Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Ετοιμάζεται το μυθιστόρημα της Μαριάννας Τσαντίλη
Σαν ψίθυρος στην έρημο
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη


 Περίληψη
Η Μαργαρίτα ερωτεύεται στην Αμερική έναν Άραβα φοιτητή, συγκρατημένο και πολύ όμορφο, ο οποίος όμως της κρύβει το πραγματικό του πρόσωπο, τον άγριο και βίαιο χαρακτήρα του. Τον ακολουθεί στη Μέση Ανατολή, τον παντρεύεται και αποκτά μαζί του μία κόρη - ένα παιδί που μεγαλώνει ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς. Σταδιακά, το άγρυπνο μάτι και ο έλεγχος της πουριτανικής κοινωνίας συνθλίβουν τη Μαργαρίτα, που νιώθει να ασφυκτιά. Κάθε απόπειρά της να εναντιωθεί ακολουθείται από απειλές, ίντριγκες, ακόμα και ξυλοδαρμούς. Μόνη της παρηγοριά η δουλειά της στην Ελληνική Πρεσβεία. Κάποια στιγμή, όταν η κόρη της εξαφανίζεται μυστηριωδώς, εκείνη βρίσκει τη δύναμη να αντιδράσει και να κάνει τη μεγάλη ανατροπή, ρισκάροντας ακόμα και τη ζωή της. Θα απομείνει πλέον ολομόναχη ν' αναζητά, στις φλεγόμενες περιοχές του Ισραήλ, της Παλαιστίνης και του Ιράκ, το χαμένο της παιδί, την αξιοπρέπειά της και την ελευθερία της. Θα βγει αλώβητη ή η μοίρα θα παίξει κι αυτή το δικό της απρόσμενο παιχνίδι;

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014






Ετούτη τη στιγμή


Μακριά με πήρε το ποτάμι σου. 

Μ' άρπαξε, με παρέσυρε 

και μ' έκανε κομμάτι ξύλου,

σαπισμένο απ' το νερό,

που απαλό κι αν δείχνει

εκείνο ξέρει πως να γδέρνει

και καρδιές και σάρκες

κι ελπίδες να κρατάει στο βυθό.

Ξέρει να σπρώχνει τις ζωές στις όχθες,

που μαγκώνουν συνειρμούς

και ανατρέπουν συνειδήσεις.

Και στέλνει εκεί τις θύμισες,

που οι χαρές λιγόστευαν

όσο κι οι ελπίδες

πως δεν θα έρθει η στιγμή

του αποχωρισμού μας.




Αφιερωμένο σε σένα, που τα λόγια σου με γύρισαν πολλά χρόνια πίσω και μου φανέρωσαν ότι σε ξέρω. 
κα. πα. 


Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014





Ακόμα Σεπτέμβρης

Ο ίσκιος του Σεπτέμβρη
 τη μέρα κυνηγάει,
 ξεπλένει την αρμύρα η βροχή.
Ρημώνει η απώλεια τον τόπο της,
σαν τη φυγή ρουφάει
την ανάσα απ’ τη φωλιά της.
Άμα φωτίσει θα ‘ναι
η έλλειψη μεγάλη.
Νωπό το βάμμα του κενού
που το φευγιό χαράζει.
Απ’ το σκοτάδιζήτα
τον πόνο να σκεπάσει.
Η νύχτα επουλώνει τις πληγές.
Μόνο η ζωή, το θάνατο
μπορεί να αγνοήσει,
τη λύτρωση να στάξει
στο σημάδι που απομένει.
Τα σύννεφα κι αν πυκνωθούν
 πάλι ο παλιός πνοή θα δίνει
σε κάθε αναχώρηση που φτάνει.
Γιατί ζωή μονάχη της
θάνατος είναι.


                                                                                 κα. πα. 

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014





Σεπτέμβρης


Kάποτε θέλησες να 'ρθεις

ήσουν παιδί κι ήμουν αλλιώς

δεν ήξερα τι θα πει να θες...

pendra


             
                                                                                                                                                     κα.πα. 




Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014






                                           “ΣΑΝ ΨΙΘΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ”

Περιμένουμε με ανυπομονησία το βιβλίο της φίλης Μαριάννας Τσαντίλη “ΣΑΝ ΨΙΘΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ” από τις εκδόσεις Καστανιώτη.  Ένα βιβλίο που παρουσιάζει τον αγώνα μιας γυναίκας για ελευθερία κι αξιοπρέπεια ενάντια στον αραβικό φονταμενταλισμό. 

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014




Μοναξιά

Η μοναξιά είναι που στέλνει τα κλωνάρια στο ποτάμι
να τα δέρνει το νερό στα βράχια της κοίτης.
Μοναξιά είναι τ’ απόβλητα και τα νεκρά πουλιά
που αποκοιμίζει η θάλασσα με το αλάτι της.
Μοναξιά είναι η βάρδια στο τιμόνι του πλοίου
κι η αρρώστια που ακάλεστη μονοπωλεί ανάσες.
Μοναξιά ο φίλος που πλησιάσει μ’ ανοίκεια οικειότητα.
Μοναξιά κι η καταναγκαστική σιωπή μπροστά στο αίνιγμα.
Ιερή οφειλή η νηφάλια μέθη Της παρουσίας.
Σ’ αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς,
απ’ όπου κι αν κοιτάξεις τη γη,
η μοναξιά περισσεύει.

                                                                      κα. πα. 

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014


 
 

 O Captain! My Captain!


 

 
O Captain! My Captain!

O CAPTAIN! my Captain! our fearful trip is done,
The ship has weather'd every rack, the prize we sought is won,
The port is near, the bells I hear, the people all exulting,
While follow eyes the steady keel, the vessel grim and daring;

But O heart! heart! heart!
O the bleeding drops of red,
Where on the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.

O Captain! my Captain! rise up and hear the bells;
Rise up -for you the flag is flung -for you the bugle trills,
For you bouquets and ribbon'd wreaths -for you the shores acrowding,

For you they call, the swaying mass, their eager faces turning;
Here Captain! dear father!
This arm beneath your head!
It is some dream that on the deck,
You've fallen cold and dead.

My Captain does not answer, his lips are pale and still,
My father does not feel my arm, he has no pulse nor will,
The ship is anchor'd safe and sound, its voyage closed and done,
From fearful trip the victor ship comes in with object won;
Exult O shores, and ring O bells!
But I with mournful tread,
Walk the deck my Captain lies,
Fallen cold and dead.





Καπετάνιε! Ω Kαπετάνιε μου! (μτφ. 1)

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου!
Το φοβερό μας το ταξίδι έχει τελειώσει.
Το πλοίο μας ξεπέρασε τη κάθε αναποδιά
κι η δάφνη που ζητούσαμε κερδήθηκε.
Φτάσαμε στο λιμάνι.
Ακουώ καμπάνες να χτυπούν,
λαό που αναγαλλιάζει,
Κι όλων τα μάτια στρέψανε στ' ακλόνητο σκαρί,
στ' ατρόμητο και βλοσυρό καράβι.

Μα, συ ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ώ άλικες, αιμάτινες, κόκκινες σταλαξιές,
Εκεί στη γέφυρα του πλοίου, ο Καπετάνιος μου πεσμένος
κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου! Σήκω!
τα σήμαντρα ν' ακούσεις που χτυπούνε.
Σήκω! για σενα λάβαρα λυτά ψυχανεμούνε,
για σένα σάλπιγγες, κλαγγές, αχολογούνε,
Για σένα τ' ανθοστόλιστα, τα πλουμιστά στεφάνια,
Για σένα στην ακρογιαλιά συνάχτηκε το πλήθος,
Εσένα πεθυμά ο χοχλασμός ολάκερου λαού
και σε γυρεύει μ' όψη φουντωμένη.

Έλα, έλα, Καπετάνιε μου! Πατέρα αγαπημένε!
Γείρε πάνω στο μπράτσο μου το έρημο κεφάλι.
Σαν όνειρο μου φαίνεται στη γέφυρα πεσμένος,
Και να 'σαι κρύος... νεκρός... χαμένος....

