσους πήγαιναν στις πρώτες βοήθειες. Ο παππούς όμως δεν το παραδέχεται και της δείχνει τα δέκα ράμματα, που του έκαναν στο κεφάλι αφού έβγαλαν την πέτρα που είχε σφηνώσει στα μαλακά. Είδαν κι έπαθαν γιατί ο παππούς νομίζοντας πως ήταν καρούμπαλο το πατούσε δυνατά και την έχωνε όλο και περισσότερο στο κεφάλι του. Το κυριότερο είναι ότι από τις εξετάσεις που του έκαναν δεν βρέθηκε θετικός στο δηλητήριό σας. Αυτό είναι μία νίκη. Κανένας στο σπίτι μας δεν είναι θετικός στον ιό. Μόνο εσείς δεν θέλετε να καταλάβετε και συνεχίζετε να μας τριγυρίζετε.

Συνεχίζεται…

 

 

 

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2020

 





Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 5

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Σήμερα ο πατέρας μου καθαίρεσε από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου όλα τα χαϊμαλιά και κρέμασε δύο μάσκες. Όχι αποκριάτικες, θαλασσιές. Από αυτές που πούλαγε το σουπερμάρκετ σε τιμή προσφοράς. Για ώρα ανάγκης, είπε. Η μάνα μου μόλις τις είδε γκρίνιαξε πως ήταν ίδιες με εκείνες που έδειξε η τηλεόραση, στο ρεπορτάζ για τα φασόν από την Ινδία, πεταμένες στο πάτωμα, αλλά ο πατέρας μου τη γείωσε και πήγε και ξάπλωσε νωρίς. Εκείνη φώναξε κάμποσο για την τύχη της και την ξεροκεφαλιά του αλλά στο τέλος, αφού δεν της αντιμίλησε κανείς, πέταξε ένα «Εγώ δεν θα την ακουμπήσω ποτέ στο πρόσωπό μου αυτή την αηδία» και το έριξε στο σιδέρωμα. 

Δεν ξέρω πότε ο πατέρας μου απέκτησε την εμμονή με τις μάσκες. Σήμερα είδε έναν νεκροθάφτη της κυβέρνησης, που εκφωνούσε τις νεκρολογίες στην τηλεόραση, και ζήλεψε τη μάσκα του. Μαύρη ήταν σαν αυτές που φοράνε τα κοράκια όταν μεταφέρουνε φέρετρα στο Πρώτο Νεκροταφείο. Στη θέση της μύτης είχε ένα σίδερο, που κρατούσε το ύφασμα τεντωμένο και άφηνε τον αέρα να μπαίνει μια χαρά. Είμαι σίγουρος γιατί τον παρακολούθησα και δεν έδειχνε να ζορίζεται όπως όλοι μας όταν φοράμε τις μάσκες του εμπορίου. Άσε που σε κάθε εκπνοή ένα «παφ» έκανε τη μάσκα να χάσκει από τα πλαϊνά και άφηνε τον σκοτωμένο αέρα να φεύγει εύκολα. Τέτοια μάσκα θέλω να πάρω, είπε ο πατέρας μου. Τέτοια του είπα να πάρει και για μένα.

