Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020



Η άνοιξη αναστέλλεται επ’ αόριστον

Καραντίνα μέρα 3η  (Δευτέρα 16.3.2020)

Πίσω στα παλιά τα δικά μας, εκείνα τα παιδικά, που κάποιοι βιώσαμε κλεισμένοι στις καμαρούλες μας, παλεύοντας με τις παιδικές αρρώστιες. Μαραζωμένοι πίσω από τα κουφωμένα πατζούρια ν’ αγναντεύουμε από τις χαραμάδες, οι πιο τυχεροί από μας, λίγη θάλασσα και ένα κομματάκι ουρανού.  
Από το παράθυρο τού τρίτου ορόφου τής απέναντι πολυκατοικίας η μοναξιά προβάλλεται μέσα σε κάδρο. Η γηραιά κυρία κοιτάζει τον δρόμο, σαν να περιμένει κάποιον. Ακίνητη, μέχρι να πέσει το σκοτάδι. Δεν μπορώ να διακρίνω αν τα μάτια της είναι κλειστά ή ανοιχτά. Ο καιρός έχει χαλάσει αλλά η μπαλκονόπορτα του δωματίου της παραμένει μισάνοιχτη. Αναρωτιέμαι ποιον να περιμένει με τέτοια υπομονή και αναστατώνομαι στη σκέψη ότι την βρήκε ο ύπνος ή ο θάνατος σ’ αυτή τη θέση. Την χαιρετάω με την ελπίδα να με δει. Σηκώνει τα μάτια της και το ανταποδίδει. Είναι και αυτό μία επικοινωνία, σκέφτομαι χαρούμενη που είναι ζωντανή.
Η ησυχία μάς τρυπάει τ’ αυτιά. Όλο το απόγευμα μόνο ένα μηχανάκι πέρασε. Ούτε ένα γαύγισμα, ούτε το ραδιόφωνο, που άκουγα χθες χωρίς να μπορώ να εντοπίσω το διαμέρισμα προέλευσής του. Αργεί να βραδιάσει όταν το περιμένεις για να τραβήξεις την κουρτίνα πίσω από το τζάμι και να πας για ύπνο.
Βγαίνω στο μπαλκόνι. Η γηραιά κυρία αφήνει το παράθυρο και προβάλει στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. «Σας έχω παρέα», μού λέει, «Όταν σας βλέπω νοιώθω ασφαλής». Την χαιρετάω με μια καληνύχτα και ευχές να ξημερώσουμε αύριο καλά. 











Η άνοιξη αναστέλλεται επ’ αόριστον

Καραντίνα μέρα δεύτερη (Κυριακή 15.3.2020)

Ξύπνησα κατάκοπη μετά από ύπνο ανήσυχο. Με κυνηγούσε, λέει, ένας τεράστιος να μου πάρει τα φάρμακα και έτρεχα να μπω στην πόρτα του σπιτιού μου πριν με προλάβει. Το λαχάνιασμα έκανε αρκετή ώρα να καταλαγιάσει μέσα μου. Κατά βάθος δεν προλαβαίνω να κατανοήσω αυτό που συμβαίνει. Σαν να βρίσκομαι σε παράλληλο σύμπαν, σαν να περιμένω να ξυπνήσω από το όνειρο, που μου προκαλεί δύσπνοια. Τσιμπιέμαι σε κάθε νέα είδηση από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση αλλά δεν αποφασίζω να τα κλείσω και τα δύο μην τυχόν και χάσω κάτι από την ενημέρωση. Η ζωή μου – όπως και τόσων άλλων γύρω μου – έχει έρθει τούμπα.
Χθες είδα τον κόσμο να κάθεται στην πλατεία και να πίνει τον καφέ του κουβεντιάζοντας αδιάφορα και άρχισα να φοβάμαι για το μυαλό μου. Εγώ το μόνο που κατάφερα ήταν να βγω μια φορά στο μπαλκόνι και να ψάξω τον ουρανό. Σήμερα, η χθεσινή ζέστη είχε κάνει στην άκρη και το βοριαδάκι καθάρισε την ασπρίλα της ατμόσφαιρας. Μπροστά μου ένα κομμάτι θάλασσας τόσο καθαρό που μπορούσα να βουτήξω μέσα του, έτσι όπως δέσποζε ανάμεσα σε δύο γωνίες πολυκατοικιών και γέμιζε τα μάτια μου. Θα μπορούσα ν’ ακολουθήσω τη συμβουλή του Μηλιόκα, να μπω σ’ ένα παπούτσι για να πάω βόλτα στο μπαρ του σαλονιού, αλλά πέρασαν πολλοί καιροί και το σαλόνι μου δεν έχει μπαρ – για να πω την αλήθεια ποτέ δεν είχε. Θα μου πεις τώρα μήπως χωράς σε ένα παπούτσι; Ούτε. Αλλά αν χρειαστεί τα καταφέρνω και τα δύο.

