Τρίτη 2 Αυγούστου 2016





από το όξος της προσμονής μου


αξιότιμοι ταραξίες
συμπαθείς κατήγοροι
καταπιεσμένοι υπερασπιστές
ανοργασμικοί επιβήτορες
καθηλωμένων συνειδήσεων
απινιδωτές μιας κάστας
εκφυλισμένων παθήσεων
οι φτέρνες μου σκίζονται
από τον πόθο να πετάξουν
ν’ αφήσουν πίσω τους
το χρόνο και την αίσθηση
πως πάλεψαν στο περίπου
συκοφαντημένοι
αποκλειστικά ένοχοι
μ’ εξαίσια προνόμια
ευνοημένοι
καταδικασμένοι
στον άθλιο μύθο
της επιβίωσης
μεγαλόψυχοι αρνητές
ετοιμοθάνατης αξίας
τρύγησα τη ζωή μου
έθαψα νεκρούς
και ξεκίνησα
να γευθώ το θάνατο
μου αρκεί
μια φέτα σταρένιο ψωμί
να σφουγγίσω το λάδι
που οξειδώνεται
από τον ιδρώτα
της νεκρής σάρκας μου



Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016






Η Τέχνη Του Θανάτου


Απόψε με ειρωνεία με κρεμάς σε τοίχο 
με καρφιά, δειλή με λες 
γιατί μού φαίνεται ο θάνατος 
ωραίος όπως ο έρωτας 
Δυο αρχέγονοι Θεοί αδυναμίας 
ή νίκης 
Με στήνεις στον τοίχο για όλους 
όσοι αυτόχειρες πέρασαν 
το ποτάμι με χρυσό νόμισμα 
στα κλεισμένα χείλια 
Δειλοί; Να 'ξερες μόνο πόσους 
πόνους φορτωμένοι προχωρούσαν 
και μάζευαν 
Κλεισμένοι από καιρό σε κουτιά 
αδικίας και δίκης 
διάλεξαν τρόπο να πετάξουν 
Εγώ δεν βρήκα παρά μόνο 
τρόπο να βασανιστώ 
φωνάζοντας βοήθεια σε κλειστά αυτιά 
Βλέπεις για να πεθάνεις θέλει τέχνη 
κι εγώ μονάχα γελωτοποιός 
ξέρω να είμαι, τυφλός παλιάτσος 
Μαζεύω διάσπαρτα τα λόγια 
για της μοναξιάς τις ώρες δάκρυα τα κάνω 
Δειλή ναι, που δε σου φώναξα 
πως τη σκιά αγαπημένου φίλου έψαχνα 
να μην πεθάνω 
Στημένη απόψε σ' ένα τοίχο με καρφιά 
ζωγραφισμένο ψεύτικες δηλώσεις 
κάτι θα δώσω της ζωής 
να πάει μπροστά κι εγώ θα μείνω 
να διαβάζω υποσημειώσεις 
Όταν θα μάθουν να μ' ακούν όσοι αγαπώ 
αν προλαβαίνω θα γυρίζω μες το φως 
αλλιώς ένα παράθυρο ανοιχτό 
στο πλάι να μου φτιάξετε να βλέπω 
τους δυνατούς που 'μαθαν να ακούν 
αρίστως τη φωνή τους κι επιχαίρουν...


Ελένη Ζάχαρη


Η Λένη το σημάδεψε 
"...αφιερωμένο σε Κριτή αγαπημένο..."









Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016







Ζωές εξιλαστήριες


Είναι κάτι ζωές δύσκολες
ριζωμένες στο τίποτα,
με άδειες παραμονής ληγμένες,
ζωές ριγμένες όπως όπως,
ρημαγμένες.

Είναι κάτι ματιές
σα σβησμένες λυχνίες
-λάβα χυμένη στη θάλασσα-
ξεβρασμένες ματιές
πεταμένες σ’ ένα σάπιο παρόν,
ματιές ύαινες
που σπαράζουν το χρόνο.

Κάτι τέτοιες ζωές
κάτι τέτοιες ματιές
κολασμένες, καθαγιάζουν
αυτόν τον πλανήτη της ύβρεως.
Ματιές, ζωές εξιλαστήριες.