Μα ο Καπετάνιος μου δεν απαντά,
τ' αχείλι του είν' αμίλητο, χλωμό,
πατέρα μου το μπράτσο μου δε νιώθεις
κι ούτε έχεις πια τη θέληση, δεν έχεις πια σφυγμό
Το πλοίο έριξ' άγκυρα ολάγερο, βουβό
κι έχει τελειώσει το ταξίδι το στερνό,
Από το φοβερό του το ξαρμένισμα,
της νίκης το καράβι ξαναγύρισε,
με κερδεμένο τον σκοπό.

Ευφράνου ακρογιαλιά, καμπάνα χτύπα!
Μα 'γω το πένθιμό μου σέρνω βήμα
Στη γέφυρα, που ο Καπετάνιος μου πεσμένος
Κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...

 



 
Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! (μτφ. 2)

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Το φοβερό ταξίδι μας έχει τελειώσει
Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, το έπαθλο που αποζητήσαμε το έχουμε σηκώσει
Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, συνεπαρμένο κόσμο,
Ενώ τα μάτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα, το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:
                       Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
                         Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
                           Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
                               Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! Ορθώσου κι άκου τις καμπάνες
Ορθώσου – για σένα τη σημαία κυματίζουν – για σένα η σάλπιγγα ηχεί
Για σένα ανθοδέσμες και μετάξινα στεφάνια – για σένα στις ακτές μαζεύονται τα πλήθη
Σένα ζητούν, οι μάζες οι παλλόμενες, στρέφοντας τα ανυπόμονα πρόσωπά τους
                        Να Καπετάνιε! πατέρα αγαπημένε!
                          Το χέρι αυτό κάτω από το κεφάλι σου
                             Όνειρο είναι πως πάνω στο κατάστρωμα,
                                Είσαι πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ο Καπετάνιος μου δε μ' απαντά, τα χείλη του ακούνητα κι ωχρά
Ο πατέρας μου το χέρι μου δε νιώθει, σφιγμό δε θα 'χει πια ποτέ ξανά
Το πλοίο έδεσε άγκυρα σώο και αβλαβές, η πλεύση του ανήκει πια στο χθες
Από ταξίδι φοβερό, το πλοίο νικητής, εισπλέει με σκοπό επιτυχή
                     Πανηγυρίστε, ω ακτές, χτυπάτε, ω καμπάνες!
                       Όμως εγώ, με πάτημα θρηνητικό,
                         Γυρνώ τη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
                            Πεσμένος κρύος και νεκρός.




 
 
 
 
 Ουώλτ Ουίτμαν - Walt Whitman (1819-1892)
 

 
 
Ο Ουώλτ Ουίτμαν - Walt Whitman (1819-1892) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς και ποιητές. Κυριότερο έργο του αποτελεί η ποιητική συλλογή «Φύλλα Χλόης» (Leaves of Grass) και ένα από τα πιο γνωστά ποιήματά του το «Καπετάνιε! Ω Kαπετάνιε μου!» (O Captain! My Captain!). Παραθέτουμε βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, το ποίημα στα αγγλικά, δυο μεταφράσεις του στα ελληνικά και δυο βίντεο με σκηνές από την κινηματογραφική ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» (Dead Poets Society), στα οποία απαγγέλονται στίχοι του Ουίτμαν.