Ένα δωμάτιο η μικρή μας γειτονιά
και το μπαλκόνι σου μισάνοιχτο συρτάρι
Μου χαμογέλασες στου μπάνιου τη γωνιά  
σου τηλεφώνησα κι εγώ απ' το πατάρι    
(Μουσική, στίχοι: Γιάννης Μηλιόκας https://youtu.be/wfxpeiPcKpQ)









Η άνοιξη αναστέλλεται επ’ αόριστον

Καραντίνα μέρα πρώτη (Σάββατο 14.3.2020)

Μία παλιά άνοιξη άρχισε το πρόβλημα για μένα. Οι αλλεργίες όρμησαν πάνω μου και με εξουθένωσαν. Ευτυχώς κάποιοι επιστήμονες, που βρίσκουν κατά καιρούς λύσεις για τους ανθρώπους, βρήκαν και για μένα. Χάρη σ’ αυτούς το πρόβλημά μου έγινε ρουτίνα στη συνέχεια. Από τότε συνήθισα κάθε άνοιξη να παίρνω τα φάρμακά μου και να πορεύομαι παράλληλα με την άμαξα των αλλεργιών.
Η φετινή άνοιξη άργησε να ’ρθει. Την πρόλαβε ο κορονοϊός κι έτσι άργησα να παραλάβω τα φάρμακα στην ώρα τους από το φαρμακείο. Πρώτη μέρα της Καραντίνας σήμερα και επειδή φοβήθηκα να βγω στο δρόμο πήγα με το αυτοκίνητο μέχρι το φαρμακείο. Η πλατεία ήταν …

Η πλατεία ήταν γεμάτη
σαν να βγήκανε ποντίκια απ’ τις φωλιές 
χωρίς νόημα στους δρόμους
με ανόητους ανθρώπους, υποψήφιους αρρώστους στις γωνιές
κι ενώ έβριζα στη μέση αυτού του κόσμου, που ήταν μπρος μου, 
κατακόκκινη, γεμάτη από οργή
και ντροπή, που δεν ξανάδα στη ζωή μου την κλειστή...

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020





Η δικιά μου η Σάρα 
είναι θαμμένη στη Βαρσοβία
από εκείνη τη νύχτα
Νοέμβρης ήταν
ανήμερα γιορτής με κρύο

Αυτή την ώρα
στη στροφή του Μαλιακού
η θάλασσα κρύβεται
χωρίς καλές προθέσεις

Νοέμβρης είναι πάλι
ανήμερα γιορτής με κρύο
κι εγώ δεν ξέρω
σε ποια γλώσσα να καταγγείλω
αυτό που συμβαίνει 





Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019






Καλή εβδομάδα
είπε 
κι ας χάθηκε το πρώτο της
απ' τα εφτά κομμάτια
κι ας κύκλωσαν κάποιους καημούς
οι παγερές ανάσες

Καλή εβδομάδα  
να φανεί
στις ορφανές καρέκλες των 
όσων δεν θα επέστρεφαν
ευχές για ν’ ακουμπήσουν  
εννιά Δεκέμβρη ανήμερα



Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

https://www.hartismag.gr/hartis-12/poiisi-kai-pezografia/ta-mantalakia?fbclid=IwAR1v4rNeVka65lYeIKEkKWAGlsbVQ2ryM5wnhTryc1gPKlI6THh3t4KOMhM