Μαρία Σύρρου
(“Επιλήσμονες”, εκδ. Μανδραγόρας, 2016)






Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Σωτήρης Παστάκας: Savoir vivre για νέους λογοτέχνε...


17.06.16

Σωτήρης Παστάκας: Savoir vivre για νέους λογοτέχνες - Εξαρτώμενοι και διακινητές 



πηγή: http://frear.gr/
Υπάρχουν δύο κατηγορίες συγγραφέων, μας επισήμανε ο Χουάν Γκοϊτισόλο στον λόγο του επ' ευκαιρία της παραλαβής του Βραβείου Θερβάντες το 2015: οι συγγραφείς καριέρας, που διακινούν μόνο τη φήμη τους, και οι συγγραφείς που είναι εθισμένοι στη γραφή. Γράφουν γιατί δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά και δεν τους νοιάζει η τύχη των γραπτών τους. Τους πρώτους δεν τους αποκαλεί καν συγγραφείς, αλλά οι "Να-αποτελώ-είδηση" μια και μοναδική είναι η μόνη ανησυχία που έχουν. Διακινητές δημοσιότητας, εθισμένοι στην επιτυχία, μπορούν να μιλήσουν ακόμα και για πράγματα που δεν γνώρισαν ποτέ: την κρίση, π.χ.

Όσο περισσότερο με προβάλλει το λογοτεχνικό κατεστημένο, άλλο τόσο αμφιβάλλω για την ποιότητα του έργου μου. Αντιθέτως, όσο περιβάλλουν το έργο μου με την άκρα του τάφου σιωπή, άλλο τόσο είμαι σίγουρος πως βρίσκομαι στον σωστό δρόμο: "σηκώνω το λάβαρο της ήττας μου με τη συνείδηση του νικητή", έγραψε ο Φερνάντο Πεσσόα. Έχοντας κατακτήσει πλέον μια αξιοσέβαστη ηλικία, μπορώ να διακρίνω τη ματαιότητα των δημόσιων συμπεριφορών: "αυτό το χρυσό σκατό της δόξας", όπως το ονομάζει ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία.  

Να αμφιβάλλετε με τους συγγραφείς που δεν γνωρίζουν κρίση: που ζουν μέσα σε μια μειονότητα ευτυχισμένων ανθρώπων και δεν αμφιβάλλουν ούτε για μια στιγμή για την αξία των γραπτών τους. Ο Μπόρχες εξομολογήθηκε κάπου τον καθημερινό του εφιάλτη: ότι πολύ σύντομα οι αναγνώστες και οι κριτικοί θα ανακάλυπταν πως τους είχε ξεγελάσει. 


(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Trent Parke. Κάτω, ο Μπόρχες.)






Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016







Ιάσων Δεπούντης
"Εξ αιτίας σου, ποίηση, 
καίγεται ακόμα η Τροία" 



εδώ, δεν αποφασίζει η δημοκρατία
εδώ, επιβάλλουμε προσωπικές απόψεις,
φώναζαν εκείνοι οι ποιητές
κι άλλο δεν συγκράτησα,
σκεφτόμουν την καημένη την Δημοκρατία
να τρέχει να κρυφτεί απ' την ντροπή της




Πέμπτη 26 Μαΐου 2016




Έργο του Willem van Hecke 


άσπρες γραμμές

0.04
στην άκρη της νύχτας
χωρίστηκαν οι σκέψεις
κάγκελα υποδοχής
οι άσπρες γραμμές
0.03
 χολή το ξερατό 
δύο βήματα βροχή
μπροστά και πίσω
μια υπόνοια δρόμος
0.02
της γης η ζώνη έσφιξε
ο αέρας σου πηχτός
σαν την αρρώστια
γύρω ίχνη φρένων
0.01
είπες μην προχωράς
το σώμα σου χωρίστηκε
για ν' αποδείξει της ζωής
την ματαιοδοξία 
0.00
πέρασες μόνος 
τις γραμμές
άφησες πίσω σου
ένα άδειο ρούχο




Τετάρτη 27 Απριλίου 2016






Ανάταση

Καθόταν σ’ ένα ανάχωμα στη μέση του χωραφιού και δεν νοιαζόταν για τα ρούχα του, που σέρνονταν στα χώματα. Μόνο κοίταζε το βουνό, χωρίς να υπολογίζει τον ήλιο που έφευγε πίσω από την πλάτη του. Ακουμπούσε τους αγκώνες του στα γόνατα και είχε τα δάχτυλά του σταυρωμένα. 