Ο Ουίτμαν γεννήθηκε το 1819 στο Λόνγκ-Άιλαντ της Νέας Υόρκης, ο δεύτερος γιος μιας πολυπληθούς οικογένειας με συνολικά εννέα παιδιά. Το 1823 η οικογένειά του αναγκάζεται να μεταβεί στο Μπρούκλιν όπου ο πατέρας του δουλεύει ως μαραγκός και ο ίδιος φοιτά για έξι χρόνια στο δημοτικό σχολείο. Από την ηλικία των δώδεκα ετών, εργάζεται στο γραφείο ενός δικηγόρου και στα δεκατέσσερά του γίνεται μαθητευόμενος σε τυπογραφείο. Την ίδια περίπου περίοδο εγγράφεται σε κάποιο αναγνωστήριο βιβλιοθήκης, όπου έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει πολλούς κλασικούς αλλά και νεότερους συγγραφείς. Το 1835 επιστρέφει στο Λονγκ-Άιλαντ όπου εργάζεται ως δάσκαλος. Παράλληλα, ιδρύει την εφημερίδα Long-Islander, της οποίας είναι συγχρόνως διευθυντής, υπεύθυνος σύνταξης και τυπογράφος. Το έργο του ως δάσκαλος συνεχίζεται μέχρι το 1841, χρονιά που μετακομίζει στη Νέα Υόρκη προκειμένου να εργαστεί ως στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο αλλά και δημοσιογράφος σε διάφορα περιοδικά ή εφημερίδες της εποχής. Συγχρόνως, λαμβάνει ενεργό μέρος στην πολιτική και συμμετέχει σε προεκλογικές εκστρατείες του Δημοκρατικού Κόμματος.
Παράλληλα εγκαταλείπει την εργασία του στο τυπογραφείο και αναλαμβάνει διευθυντής εφημερίδων, βρισκόμενος διαδοχικά στις Daily Aurora και Brooklyn Eagle. Σε αυτό το διάστημα δημοσιεύει πλήθος άρθρων επί διαφόρων θεμάτων που συνδέονται συνήθως με την παγκόσμια ή την αμερικανική πολιτική επικαιρότητα. Το 1848 διακόπτεται η συνεργασία του με την εφημερίδα Brooklyn Eagle και γίνεται συντάκτης της Crescent, θέση που κατέχει για ένα χρόνο στο διάστημα του οποίου ταξιδεύει σχεδόν σε ολόκληρο τον αμερικανικό Νότο. Το 1849, επικεφαλής ενός μικρού τυπογραφείου, εκδίδει την εφημερίδα Freeman. Τον επόμενο χρόνο όμως αλλάζει εκ νέου κατεύθυνση και γίνεται μαραγκός, χτίζοντας σπίτια που αργότερα πουλά. Το 1854 φαίνεται πως εγκαταλείπει κάθε εργασία και επεξεργάζεται την πρώτη του ποιητική συλλογή Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass), η οποία εκδίδεται το 1855 με προσωπικά έξοδα του Ουίτμαν. Σε αυτή την πρώτη έκδοση της, η συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα εκτεταμένα άτιτλα ποιήματα και λαμβάνει ως επί το πλείστον αρνητικές κριτικές ενώ πωλείται τελικά μόλις ένα αντίτυπο. 
 
Ένα χρόνο αργότερα, ο Ουίτμαν ετοιμάζει την δεύτερη έκδοση της συλλογής του η οποία περιέχει επιπλέον είκοσι ποιήματα, γενικότερες διορθώσεις, τίτλους και μια σαφέστερη ταξινόμηση. Παράλληλα περιλαμβάνει ως εισαγωγή ένα συγχαρητήριο γράμμα του Ραλφ Γουάλντο Έμερσον προς τον Ουίτμαν. Η κυκλοφορία της δεύτερης έκδοσης των Φύλλων Χλόης συνοδεύεται επίσης από αντιδράσεις του περισσότερο συντηρητικού τμήματος της αμερικανικής κοινωνίας. Από το φόβο δικαστικών διώξεων, το έργο αποσύρεται ενώ έχουν ήδη πωληθεί μερικές εκατοντάδες αντιτύπων. Το επόμενο διάστημα δημιουργείται σταδιακά ένα ευνοϊκότερο κλίμα για τον Ουίτμαν που οδηγεί τελικά το 1860 σε μία τρίτη έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Thayer and Eldridge. Την περίοδο του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου ο Ουίτμαν εργάζεται ως εθελοντής νοσοκόμος και περιθάλπει τραυματισμένους στρατιώτες κυρίως στην περιοχή της Ουάσινγκτον. Με το τέλος του πολέμου διορίζεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και ειδικότερα στο τμήμα Υποθέσεων των Ινδιάνων. Λίγο αργότερα ωστόσο, ο νέος υπουργός James Harlan, πρώην ιεροκήρυκας των Μεθοδιστών, απολύει τον Ουίτμαν επειδή αποτελεί τον συγγραφέα των Φύλλων Χλόης. 