Από τη δημοσίευση στο Λογοτεχνικό Περιοδικό ''Χάρτης, 12'' (Δεκέμβριος 2019)
το διήγημα της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου
Τα μανταλάκια


Κάθε Αύγουστο, απαραίτητα, όλη η οικογένεια 
περνούσε τις διακοπές της στο μεγάλο σπίτι της ακτής.




http://www.bonusmallmag.gr/076/?fbclid=IwAR2kBWmrqEJwWiUIzxHiLantL0apGCCOKMbHGs9kKe8sPPr0y05cF1-AQSM
Σελ: 80,81,82
Από το ''Γράφοντας μια ιστορία''
''Ο Κοτσιδάκιας''
της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου





Πατήστε εδώ:
http://www.bonusmallmag.gr/076/?fbclid=IwAR2kBWmrqEJwWiUIzxHiLantL0apGCCOKMbHGs9kKe8sPPr0y05cF1-AQSM
Σελ: 80,81,82

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019











Η αναγκαιότητα της ενδοσκόπησης

Ο άνθρωπος είναι το πρώτο πλάσμα που κοίταξε όρθιο τον ουρανό. Είναι ο «άνω θρώσκων», ο οποίος έχοντας σώμα οργανικό, με σχήμα, μορφή και κίνηση, αισθήσεις και αντίληψη δε χρειάστηκε τέσσερα πόδια για να βαδίσει ούτε να ξαπλώσει ανάσκελα στη γη για να στείλει το βλέμμα του βαθιά στο αχανές μεγαλείο του ουρανού.  
Είναι το ον, το οποίο αφού μπόρεσε να αμυνθεί από ένστικτο και να επιβιώσει χάρη στη λογική του κατάφερε να τακτοποιήσει τη σκέψη του, να τελειοποιήσει τον εγκέφαλό του και να ενισχύσει τη δύναμή του, ξεμακραίνοντας από τη φύση του ζώου.
Είναι το ίδιο ον, το οποίο στη συνέχεια ξεπέρασε τους φραγμούς της φύσης και ξεχύθηκε σε αναζητήσεις και έρευνες για την κατάκτηση κάθε επιθυμητού στόχου του.
Είναι ο άνθρωπος, του οποίου το «πρόβλημα» εξέτασε ο Αριστοτέλης και σημείωσε στο «Μετά τα φυσικά» ότι με τις αισθήσεις του – αρχικά με την όραση και στη συνέχεια και με τις υπόλοιπες – κατάφερε να αντιληφθεί, να θαυμάσει, να κατανοήσει σε βάθος και να αποδεχθεί τις ομοιότητες και τις διαφορές του σημαίνοντος και του σημαινομένου.
Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο άνθρωπος παρότι με τα επιτεύγματά του ενδυνάμωσε την αυτοπεποίθησή του σε μεγάλο βαθμό εντούτοις δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από τα αρχέγονα ένστικτά του· ούτε καν να τα περιορίσει πόσο μάλλον να τα νεκρώσει ολοκληρωτικά. Ίσως γιατί η δύναμη, την οποία συσσώρευσε γύρω από τον εαυτό του, συμμετέχοντας στο πολυπύρηνο σύμπαν, παραγκώνισε τη συνεχή εσωτερική ανάγκη του – ως έλλογο όν – να γνωρίζει τον εαυτό του, να αναρωτιέται για τις πράξεις του, να τις εξετάζει και να τις κρίνει.
Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο εκείνο που οδηγεί τον άνθρωπο στην αλήθεια δεν είναι η εξωτερική γνώση αλλά η ενδοσκόπηση: «Εδιζησάμην Εμεωυτόν».
Σε μία και μόνη ρήση εμπεριέχεται τόσο η φιλοσοφική σοφία όσο και το νόημα της συνεχούς προσπάθειας με στόχο την κατανόησή της· το νόημα για την αναζήτηση της Αληθινής Ζωής, ανάλογα πάντα με τη σοβαρότητα των κοινωνικών συνθηκών καθώς και τη συναισθηματική ωριμότητα του κάθε ανθρώπου.
Είναι αλήθεια πως όσες φορές κι αν ζήτησε ο άνθρωπος τη βοήθεια του βαθύτερου εαυτού του εκείνος δεν αρνήθηκε να του την προσφέρει. Όπως είπε και ο Σωκράτης: Αυτά που θα καταλάβει ο καθένας από την ενδοσκόπηση θα είναι σπουδαία αλλά θα υπάρχουν πάντα και όσα δεν θα μπορέσει να καταλάβει, που θα είναι σπουδαία εξίσου.
Ίσως, σε κάποιες περιπτώσεις, ο ίδιος (ο άνθρωπος) αρνηθεί να σηκώσει το βάρος της διατιθέμενης γνώσης και εμπειρίας και προτιμήσει να μείνει στην ασφάλεια της πολυθρόνας του.
Η στιγμή θα δείξει την αναγκαιότητα της γνώσης, που βρίσκεται εκεί βαθειά ώστε να γίνει η επιλογή με σεβασμό και αποφασιστικότητα.