             Να ήταν μεταξύ δεκαοκτώ και είκοσι τρία, μπορεί και λιγότερο· τα ράσα δεν κόβουν χρόνια. Σε λίγο θα κατέβαζε το μάνταλο της πόρτας του μοναστηριού.

Τον ζήλεψα. Πόση δύναμη χρειάζεται μια τέτοια απόφαση, τόσο νωρίς; Τόσο σίγουρος έδειχνε πως ο ήλιος θα ξανάβγαινε το επόμενο πρωί.  


Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016




Αγρύπνια

Τις νύχτες ξαγρυπνώ
και βγαίνω στη μεγάλη πολιτεία
προσδοκώντας ησυχία.
Μα τότε είναι που τρέχουν
αλαφιασμένοι όλοι
οι τρομαγμένοι  της ημέρας.  
Στα δημόσια ουρητήρια
μάνες πρόσφυγες θηλάζουν
τα παιδιά τους.                                                   
Οι τοίχοι γεμάτοι συνθήματα
«σ’ αγαπώ», «πεινάω», «φοβάμαι»!
Βλέπεις έχουμε κι εμείς θύματα
πρόσφυγες πολέμου ανοιχτού.
Στα παγκάκια κοιμούνται κάθε είδους
άνθρωποι και σκεπάζονται
με τα δάκρυά τους.
Απόψε, αύριο, δεν ξέρω πόσο
στα παγκάκια, στις πλατείες,
στους δρόμους,
θα μαζεύουν οι οδοκαθαριστές
απορρίμματα δυστυχίας.
Μήτε μια ψιχάλα αγάπης
δε στέργει στα λιγδιασμένα κορμιά
να στάξει ν’ απαλύνουν οι ψυχές. 

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016



Για τα παιδιά μιλάω

Για τα παιδιά μιλάω που ξάπλωσαν στα κύματα με κλειστά μάτια
και ταξιδεύουν ασυνόδευτα σε κόκκινα πέλαγα

Και για τ’ άλλα τα παιδιά που ανάρτησαν στον τοίχο τους πορτραίτα τεράτων
όχι γιατί σταμάτησαν να φοβούνται αλλά γιατί συνήθισαν τον φόβο

Για παιδιά μιλάω που φόρεσαν μαύρα γυαλιά κι αφέθηκαν να ονειρευτούν
έναν κόσμο που προχωράει σταθερά προς την εκμηδένισή του

Για ’κείνα τα παιδιά μιλάω που δεν κατάλαβαν τον παγκόσμιο παραλογισμό
γύρω από αξίες που δεν υπάρχουν  

Για όλα τα παιδιά μιλάω που άθελά τους συνηθίσανε τη φρίκη
και τα τρομάζει η ομορφιά


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016





Στην Αλεξάνδρα 

Να πετάξεις τ' αχρείαστα
απ' το παράθυρο.
Κι αν ο Τζέρι κρεμαστεί
απ' τον ώμο σου
να συνεχίσεις 
να περπατάς
χωρίς εισιτήριο
και να γυρίσεις τον κόσμο
και να πίνεις τεκίλα
και να κάνεις στριφτά τσιγάρα
και να θυμάσαι 
πως ανταμωθήκαμε 
εκείνο το βράδυ 
που νόμισα 
πως έγινα χρήσιμη.
Μόνο τα μαλλιά σου
μην κόψεις
Αβεσσαλώμ.  


Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016






Βά­νια Σύρ­μου






Στρῶ­μα δι­πλό

03-PiΟΥΘΕΝΑ ὅ­μως δὲ βο­λευ­ό­ταν γιὰ νὰ βγά­λει τὴ νύ­χτα. Μο­να­δι­κό του φορ­τί­ο μιὰ σα­κού­λα φαρ­διὰ πλα­στι­κή. Μιὰ ἀλ­λα­ξιὰ καὶ μιὰ κου­βέρ­τα ὅ­λη του ἡ πε­ρι­ου­σί­α. Τὸ βῆ­μα του ἀρ­γό, νω­χε­λι­κό, πα­ρά­φω­νο στὴν βου­ε­ρὴ κί­νη­ση τοῦ Σαβ­βα­τό­βρα­δου στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης.
       Τὸ βρά­δυ τὸν βρῆ­κε στὴν πλα­τεί­α Κο­λο­κο­τρώ­νη, στὴν πα­λιὰ Βου­λή. Συ­χνὰ τοῦ πρό­σφε­ρε δι­α­μο­νὴ στὸ γρα­σί­δι τοὺς μῆ­νες τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ. Τώ­ρα ὅ­μως ἀ­κό­μα κι αὐ­τὴ τὴν ἔ­βρι­σκε ἀ­φι­λό­ξε­νη. Συ­νε­χί­ζον­τας τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴ Στα­δί­ου. Πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ φα­νά­ρι, ἡ μα­τιά του στά­θη­κε στὴν ἐ­σο­χὴ τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρο­μί­ου. Κομ­μά­τια ἀ­πὸ με­γά­λες χάρ­τι­νες κοῦ­τες, ὄρ­θια στη­μέ­να, ἔ­κλει­ναν σχε­δὸν ὅ­λη τὴ γω­νί­α τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου. Πέ­ρα­σε ἀ­πέ­ναν­τι θέ­λον­τας νὰ τὸ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Ἕ­να ἄ­νοιγ­μα στὴ ἄ­κρη τοῦ πρό­χει­ρου χάρ­τι­νου «τεί­χους» ἄ­φη­νε νὰ φα­νεῖ τὸ κου­φά­ρι ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος ὑ­πο­δη­μά­των. Τὸ κλει­στὸ κα­τά­στη­μα σχη­μά­τι­ζε ἕ­να γάμ­μα μὲ τὴν ἐ­πι­τοί­χια πλα­ϊ­νή του βι­τρί­να, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας ἔ­τσι ἕ­να ἀ­πά­νε­μο κα­τα­φύ­γιο. Πλη­σι­ά­ζον­τας στὸ ἄ­νοιγ­μα καὶ κρυ­φο­κοι­τών­τας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του, δι­έ­κρι­νε κά­τι ποὺ ἀρ­χι­κὰ τὸν ξάφ­νια­σε. Στὸ δά­πε­δο τοῦ αὐ­το­σχέ­διου «δω­μα­τί­ου» ἦ­ταν το­πο­θε­τη­μέ­νο πά­νω σὲ στρω­μέ­να χαρ­τό­νια ἕ­να δι­πλὸ στρῶ­μα κα­λυμ­μέ­νο μὲ δι­πλὴ κου­βέρ­τα. Τό­σο και­ρὸ στὸ δρό­μο, ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἀν­τί­κρι­ζε τέ­τοι­α «κομ­φὸρ» καὶ μά­λι­στα στὴ μέ­ση τῆς Στα­δί­ου. Στὴν ἄ­κρη τοῦ χάρ­τι­νου δω­μα­τί­ου ἀ­φη­μέ­νες δυ­ὸ γε­μά­τες πλα­στι­κὲς σα­κοῦ­λες. Σκέ­φτη­κε πρὸς στιγ­μὴ νὰ πε­ρι­μέ­νει γιὰ νὰ δεῖ τὸν κά­το­χο τοῦ ὑ­παί­θριου κα­τα­λύ­μα­τος. Ὕ­στε­ρα τὸ με­τά­νοι­ω­σε. Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Συ­νέ­χι­σε τὸ δρό­μο του ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δι­κό του λη­μέ­ρι.