Παρόλα αυτά, ένα μήνα αργότερα, διορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το καλοκαίρι του 1866, ο Ουίτμαν επεξεργάζεται την τέταρτη έκδοση των Φύλλων Χλόης κατά τη διάρκεια διακοπών του στο Μπρούκλιν. Στα πλαίσια αυτής της νέας επανεξέτασής τους, διαφοροποιεί ορισμένους τίτλους και προχωρεί σε κάποια αρίθμηση ώστε το έργο να αποκτήσει μια ενότητα. Δημοσιεύεται τελικά το 1867 με προσωπικά του έξοδα. Ακολουθούν άλλες τέσσερις εκδόσεις και το 1891 η τελευταία κατά σειρά, είναι αρκετά ογκώδης περιλαμβάνοντας περισσότερα από τετρακόσια ποιήματα, ενώ παράλληλα συνοδεύεται από μία ευρύτερη αποδοχή του Ουίτμαν που σταδιακά έχει επιτευχθεί. Ήδη από το 1870 η υγεία του Ουίτμαν είχε αρχίσει να κλονίζεται σημαντικά. Πέθανε το 1892 και στον τάφο του -- που ο ίδιος σχεδίασε -- αναγράφεται απόσπασμα από ένα ποίημα του:
   
«My foothold is tenon'd and mortis'd in granite  
I laugh at what you call dissolution   
And I know the amplitude of time.»

«Η βάση μου βρίσκεται αρραγής
 κάτω απ' αυτή τη πέτρα
 Γελώ μ' αυτό που καλείτε αποσύνθεση
 Και γνωρίζω το εύρος του χρόνου.»


Πηγές:
 
  1. Βιογραφικά στοιχεία από την  Βικιπαίδεια
  2. Το ποίημα στην αγγλική γλώσσα και η πρώτη μετάφραση (δεν αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή), από την ιστοσελίδα  Περί…γραφής.
  3. Η δεύτερη μετάφραση είναι της Μαρίας Θεοφιλάκου από το μπλογκ στο τρένο της ποίησης.
 