[Εργασία σε εξέλιξη]


Τρίτη 20 Αυγούστου 2019

Πολύδροσος Παρνασσού: ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΜΦΙΚΛΕΙΑΣ: Εκδήλωση για να τιμή...

Πολύδροσος Παρνασσού: ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΜΦΙΚΛΕΙΑΣ: Εκδήλωση για να τιμή...: Στο πλαίσιο των θερινών πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου, οι γυναίκες της Αμφίκλειας μέσω του Επιμορφωτικού & Εκπολιτιστικού Συλλ...



Το διήμερο 17-18 Αυγούστου 2019 ο Επιμορφωτικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών Αμφίκλειας πραγματοποίησε, υπό την αιγίδα του Δήμου στο Πολιτιστικό Κέντρο της κωμόπολης, έκθεση με έργα τοπικών Δημιουργών. 
Οι συγγραφείς και ποιητές, των οποίων έργα παρουσιάστηκαν, είναι με αλφαβητική σειρά:

Αδάμ Αδάμ
Δημήτρης Βασιλείου  
Χρήστος Ενισλείδης (+)
Βίβιαν Ευθυμίου
Αθανάσιος Κασσιός (+)
Γιάννης Ματσιώτας (+)
Π. Διομήδης Παναγιωτόπουλος
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
Ευγενία Πανουργιά
Γεώργιος Παπαλιάκος (+)
Δήμητρα Παπαλιάκου
Κώστας Πεντεδέκας (+)
Γιάννης Σκορδάς
Μαρία Σκουρολιάκου
Πάνος Σκουρολιάκος
Δημήτριος Τσιτσιπής (+)

Τη δεύτερη μέρα της έκθεσης πραγματοποιήθηκε εκδήλωση, στην οποία, μετά το καλωσόρισμα των παρευρισκομένων από την Πρόεδρο του Ε.Ε.–Συλλόγου Γυναικών Αμφίκλειας, κυρία Λουκία Δρίβα, αναγνώστηκαν τμήματα από το έργο των λογοτεχνών. Τις αναγνώσεις συνόδεψε με την κιθάρα του ο μουσικός κ. Παναγιώτης Κέφος (Σχολές Κέφος). 





Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019






Δεκαπενταύγουστος 

Σ’ ένα πιάτο δυο σαρδέλες
καλαμάρι τρεις ροδέλες,
δυο ντομάτες, λίγο αγγούρι
κα τζατζίκι για το γούρι.

Μαγαζί της παραλίας
και αρίστης πελατείας
ήρθε η καταστηματάρχης
και τους το ’παιξε νομάρχης.

Είστε ευχαριστημένοι;
Κοντοστάθηκε η καημένη
περιμένοντας ν’ ακούσει
ευγενείας ουρά και μούσι.

Την κοιτάξαν μ’ απορία.
Ας μην κάνω φασαρία,
σκέφτηκε ο καθείς μονάχος
κι αποφάσισε σαν βράχος

να σταθεί της ευπρεπείας,
της καλής οικογενείας
γόνος, με κληρονομιά του
τη μεγάλη ευγένειά του.

