Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014





 Απολογητικές στιγμές καθημερινότητας


«Συγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;», πρόσφερα μια αντανακλαστική συγνώμη στην πωλήτρια του super market.   
Είχα πελαγώσει με όλα τα πολύχρωμα χημικά, που απλώνονταν μπροστά μου και φαντάστηκα πως θα μπορούσε κάποιος αρμόδιος να με βοηθήσει. 
Με κοίταξε διερευνητικά λες και της ζητούσα να μου απαγγείλει Ερωτόκριτο στο Ηρώδειο και ήταν απροετοίμαστη. 
«Θα ήθελα ένα παιδικό σαμπουάν.  Το πιο απλό, χωρίς parabens», ξαναπροσπάθησα μπροστά στο αγελαδίσιο βλέμμα της.
«Σιγά τ’ αυγά.  Όλα τα ίδια είναι», είπε και σύρθηκε βαριεστημένα μέχρι το απέναντι ράφι.
Σκέφτηκα πως θα μου πρόφερε το λιγότερο επιβαρημένο, αλλά η βοήθεια της δεν με βοήθησε και πολύ.  Μου έδωσε ένα της σειράς, την ευχαρίστησα ζητώντας και πάλι συγνώμη και το άφησα στο ράφι.  Άρχισα να ψάχνω ξανά από την αρχή, χρεωμένη με δύο συγνώμες.
«Καλά, ούτε τα παιδιά τους δεν τα προσέχουν οι βιομήχανοι;», αναρωτήθηκα με περισσή αφέλεια.  
Στην εποχή μου τα χημικά δεν ήταν ευρείας κατανάλωσης γι αυτό, μάλλον, άργησα να μεγαλώσω.  Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε ήταν το άσπρο οικιακής παραγωγής  και για πολυτέλεια αγοράζαμε το πράσινο από αγνό ελαιόλαδο, όπως διαλαλούσαν  οι πραματευτάδες μια φορά την εβδομάδα.  Οι σαπωνοποιοί  αποσιωπούσαν τον χρωματισμό του και οι αφελείς πιστεύαμε πως η ελιά βάφει πράσινα τα μοσχοσάπουνα.  Και να μας το λέγανε, σιγά που θα μας ένοιαζε.  Εποχή ανάπτυξης και  ευδοκίμησης.  Χάρη σ’ αυτήν φτάσαμε σήμερα να παρελαύνουν σωροί τα χημικά στα ράφια.  Όρεξη να έχεις να τα δοκιμάζεις.  Κι ούτε ένα αγνό κομμάτι.  Ούτε ένα σαπούνι χωρίς χημικά.  Ούτε ένα προϊόν χωρίς ανθρώπινη σάρκα.  Ούτε ίχνος παγκοσμιοποιημένου κέρδους χωρίς απώλεια ζωής.
Ζαλίστηκα από τους γύρους στο ράφι των καλλυντικών.  Θα λουστώ με πράσινο σαπούνι πάλι κι ας μην τρίζει στο κεφάλι μου η αστραφτερή καθαριότητα.   Θα το ξεπλύνω με ξύδι διαλυμένο σε νερό, να γυαλίζουν και τα μαλλιά μου στον ήλιο.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα ξεπερνούσε τα όσα είχα σκεφτεί!
Το κάθε «δεν έχω» της μάνας μου με γέμιζε ενοχές.  Η συγνώμη γινόταν το δεκανίκι, που στήριζε την εναγώνια ανάγκη μου να με συμπαθούν.  Ένας τρόπος να ζητάω κάτι  χωρίς προσβάλω.  Μια υπεκφυγή της αρνητικής πραγματικότητας.   Λίγο ακόμη να είχε ασχοληθεί μαζί μου η πωλήτρια  και θα της είχα ζητήσει συγνώμη, που την έφερα σε δύσκολη θέση όταν δεν βρήκε αυτό που της ζήτησα. Απεγνωσμένη προσπάθεια για να μην γίνω αντιπαθής στο ολοένα και πιο επιθετικό περιβάλλον της.  Μια συγνώμη απολογητική  για την παραπάνω κούραση που της προκάλεσα.  Το ίδιο θα έκανα και στον διπλανό μου στο λεωφορείο που τον έσπρωξα κατά λάθος με τον αγκώνα μου και στο κρεβάτι που διεκδίκησα παραπάνω μερίδιο από το πάπλωμα, χωρίς να φανταστώ πως  ο σύντροφός μου μπορεί και να το ήθελε όλο για τον εαυτό του.  Μια πανδημία συγνώμης ενάντια στην επιθετικότητα, που προβάλει η κούραση μπροστά στην ανάγκη μου να είμαι αρεστή σε όλους.  