 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014





 Απολογητικές στιγμές καθημερινότητας


«Συγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;», πρόσφερα μια αντανακλαστική συγνώμη στην πωλήτρια του super market.   
Είχα πελαγώσει με όλα τα πολύχρωμα χημικά, που απλώνονταν μπροστά μου και φαντάστηκα πως θα μπορούσε κάποιος αρμόδιος να με βοηθήσει. 
Με κοίταξε διερευνητικά λες και της ζητούσα να μου απαγγείλει Ερωτόκριτο στο Ηρώδειο και ήταν απροετοίμαστη. 
«Θα ήθελα ένα παιδικό σαμπουάν.  Το πιο απλό, χωρίς parabens», ξαναπροσπάθησα μπροστά στο αγελαδίσιο βλέμμα της.
«Σιγά τ’ αυγά.  Όλα τα ίδια είναι», είπε και σύρθηκε βαριεστημένα μέχρι το απέναντι ράφι.
Σκέφτηκα πως θα μου πρόφερε το λιγότερο επιβαρημένο, αλλά η βοήθεια της δεν με βοήθησε και πολύ.  Μου έδωσε ένα της σειράς, την ευχαρίστησα ζητώντας και πάλι συγνώμη και το άφησα στο ράφι.  Άρχισα να ψάχνω ξανά από την αρχή, χρεωμένη με δύο συγνώμες.
«Καλά, ούτε τα παιδιά τους δεν τα προσέχουν οι βιομήχανοι;», αναρωτήθηκα με περισσή αφέλεια.  
Στην εποχή μου τα χημικά δεν ήταν ευρείας κατανάλωσης γι αυτό, μάλλον, άργησα να μεγαλώσω.  Το σαπούνι που χρησιμοποιούσαμε ήταν το άσπρο οικιακής παραγωγής  και για πολυτέλεια αγοράζαμε το πράσινο από αγνό ελαιόλαδο, όπως διαλαλούσαν  οι πραματευτάδες μια φορά την εβδομάδα.  Οι σαπωνοποιοί  αποσιωπούσαν τον χρωματισμό του και οι αφελείς πιστεύαμε πως η ελιά βάφει πράσινα τα μοσχοσάπουνα.  Και να μας το λέγανε, σιγά που θα μας ένοιαζε.  Εποχή ανάπτυξης και  ευδοκίμησης.  Χάρη σ’ αυτήν φτάσαμε σήμερα να παρελαύνουν σωροί τα χημικά στα ράφια.  Όρεξη να έχεις να τα δοκιμάζεις.  Κι ούτε ένα αγνό κομμάτι.  Ούτε ένα σαπούνι χωρίς χημικά.  Ούτε ένα προϊόν χωρίς ανθρώπινη σάρκα.  Ούτε ίχνος παγκοσμιοποιημένου κέρδους χωρίς απώλεια ζωής.
Ζαλίστηκα από τους γύρους στο ράφι των καλλυντικών.  Θα λουστώ με πράσινο σαπούνι πάλι κι ας μην τρίζει στο κεφάλι μου η αστραφτερή καθαριότητα.   Θα το ξεπλύνω με ξύδι διαλυμένο σε νερό, να γυαλίζουν και τα μαλλιά μου στον ήλιο.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα ξεπερνούσε τα όσα είχα σκεφτεί!
Το κάθε «δεν έχω» της μάνας μου με γέμιζε ενοχές.  Η συγνώμη γινόταν το δεκανίκι, που στήριζε την εναγώνια ανάγκη μου να με συμπαθούν.  Ένας τρόπος να ζητάω κάτι  χωρίς προσβάλω.  Μια υπεκφυγή της αρνητικής πραγματικότητας.   Λίγο ακόμη να είχε ασχοληθεί μαζί μου η πωλήτρια  και θα της είχα ζητήσει συγνώμη, που την έφερα σε δύσκολη θέση όταν δεν βρήκε αυτό που της ζήτησα. Απεγνωσμένη προσπάθεια για να μην γίνω αντιπαθής στο ολοένα και πιο επιθετικό περιβάλλον της.  Μια συγνώμη απολογητική  για την παραπάνω κούραση που της προκάλεσα.  Το ίδιο θα έκανα και στον διπλανό μου στο λεωφορείο που τον έσπρωξα κατά λάθος με τον αγκώνα μου και στο κρεβάτι που διεκδίκησα παραπάνω μερίδιο από το πάπλωμα, χωρίς να φανταστώ πως  ο σύντροφός μου μπορεί και να το ήθελε όλο για τον εαυτό του.  Μια πανδημία συγνώμης ενάντια στην επιθετικότητα, που προβάλει η κούραση μπροστά στην ανάγκη μου να είμαι αρεστή σε όλους.  
Συγνώμη που δεν μπορώ να σταματήσω ν απολογούμαι, αλλά σε κάποιον πρέπει να μιλήσω,  συγνώμη που αμφιβάλω για τον εαυτό μου, συγνώμη που με βλέπεις έτσι, αλλά είμαι τόσο κουρασμένη. 
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα υπερβαίνει τα όσα έχω φανταστεί!
Στην παραλία τρία παιδάκια του δημοτικού καταναλώνουν, μέσα σε μία ώρα, όσο νερό χρειάζεται ο πληθυσμός της Αφρικής για ένα χρόνο.  Με τη βρύση ανοιχτή προσπαθούν ν ανεβάσουν τη στάθμη της θάλασσας.  Πάλι συγνώμη ζήτησα, για να τους θυμίσω το δέος των παιδιών της Αιθιοπίας  μπροστά σ ένα ποτήρι νερό.  Με συγνώμη απολογήθηκα και για την παραίνεσή μου να σκεφτούν πόσο πολύτιμο αγαθό είναι το νερό στις παγκόσμιες φαβέλες.  Και πάλι, ένοιωσα άβολα γιατί έπαιρνα τη θέση των γονιών τους, που έπιναν τον καφέ τους ανέμελοι. 
«Μπορεί να κάνω λάθος», είπα στα παιδιά χωρίς να διευκρινίσω που και ζήτησα ξανά συγνώμη.
Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα επαλήθευε όσα είχα  φοβηθεί!
Απελπισμένη για τη μη συμβατότητα του DNA μου με τα δεδομένα πειραματόζωου γύρισα στο σπίτι μου να απομονωθώ από τις έξωθεν συναισθηματικές παρεμβάσεις του ευρύτερου κοινωνικού μου περιβάλλοντος.  Έκανα το λάθος να πατήσω εκείνο το ανάλγητο κουμπί της εκρηκτικής μηχανής ελέγχου συνειδήσεων.  Της συσκευής που αναμεταδίδει φωτογραφικά διαμελισμένα σώματα παιδιών από ομαδικές σφαγές.  Εγκλήματα αφανισμού, προκαθορισμένα και καθοδηγούμενα από όντα υπεράνω υποψίας, που λέγονται ιθύνοντες, κυβερνόντες, θρησκευτικοί καθοδηγητές, δάσκαλοι, γονείς, παιδιά που πανηγυρίζουν με το θάνατο άλλων παιδιών.   
Όλοι ζούμε την ίδια ιστορία από διαφορετική πλευρά. Ανάλογα τη θέση που διαλέγουμε παίρνουμε και την ιδιότητα του θύτη ή του θύματος. Η επιτυχία, η πτώση, η αποτυχία, η κρίση, το νερό ή το αίμα που ήπιαμε στην πορεία όλα ανήκουν στην  ίδια ιστορία .  Θα την αφηγηθούμε στο τέλος ότι κι αν γίνει, όπως κι αν εξελιχτεί.  Κάθε βίωμα, αποδοχή ή αντίσταση, εγρήγορση ή λήθη, πόνος ή πόθος, απώλεια ή δημιουργία  δέσμες φωτός είναι πάνω από παρηκμασμένες Θερμοπύλες.
Σε λίγο θα τα καταφέρω οι συγνώμες μου να μην είναι ηττοπαθείς, ενοχικές, αδυναμίας ή αβεβαιότητας, ούτε σπάνιας ευαισθησίας.  Θα σταματήσω να ζητάω συγνώμη απ’ αυτούς που με σκοτώνουν.