Όταν ήρθε η τρομάρα
μια γεμάτη πενηντάρα
να ανοίξει τα φτερά της
για να πάει στον κουμπαρά της,

της κυράς ντε, που δυο ψάρια
κι άλλα τρία καλαμάρια
τα χρεώνει -δυο κομμάτια-
σαν της Παναγιάς τα μάτια,

τηνε πιάνουν απ’ το γένι:
Θα σου βγει ξινό το  μέλι
και τα λόγια τα μεγάλα
αν δεν φέρεις και τα άλλα.

Τι να κάνει η καημένη;
Έτριψε λίγο το γένι
και διόρθωσε το πάθος.
Είπε: έγινε από λάθος.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019





Στίχους κυλάει το παράπονο
από της έλλειψης τα βάθη
μην αφεθείς
να με θυμάσαι θέλω
κι εγώ θα βλέπω

όσο μπορείς.




Κυριακή 23 Ιουνίου 2019









Μια νύχτα με τον Μικρό Πρίγκιπα

Μια όμορφη νύχτα του Ιούνη, ο Μικρός Πρίγκιπας έφτασε στον γαλαξία της Αμφίκλειας. Μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να δει καθαρά τη διάφανη "Ατόλη", που σχηματιζόταν από μικρές συστάδες λάμψης. Διάλεξε την πιο φωτεινή, περπάτησε ανάμεσα σε πεύκα και κουφοξυλιές και είδε μπροστά του ένα μικρό θεατράκι. Μια απαλή μουσική έφτανε στ' αυτιά του και όσο πλησίαζε τόσο δυνάμωνε. Στην αρχή, στάθηκε πίσω από τον πέτρινο τοίχο κι άκουσε να διηγούνται τις δικές του περιπέτειες. Μίλαγαν για τη ζωή του σαν να ήταν ένα παραμύθι.
Σιγά-σιγά πήρε θάρρος και σκαρφάλωσε πάνω στον τοίχο. Κάθισε στη μέση, ακριβώς εκεί που η μουσική και οι λέξεις έφταναν αρμονικά, κρέμασε τα πόδια του από τη μέσα μεριά του τοίχου κι άρχισε να τα κουνάει ρυθμικά. Το θέαμα ήταν μαγευτικό! Μικρά ανθρωπάκια, σαν κι αυτόν, με όμορφες πολύχρωμες φορεσιές χόρευαν στο ρυθμό της μουσικής μαζί με τη δασκάλα τους, την κυρία Πηνελόπη.

"Α! Τι εξαιρετικό θέαμα είναι αυτό!" είπε κι άρχισε να σιγοτραγουδάει μαζί τους. Μπροστά του, στο βάθος του ορίζοντα, εκατομμύρια αστέρια λαμπύριζαν και τον χαιρετούσαν. Ένα από αυτά, το πιο μακρινό, ίσα που ξεχώριζε έτσι όπως αναβόσβηνε.

"Ο μικρός μου πλανήτης σκέφτηκε ο Μικρός Πρίγκιπας και δάκρυα νοσταλγίας πλημμύρισαν τα κουρασμένα μάτια του. Η θάλασσα των αστεριών όταν τα είδε να λαμπυρίζουν τρεμόπαιξε τα φώτα της.

"Σε περιμένουμε, βιάσου!" τραγούδησαν μερικά αστέρια μαζί με τη μουσική.

Τότε, ο Μικρός Πρίγκιπας έβαλε όση δύναμη είχε, πήδησε από τον τοίχο και βρέθηκε μέσα στην αγκαλιά μου.

"Είμαι πολύ κουρασμένος", μου είπε, "Μπορείς να με πας κοντά στα παιδιά;"

"Ευχαρίστως, Μικρέ Πρίγκιπα!" είπα και τον μετέφερα στη σκηνή, όπου τα παιδιά χόρευαν με τη δασκάλα τους.