       Βρῆ­κε προ­στα­σί­α ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο τῆς νύ­χτας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μιᾶς ἐμ­πο­ρι­κῆς στο­ᾶς. Τὰ μα­γα­ζιὰ ὅ­λα κλει­στά. Ποῦ καὶ ποῦ περ­νοῦ­σε κα­νεὶς βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ μπρο­στά του, ρί­χνον­τάς του μιὰ κλε­φτὴ μα­τιὰ ἀ­να­μι­κτου φό­βου καὶ οἴ­κτου. Τυ­λί­χτη­κε μὲ τὴν κου­βέρ­τα καὶ ξά­πλω­σε κου­λου­ρι­α­σμέ­νος στὸ φαρ­δὺ πε­ζού­λι ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια σφι­χτὰ σὲ μιὰ προ­σπά­θεια νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­π’ ὅ­σα τὸν πε­ρι­έ­βαλ­λαν. Ὁ ὕ­πνος ὅ­μως δὲν ἐρ­χό­ταν. Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα πιά, ση­κώ­θη­κε κι ἄ­φη­σε τὰ πράγ­μα­τά του ἐ­κεῖ, κα­το­χυ­ρώ­νον­τας τὸ χῶ­ρο.
       Περ­πά­τη­σε ξα­νὰ πρὸς τὸ μέ­ρος ποὺ ἡ ἀ­νάγ­κη του τὸν τρα­βοῦ­σε. Σὲ λί­γα λε­πτὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πλη­σί­α­σε. Τὸ χάρ­τι­νο τεῖ­χος ἦ­ταν τώ­ρα πε­ρί­κλει­στο. Τὸ ἄ­νοιγ­μα ποὺ πρὶν ἐ­πέ­τρε­πε στοὺς ἔ­ξω νὰ δοῦν τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του, εἶ­χε κλεί­σει μ’ ἕ­να ἀ­κό­μα χαρ­τό­νι. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Ἔ­πει­τα ἔ­σπρω­ξε προ­σε­κτι­κὰ τὸ χαρ­τό­νι καὶ ἔ­ρι­ξε μιὰ λα­θραί­α μα­τιά. Ἡ θέ­α τοῦ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νου ζευ­γα­ριοῦ ποὺ βρι­σκό­ταν ξα­πλω­μέ­νο στὸ δι­πλὸ στρῶ­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πι­σω­πα­τή­σει. Θέ­λη­σε νὰ ξα­να­κοι­τά­ξει. Δὲν πρό­λα­βε ὅ­μως νὰ δεῖ πολ­λά. Μιὰ ἀ­δέ­ξια κί­νη­ση ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ κά­νει τὸν ξα­πλω­μέ­νο ἄν­τρα νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιος στὸ λε­πτὸ καὶ νὰ τὸν ἀ­πει­λή­σει μ’ ἕ­να σου­γιά: «Φύ­γε ἀ­πὸ δῶ ρὲ ἀ­νώ­μα­λε, για­τὶ σοῦ τὴν ἄ­να­ψα!». Τα­ραγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ θέ­α­μα καὶ τὴν ἀ­πει­λὴ τό ‘βά­λε στὰ πό­δια.
       Ἔ­φτα­σε ξέ­πνο­ος στὸ κα­τά­λυ­μα τῆς στο­ᾶς καὶ κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι. Ἄ­κου­γε τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ δυ­να­τὰ κι ἕ­να πό­νο στὸ στο­μά­χι σὰν ἀ­πὸ γρο­θιά. Σκυμ­μέ­νος μὲ τὸ κε­φά­λι στὰ γό­να­τα συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς ὁ πό­νος δι­α­χέ­ον­ταν σ’ ὅ­λο του σῶ­μα. Τὸν δι­α­περ­νοῦ­σαν ρί­γη.
       Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ ὁ πό­νος ἔ­δι­νε σι­γὰ σι­γὰ τὴ θέ­ση του στὸ θυ­μὸ καὶ τὴ ζή­λεια ποὺ θέ­ρι­ευ­αν μέ­σα του.
       Ξη­με­ρώ­μα­τα Κυ­ρια­κῆς. Οἱ δρό­μοι ἄ­δει­οι. Ἡ ἀ­γρύ­πνια τῆς νύ­χτας τὸν ἔ­χει κα­τα­βά­λει. Ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο καὶ βγαί­νει στὸ δρό­μο νὰ περ­πα­τή­σει. Τὰ βή­μα­τά του τὸν ὁ­δη­γοῦν πά­λι ἐ­κεῖ. Ἀ­πὸ μα­κριὰ βλέ­πει τὰ χαρ­τό­νια ριγ­μέ­να πά­νω στὸ στρῶ­μα. Πλη­σιά­ζει. Ἡ ἐ­ρη­μιὰ τῆς πό­λης εἶ­ναι σύμ­μα­χός του. Κοι­τά­ζει γύ­ρω του δῆ­θεν ἀ­δι­ά­φο­ρα καὶ ἐν­τε­λῶς φυ­σι­κὰ ἀ­φή­νει τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο τσι­γά­ρο νὰ πέ­σει πά­νω στὰ χαρ­τό­νια. Συ­νε­χί­ζει τὸ δρό­μο του μὲ βῆ­μα γορ­γό.




Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο Ντὲ Τζα­νέ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­στη­μῶν τῆς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς καὶ τοῦ Ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α.

planodion | 28 Δεκεμβρίου 2015, 5:00 π.μ.




Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016


 Ευχή Πρωτοχρονιάς είναι
όσα καταλαβαίνεις κι ας μη φαίνεται
είναι οι σκέψεις που μένουν κρυφές
για να μη διαβαστούν
είναι οι στιγμές που ευχήθηκες
να μην είχαν έρθει
κι ας δείχνεις πως δεν σε άγγιξαν
είναι οι άνθρωποι που κρύβονται 
πίσω από διαφανή χαμόγελα
είναι τα λόγια που ήθελες πεις
αλλά δεν ξεστόμισες
μη τυχόν και φανεί πόσο πονούσες  
είναι ότι αρκέστηκες σ’ ένα «καλή χρονιά»
κ έσβησες το φως


κα.πα.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015




Χριστούγεννα

Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και πολλά χρόνια, τα Χριστούγεννα σταμάτησαν να έρχονται. Η αρχή έγινε από τα ψηλά βουνά. Στα μικρά χωριά οι άνθρωποι δεν νοιάστηκαν· ούτε που κατάλαβαν την έλλειψη. Είχαν ν’ ασχοληθούν με σοβαρότερα θέματα: ν’ ανοίξουν δρόμους και να ενώσουν τις πόρτες τους, να εμποδίσουν το χιόνι να παγώνει το νερό τους, να φέρουν από τις πλαγιές ξύλα για το τζάκι, να μεταφέρουν τους αρρώστους τους στο νοσοκομείο της πόλης. Δεν είχαν χρόνο για γιορτές μες στο χειμώνα. Ούτε και δουλειές είχαν.  
Όταν ξάνοιξε ο καιρός ξανοίχτηκαν κι αυτοί. Στην πόλη βρήκαν όσες δουλειές περίσσευαν και βολεύτηκαν. Άδειασαν τα βουνά, διπλοκλειδώθηκαν τα σπίτια, ρήμαξαν τα νεκροταφεία. Έτσι, τα Χριστούγεννα δεν έβρισκαν τόπο να σταθούν κι έπαψαν να σκαρφαλώνουν. Κύλαγαν στις πόλεις. Εκεί οι άνθρωποι στόλιζαν τα σπίτια τους με παράξενα κεντίδια και φώτα πολύχρωμα. Στην αρχή φώτιζαν καραβάκια στα παράθυρα· τα σπίτια μοσχοβόλαγαν γλυκές μυρουδιές. Ύστερα ήρθαν νέες μόδες τα καραβάκια παροπλίστηκαν και στη θέση τους μπήκαν τα ψεύτικα δέντρα. Οι χωριάτες έγιναν αστοί και ανήμερα τα Χριστούγεννα δεν πήγαιναν στην εκκλησία, κοιμούνταν. Γιόρταζαν, όμως, την παραμονή των Χριστουγέννων· έβαζαν τα καλά τους και πήγαιναν σε χορούς, γλέντια και φαγοπότια. Κι όταν μαζεύονταν πολλοί και δεν χώραγαν στα σπίτια πήγαιναν στα μαγαζιά.