Η γιαγιά πάλι στον κόσμο της δεν είπε τίποτα· μέτραγε τις κάμπιες που κρέμονταν σαν τσαμπιά από σταφύλια μέσα στο πλάνο του National Geographic στο συνδρομητικό κανάλι. Όλο αηδίες βλέπει αυτή η γυναίκα. Όπου δει χρώμα έντονο στήνεται. Την άλλη φορά παρακολουθούσε έναν χαμαιλέοντα που άλλαζε αποχρώσεις με κάθε μετακίνηση και πατούσε το τηλεκοντρόλ να επισπεύσει την αλλαγή. Η αδελφή μου πέταξε ένα: «Ά, ωραίο πράσινο για ορειβασία. Πού το είδε το ωραίο πράσινο και πού την ορειβασία; Το μυαλό της μόνο το κατάλαβε. Από τους υπόλοιπους κανένας· ούτε που ασχοληθήκαμε δηλαδή. Η αλήθεια είναι πως όσο την αγνοούμε τόσο πιο ήσυχη κάθεται. Αρκεί να μην σκυλοβαρεθεί και αρχίσει ν’ ανακατεύει τα χρώματα και τα διαλυτικά για τα νύχια της γιατί μας βλέπω να παίρνουμε απολυτήριο όλοι μαζί και δεν έχουμε που να μεταναστεύσουμε τώρα με την καραντίνα. Για να την προλάβω, σκέφτηκα να της δώσω ιδέες να βάφει τις μάσκες της πολύχρωμες αλλά το κρατάω για τη στιγμή που θ’ αρχίσει πάλι να γκρινιάζει.

Ο παππούς δεν πήρε χαμπάρι· ροχάλιζε στον καναπέ, δίπλα στη γιαγιά, και τρόμαζε στον ύπνο του. Τις προάλλες, για να μη μας ζαλίζει με το παραμιλητό, του φορέσαμε μία μάσκα χειρουργική και κόντεψε να πνιγεί. Πάλι καλά που δεν την κατάπιε. Η γιαγιά μου ούτε ν’ ακούσει δεν θέλει για μάσκα. Βρε καλή μου, βρε ανάποδή μου παλουκώσου να σου τη στερεώσω στ’ αυτιά, μην πάρω κανένα συρραπτικό και σου την καρφώσω, ωρύεται η μάνα μου. Τίποτα. Διαφωνεί με το χρώμα· δεν της αρέσει ούτε το λευκό ούτε το θαλασσί. Τι να κάνει και η μάνα μου, έραψε μερικές μάσκες καταπράσινες σαν κάμπιες και ησυχάσαμε για λίγο. Μετά, η γιαγιά ήθελε κόκκινες της φωτιάς και αφού τις βαρέθηκε κι αυτές κατέληξε στον καναπέ να μετράει πόσοι βγάζουν τη μύτη τους έξω από τη μάσκα σε κάθε εκπομπή και να φωνάζει «Τώρα θα τη βγάλει, τώρα θα τη βγάλει». Τώρα, ψάχνουμε κι εμείς χρώμα για να τη δελεάσουμε, μιας και ο γιατρός είπε να περπατάει οπωσδήποτε, μην καταντήσει σε καροτσάκι από την ακινησία. Όμως, δεν μπορεί να βγει στο δρόμο χωρίς μάσκα. Κι όπως λέει και η μάνα μου: «Σάμπως έχουμε τρακοσάρια να πληρώνουμε πρόστιμα;». 

Κύριε Κο Βιτ, με όσα συμβαίνουν στο σπίτι μας βλέπω τη μεταξύ μας απόσταση να μεγαλώνει. Και όσο περνάνε οι μέρες τόσο πιο αδιάφορος γίνεστε. Προσέξτε και θα δείτε πως έχουμε καλύτερα πράγματα ν’ ασχοληθούμε από το να σας ακούμε. Πρώτα απ’ όλα να αλλάζουμε τις μάσκες μας με πολύχρωμες, που φτιάχνουν τη διάθεση χαρούμενη.

 


Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

 



Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 4

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Σήμερα είχε έναν καλό ήλιο σαν ελπίδα που συνεχίζεται. Δεν χρειάστηκε ν’ ανάψουμε κεριά για να ζεστάνουμε τις καρδιές μας. Έχει δίκιο ο παππούς μου όταν λέει πως όσο πιο πολλοί στενοχωριόμαστε για τον ίδιο λόγο τόσο μικραίνει η στεναχώρια μας. Τελικά, κάτω από την τρέλα του κρύβει μεγάλη σοφία. Εκτός αν αυτή η τρέλα είναι η ίδια η σοφία που θρέφει την αλήθεια του.