Και τότε έγινε κάτι μαγικό:
Ο Μικρός Πρίγκηπας άρχισε να στροβιλίζεται μαζί τους και να λαμποκοπά σαν αστέρι. Κι έτσι όπως στροβιλιζόταν έστελνε κομματάκια από τη λάμψη του σε όλους τους χορευτές. Στο τέλος έγινε μια μικρή λαμπερή φλογίτσα και άρχισε ν' ανεβαίνει ανάλαφρη προς τον ουρανό. Όλοι γύρισαν τα κεφάλια τους και την είδαν να χάνεται στο στερέωμα.

Λίγο πριν χαθεί μας φώναξε:
"Σας ευχαριστώ όλους, που με βοηθήσατε ν' απαλλαγώ από το βάρος μου και να πετάξω για την πατρίδα μου. Να είστε ευλογημένοι και να συνεχίσετε να χορεύετε. Κι εγώ, από τον μακρινό πλανήτη μου, θα σας στέλνω τις ευχές μου για ένα καλύτερο αύριο.

Αυτά που σας γράφω τα έζησα. Για του λόγου το αληθές σας δείχνω και τη μοναδική φωτογραφία της λάμψης του Μικρού Πρίγκιπα, που κατάφερα να τραβήξω, γιατί σκέφτηκα πως κάποιοι μπορεί και να μη με πίστευαν.  


Παρασκευή 31 Μαΐου 2019




[...]
15 ΥΠΝΕ! Άκουσέ με: Σιγανά θα σου μιλήσω:
     Ύπνε! Ουρανέ των κρεβατιών όσων δεν τον έχουν!
      Εσύ σαν πετάς με τ' Άλμπατρος της θύελλας
      Σαν κάθεσαι στων νοικοκυραίων τους σκούφους! 
      ΎΠΝΕ! Μωρών παρθένων, λευκό μαξιλάρι!
20  Και μυστική βαλβίδα μιξοπαρθένων!
      - Μαλακό Στρώμα ραχοκοκκαλιάς του ψαροκόκκαλου!
      Μαύρο σακί, που το κεφάλι τους θα κρύβουν οι 
      διωγμένοι!
      Αλήτη της φαινομενικής λεωφόρου! Μαστρωπέ!
      Χώρα που ο μουγγός ξυπνάει προφήτης!
25  Τομή του μακριού στίχου και ρίμα του ποιητή! 
      ΎΠΝΕ! Γκριζόλυκε! Ύπνε μαύρε από καπνιά!
      ΎΠΝΕ! Βελουδένιε Λύκε δαντέλλας μες στ' αρώματα!
      Φιλί της Άγνωστης και Φιλί της Ερωμένης!
      - ΎΠΝΕ! Κλέφτη της νύχτας! Λιγοθυμισμένο μελτέμι!
30  Άρωμα ν' ανεβαίνει στον ουρανό μυρουδάτων
       μνημουριών! 
      Καρότσα της σταχτοπούτας να μαζεύει τις Πόρνες! 
      Αισχρέ Εξομολογητή νιογέννητων πεθαμένων κοριτσιών! 
      Συ, που έρχεσαι σαν σκυλί, να γλείψεις την παλιά πληγή 
      Του μάρτυρα, που ο θάνατος εκλιπαρεί στη λάμψη του.
35  Ώ βιασμένο μειδίαμα της σκοτωμένης κρίσης!
      ΎΠΝΕ! Αύρα μελτεμιού. Αυγούλα εξατμισμένη! [...]