Όσο περνούσε ο καιρός και οι γιορτές πλήθαιναν μεγάλωναν και τα μαγαζιά για να χωράνε τον κόσμο. Οι άνθρωποι έτρωγαν, χόρευαν και τραγουδούσαν δεν είχαν προβλήματα. Δούλευαν, αμείβονταν και μπορούσαν ν’ αγοράσουν ότι ήθελαν. Σε κάθε γιορτή αντάλλασσαν μεταξύ τους δώρα . Κι όσο αγόραζαν τόσο ξεφύτρωναν καινούργια μαγαζιά με δώρα. Γέμισε ο τόπος με κάθε λογής πραμάτεια. Τα δώρα της παραμονής των Χριστουγέννων ήταν ακριβά, διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά, με φανταχτερούς φιόγκους. Ο ανταγωνισμός έγινε μεγάλος και τα μαγαζιά για να ξεχωρίζουν μεταξύ τους έβαλαν κάτι μικρά σημαδάκια πάνω στα χαρτιά περιτυλίγματος, που φανέρωναν την προέλευση του δώρου. Όσο πιο γνωστό ήταν ένα μαγαζί τόσο και πιο ακριβά πουλούσε τα δώρα του και γινόταν διάσημο. Κι όσοι ψώνιζαν απ’ αυτό γίνονταν σεβαστοί. Οι άνθρωποι ξόδευαν πολλά χρήματα σε δώρα.  Δεν είχαν σημασία οι γιορτές ούτε το είδος του δώρου αλλά το σημαδάκι του μαγαζιού που το πουλούσε. Και ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη τους να ξεχωρίσουν, που ξέχασαν ακόμα και τα Χριστούγεννα. 
Τα μαγαζιά έβαλαν σημαδάκια παντού, ακόμα και στα ρούχα, και όσοι είχαν τα ίδια σημαδάκια γίνονταν μια παρέα, πήγαιναν στα ίδια μέρη, έτρωγαν τα ίδια φαγητά, έκαναν τα ίδια πράγματα και γελούσαν με τα ίδια αστεία. Με τον καιρό έγιναν τόσο ίδιοι που δεν ξεχώριζαν μεταξύ τους. Αυτό δεν τους απασχολούσε μέχρι που όλα έγιναν προβλέψιμα και οι γιορτές ανιαρές. Πρώτα άρχισαν να βαριούνται, αργότερα να λυπούνται και στο τέλος σταμάτησαν να γιορτάζουν και απομονώθηκαν.       

Μαζί με τις γιορτές σταμάτησαν και τα δώρα. Τα μαγαζιά έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Οι άνθρωποι έχαναν τις δουλειές τους, γίνονταν φτωχοί. Δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν ούτε φαγητό για τα παιδιά τους. Άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, να κλέβει ο ένας τον άλλον, να σκοτώνονται. Τότε θυμήθηκαν τα χωριά τους και άρχισαν να επιστρέφουν. Τα σπίτια γέμισαν, καθαρίστηκαν οι χορταριασμένες αυλές, άνοιξαν οι πόρτες και ξεχύθηκαν οι μυρουδιές της ζωής. Τα πρώτα Χριστούγεννα ήρθαν χιονισμένα, αλλά οι άνθρωποι δεν νοιάστηκαν· είχαν τόσα πολλά να κάνουν και πρώτα απ’ όλα να θάψουν τ’ άσχημα όνειρα και ν’ αναστήσουν τη ζωή τους. 


 κα.πα. 


Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015




Αν

Αν δεν είχαμε
να θρηνήσουμε
τόσους θανάτους
αν δεν είχαμε 
να ενταφιάσουμε
τους νεκρούς
όλης της γης
αν δεν σέρναμε 
πάνω μας 
μονάχοι εμείς
τη μοίρα 
των αδικημένων
αν δεν ξοδεύαμε
την ύπαρξή μας
στ' ακροθαλάσσι 
κάθε που χαιρετάμε
αυτούς που φεύγουν
η ζωή μας θα 'τανε
προσωπική υπόθεση
σ' εκείνη την περίπτωση
θα 'χαμε όλο το δικαίωμα
να συντροφέψουμε 
την ομορφιά
που μας στέλνει 
η αγάπη 
από το Πήλιο