Μέσα στην οικογένεια είμαστε δεμένοι με τον τρόπο μας. Εντάξει, η γιαγιά ξεφεύγει που και που αλλά όταν συνέρχεται είναι μια χαρά. Στα δύσκολα αφήνουμε πίσω ό,τι απασχολεί τον καθένα προσωπικά και επιστρατεύουμε το κουράγιο μας για να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον. Τα αποτελέσματα θα φανούν στην πορεία, λέει η αδελφή μου όταν συνέρχεται από την έκσταση του βερνικιού που βάφει τα νύχια της και μαστουρώνουμε οικογενειακώς. Δεν μπορώ να καταλάβω την πολυχρωμία τους και φυσικά τη χρησιμότητά τους, με μέγεθος και σχήμα σαν εκείνα του αρπακτικού. Είχα πάντα την απορία πως καταφέρνει να σκουπίζεται στην τουαλέτα χωρίς να μαχαιρώνεται, όμως όταν τη ρώτησα τα έμπηξε στην καρωτίδα μου και είδα κι έπαθα για να της ξεφύγω. Από τότε, για να βρω μια άκρη άνοιγα την πόρτα της τουαλέτας χωρίς να χτυπάω. Εκείνη ούρλιαζε αλλά εγώ έβρισκα διάφορες δικαιολογίες και έλεγα πολλές συγνώμες. Ώσπου, μια μέρα έπεσα πάνω στη μάνα μου, την είδα ξεβράκωτη και έφαγα της χρονιάς μου. Έτσι το έκοψα.  

Γενικά, στην οικογένεια πορευόμαστε αισιόδοξοι και δημιουργικοί. Ο πατέρας κάνει προσπάθειες να ξεκολλήσει από το διαδίκτυο αλλά η χαρά δεν τον αφήνει. Μέχρι τώρα, έχει καταφέρει να συνδυάζει δουλειά και ευχαρίστηση. Τι άλλο θέλει ο άνθρωπος, λέει και ξαναλέει, παρά να μπορεί να επιλέγει τον χρόνο και τον τόπο που θα εργαστεί, τους πελάτες και τους συνεργάτες του. Θεωρεί σημαντικό να επιβλέπει την παραγωγή του από το σπίτι, ώστε δεν τον ενοχλεί να πηγαίνει καμιά φορά και στο γραφείο. Έχουν αρκετά κοινά με την αδελφή μου. Εκείνη επιλέγει χρώματα για τα νύχια της κι εκείνος χρωματιστά τραγούδια για τη ζωή του. Κάθε φορά που τραγουδάει τον ρωτάω αν είναι ευχαριστημένος με την κατάσταση που βιώνουμε. Εκείνος χαμογελώντας μου λέει πως όλα θα πάνε καλά και μου κλείνει το μάτι με νόημα. Εγώ όμως έχω ένα φόβο, πως ό,τι και να γίνει το κακό που ξορκίζουμε θα έρθει αργότερα. Όταν θα χαλαρώσουμε.

Τον τελευταίο καιρό έχω πάψει να περιμένω το καλύτερο. Κάποιες φορές, όταν η αλήθεια δεν είναι απαραίτητη, λέω ψέματα και στον εαυτό μου και στους άλλους. Ψέματα που στομώνουν τις εντάσεις και τον πόνο. Δεν το προγραμματίζω, αναβλύζει από μέσα μου εντελώς φυσικά, σαν άμυνα, σαν οφειλή σε όσους περιμένουν μια καλή είδηση. Αυτό έγινε και απόψε, όταν η αίσθηση του εφήμερου και του προσωρινού μπήκε μέσα στην καθημερινότητά μας με την αδιαθεσία του παππού. Τελικά, κρίση ήταν και πέρασε κι όταν ήρθε η ώρα ο πατέρας μας έστειλε όλους για ύπνο.

«Για να κάνουμε και λίγη οικονομία» είπε ανακουφισμένος που θα έβλεπε πολύχρωμα όνειρα.

Συνεχίζεται…