Από την "Λιτανεία του ΎΠΝΟΥ" του Tristan Corbiere 






Τετάρτη 22 Μαΐου 2019







Πρώτο πρόσωπο


Σε κοίταξα. Τα μάτια σου τα έδεναν οι κλωστές της ακούσιας φυγής κι ανάμεσά τους βάθαινε η ρυτίδα του τέλους.
Το στόμα σου σφιχτό, συνήθεια χρόνων η προσπάθεια ν’ αντέξεις. Η όρθια κεφαλή σου, αντίβαρο ζωής ακόμα, δεν είχε γείρει ακυβέρνητη μπροστά στο θάνατο. Σε λίγο η εικόνα σου θ’ άρχιζε να θολώνει αργά, θα μείνει άδεια η πολυθρόνα.  
«Η ζωή θέλει διάρκεια για να σταθεί στα πόδια της» είχες πει από την ίδια θέση όταν με είδες για πρώτη φορά. 
Όπως και τώρα, δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό σου. Το φως που έμπαινε από το παράθυρο σκοτείνιαζε τη φιγούρα σου. Ζυγιάζω το βάρος σου με τα λάθη μου, πριν σκουρύνει η μνήμη που σκεπάζει τ’ όνομά σου.  
«Στην ανωνυμία της λήθης δεν οφείλεις τίποτα πια» σκέφτομαι.
Αντάλλαξες με μνήμη όση ζωή μου χάρισες. Τι άλλο μένει από την άδεια τη βάρκα του γυρισμού; Η μοίρα καταστάλαξε, έχει διαλέξει ανάμεσά μας. Θολώνει αργά η εικόνα σου. Πριν σε δω να εξατμίζεσαι θα μαζέψω απ’ το σύρμα τ’ απλωμένα ρούχα σου.
Ξέχασα να σου πω: τρεις μέρες τώρα ρίχνει τοξική βροχή.   


Παρασκευή 5 Απριλίου 2019






Στο περιοδικό της παρέας bonusmall magaz❗️zin 
η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γράφει ιστορίες  
από το χθες, το σήμερα και το αύριο
στη στήλη 

"Γράφοντας μια ιστορία"