Συγνώμη που δεν μπορώ να σταματήσω ν απολογούμαι, αλλά σε κάποιον πρέπει να μιλήσω,  συγνώμη που αμφιβάλω για τον εαυτό μου, συγνώμη που με βλέπεις έτσι, αλλά είμαι τόσο κουρασμένη. 
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα υπερβαίνει τα όσα έχω φανταστεί!
Στην παραλία τρία παιδάκια του δημοτικού καταναλώνουν, μέσα σε μία ώρα, όσο νερό χρειάζεται ο πληθυσμός της Αφρικής για ένα χρόνο.  Με τη βρύση ανοιχτή προσπαθούν ν ανεβάσουν τη στάθμη της θάλασσας.  Πάλι συγνώμη ζήτησα, για να τους θυμίσω το δέος των παιδιών της Αιθιοπίας  μπροστά σ ένα ποτήρι νερό.  Με συγνώμη απολογήθηκα και για την παραίνεσή μου να σκεφτούν πόσο πολύτιμο αγαθό είναι το νερό στις παγκόσμιες φαβέλες.  Και πάλι, ένοιωσα άβολα γιατί έπαιρνα τη θέση των γονιών τους, που έπιναν τον καφέ τους ανέμελοι. 
«Μπορεί να κάνω λάθος», είπα στα παιδιά χωρίς να διευκρινίσω που και ζήτησα ξανά συγνώμη.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα επαλήθευε όσα είχα  φοβηθεί!
Απελπισμένη για τη μη συμβατότητα του DNA μου με τα δεδομένα πειραματόζωου γύρισα στο σπίτι μου να απομονωθώ από τις έξωθεν συναισθηματικές παρεμβάσεις του ευρύτερου κοινωνικού μου περιβάλλοντος.  Έκανα το λάθος να πατήσω εκείνο το ανάλγητο κουμπί της εκρηκτικής μηχανής ελέγχου συνειδήσεων.  Της συσκευής που αναμεταδίδει φωτογραφικά διαμελισμένα σώματα παιδιών από ομαδικές σφαγές.  Εγκλήματα αφανισμού, προκαθορισμένα και καθοδηγούμενα από όντα υπεράνω υποψίας, που λέγονται ιθύνοντες, κυβερνόντες, θρησκευτικοί καθοδηγητές, δάσκαλοι, γονείς, παιδιά που πανηγυρίζουν με το θάνατο άλλων παιδιών.   
Όλοι ζούμε την ίδια ιστορία από διαφορετική πλευρά. Ανάλογα τη θέση που διαλέγουμε παίρνουμε και την ιδιότητα του θύτη ή του θύματος. Η επιτυχία, η πτώση, η αποτυχία, η κρίση, το νερό ή το αίμα που ήπιαμε στην πορεία όλα ανήκουν στην  ίδια ιστορία .  Θα την αφηγηθούμε στο τέλος ότι κι αν γίνει, όπως κι αν εξελιχτεί.  Κάθε βίωμα, αποδοχή ή αντίσταση, εγρήγορση ή λήθη, πόνος ή πόθος, απώλεια ή δημιουργία  δέσμες φωτός είναι πάνω από παρηκμασμένες Θερμοπύλες.
Σε λίγο θα τα καταφέρω οι συγνώμες μου να μην είναι ηττοπαθείς, ενοχικές, αδυναμίας ή αβεβαιότητας, ούτε σπάνιας ευαισθησίας.  Θα σταματήσω να ζητάω συγνώμη απ’ αυτούς που με σκοτώνουν.

Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα καταρρίπτει όσα με έχουν συγκλονίσει! 


                                                                  κα. πα. 

1 σχόλιο:

maria Skouroliakou είπε...

''Ούτε ένα προϊόν χωρίς ανθρώπινη σάρκα ''
Συγκλονιστικό Κατερίνα !