Πρώτη δημοσίευση 

Η αρχή

  
Διάλεξα ένα τραπέζι δίπλα στο κύμα κι αγνάντευα τη θάλασσα. Λίγο ν’ άπλωνα τα χείλη μου θα φίλαγα τα βότσαλα. Σε κάνα δυο ακόμα τραπέζια οι άνθρωποι μιλούσαν ήσυχα μεταξύ τους. Ευτυχώς ήταν όμορφα στη δροσιά γιατί η παραγγελία μας θα αργούσε. Από τότε που η επαρχία είχε γίνει περιφέρεια δεν βιαζόταν κανένας.  
Ένας νεαρός και το σκυλί του κοντοστάθηκαν μπροστά μου, ντερέκια και οι δύο. Και να ήθελα δεν μπορούσα ν’ αποφύγω το θέαμα. Ο δικός μου ο σκύλος, ευνουχισμένος χρόνια, έκανε «μούτες» κάτω απ’ το τραπέζι. Στο πρώτο «γρου» του ψιθύρισα «Κύριος» κι από τότε δεν έβγαλε άχνα· να μην ενοχλούμε και τους διπλανούς.  
Το ξένο ζωντανό τουρλώθηκε μια ευθεία από τη μύτη μου. Το αφεντικό του είχε ήδη προσπεράσει, κοιτάζοντας αδιάφορα τάχα τα κύματα. Είπα, δεν μπορεί, θα πισωγυρίσει, δίπλα του έγινε το «ξαλάφρωμα». Όμως, εκείνος συνέχισε ν’ απομακρύνεται ακόμα κι όταν το ζωντανό τουρλώθηκε ξανά.
«Κύριε» του φώναξα μα δεν μου απάντησε. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να εκτεθεί –«σκυλομάνα» είμαι. Ο δικός μου ο σκύλος με έγλυφε κάτω απ’ το τραπέζι.
«Κύριε» ξαναφώναξα, δυνατότερα αυτή τη φορά, και τότε γύρισε ενοχλημένος. Στο πρόσωπό του απλωνόταν μια ξινίλα κομμένης μαγιονέζας. «Κύριε, ξεχάσατε τα “κακάκια” του σκύλου σας» είπα δυνατά αλλά ευγενικά. Έδειχνε να μην καταλαβαίνει από πού ερχόταν η φωνή, σαν να μην άκουγε. Σηκώθηκα και πήγα κοντά του.
«Θα σας παρακαλούσα να μαζέψετε τα “ξαλαφρώματα” του ζώου σας», είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα, προσπαθώντας και σβήσω και το παραμικρό ίχνος ειρωνείας από την έκφρασή μου.
«Θα τα μαζέψω» είπε κι έκανε πάλι να φύγει.
«Περιμένω» του είπα σκληρά αυτή τη φορά. Είχα αρχίσει να φουντώνω.  
«Εντάξει, σας είπα θα τα μαζέψω» μουρμούρισε χωρίς να με κοιτάξει ενώ συνέχισε ν’ απομακρύνεται.
Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Η παρέα μου έκανε ότι μπορούσε για να με ηρεμίσει.
«Ξέσκισέ τον, τον μαλάκα», ακούστηκε κάποιος από το διπλανό τραπέζι.
Το εξέλαβα κυριολεκτικά ως επιθετική προτροπή. Αν δεν συγκρατιόμουν το επόμενο βήμα θα ήταν να του ορμήσω. Όμως, με είχαν υποτιμήσει. Σκέφτηκα ότι το τσαγανό χρειάζεται έξυπνες κινήσεις για να ισοζυγιάσει την επιμονή με την υπομονή. Έβγαλα από την τσέπη μου το κινητό, ζούμαρα πάνω του και του άστραψα τρεις απανωτές. Τον πέτυχα στον εγκέφαλο· μαρμάρωσε όταν κατάλαβε πως την είχε άσκημα.
Γύρισε πίσω παραλιακά και άρχισε να ψάχνει το «πεσκέσι». Του πρόσφερα σακούλες συλλογής ακαθαρσιών σκύλων. Αρνήθηκε αμίλητος και απευθύνθηκε στο γκαρσόνι.
«Πάρτε αυτές» του είπα αλλά εκείνος με αγνόησε πάλι.  
«Δεν χρειάζεται να περιμένετε το γκαρσόνι, δεν θα μου λείψουν. Έχω σκυλί και ξέρω» επέμεινα.
Επέμενε κι εκείνος να με αγνοεί. Απόρησα με την υπομονή μου.
«Μα γιατί δεν τις παίρνετε;» τον ξαναρώτησα.
«Έγινε κάτι που δεν μου άρεσε» είπε. Πρόφτασα μόνο ν’ ακούσω ότι «δεν έπρεπε να τον φωτογραφήσω» και κατέρρευσα. Έβαλα τις σακούλες στην τσέπη μου και γύρισα στη θέση μου.
Το γκαρσόνι σέρβιρε σακούλες στον «κύριο» και σε μας δεν θυμάμαι τι. Η διπλανή παρέα με κοίταζε απορημένη. Ο τύπος έδεσε το σκυλί με το λουρί του και μάζεψε τις ακαθαρσίες αδέξια, σαν να ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Μου ήρθε στο μυαλό η σιτεμένη νεάζουσα με τον σκύλαρο, που πριν από κάποιους μήνες είχε παραδεχτεί πως όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς μαζεύει τα «κακάκια» του ζώου της. Τι «κακάκια» δηλαδή, ένα κιλό σκατό το καθένα. Με έπιασε νευρικό γέλιο. Γέλαγα με κλάματα. Τον έβλεπα, τηλεγραφόξυλο να διπλώνεται και να ψάχνει στα βότσαλα, και σπάραζα. Έκλαιγα γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω και γέλαγα με την τύχη μου να γλυτώσω το πνίξιμο αφού υπήρχαν μάρτυρες στο συμβάν.
Κι όσο εγώ γέλαγα κι έκλαιγα μαζί τόσο εκείνος κιτρίνιζε· μέχρι που άρχισε να καίγεται και στο τέλος να μαυρίζει, να γίνεται κάρβουνο και να καπνίζει, σαν μπουρί, σαν φουγάρο καραβιού θα έλεγα καλύτερα.
«Έπρεπε να της το πεις από την αρχή, βρε άνθρωπε, πως δεν είχες σακούλα μαζί σου» του είπε το γκαρσόνι την ώρα που έφευγε με το σκατό στο χέρι. Δεν ξέρω σε ποια σκουπίδια το πέταξε· σημασία έχει ότι το μάζεψε. Η αρχή είχε γίνει.  

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019





Οι γενναίοι

Στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν  
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του    

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.


Μίλτος Σαχτούρης
(1919-2005)