Έξω από την τακτοποιημένη ζωή μου η πραγματικότητα καταρρίπτει όσα με έχουν συγκλονίσει! 


                                                                  κα. πα. 

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι έρχεται, όποτε μπορεί, σε διαφορετικές στιγμές για τον καθένα.  Όταν υπάρχει ευχέρεια τρυπώνει στη ζωή σου.  Μερικές φορές παρουσιάζεται νωρίς, από τον Μάη, κι άλλες καθυστερεί μέχρι τον Αύγουστο.  Κι ανάλογα με τις ανάγκες καθενός μπορεί ν αργήσει χρόνια.  Δεν είναι σταθερό όπως ο χειμώνας, που στέλνει αγκαζέ το χιόνι με την παγωνιά να κοκαλώσουν όση γη μούλιασε η φθινοπωρινή βροχή.  Ούτε μοιάζει στην άνοιξη, που μπορεί ν αργήσει λίγο, αλλά θα βιαστεί ν αναπληρώσει το χαμένο χρόνο μέχρι να μπουμπουκιάσουν τα βλαστάρια και θα παραμείνει όσο χρειαστεί για ν' αρχίσουν τα νερά να τρέχουν με κατεύθυνση τη θάλασσα.  Το καλοκαίρι μπορεί να φαίνεται αλλά να μην είναι.  Μπορεί να το νομίζεις εσύ,  όμως να μην το νιώθει εκείνο.  Να στέκεται χρονικά και ουσιαστικά να λείπει.  Γιατί καλοκαίρι δεν είναι μόνο τα τζιτζίκια, η ζέστη, ο ιδρώτας, τα ξερά χόρτα, τ αλώνια, η πνιγερή ανάσα του μεσημεριού.  Ούτε η καυτή άμμος και η ξερή αρμύρα στο δέρμα.  Καλοκαίρι είναι η συνειδητοποίηση της ωριμότητας, η ικανοποίηση και η πληρότητα πριν από την τελική ευθεία.  Είναι η εποχή που μπορείς ν αναθεωρήσεις στρατηγικές, να επουλώσεις τραύματα και ν ανασυγκροτήσεις ζωές. 

Κάποιοι –μπορεί πολλοί- αναπολούν την αγνότητα και τον ρομαντισμό της νεανικής τους ηλικίας χωρίς να παραδέχονται αδυναμίες και λάθη.  Όσα παρόν απάντησαν στη ζωή, τους φαίνονται καλά καμωμένα.  Και τώρα, νομίζουν πως βιώνουν το φθινόπωρο και δεν βλέπουν το δίχτυ του χειμώνα που πυκνώνει γύρω τους.  Δεν είναι γέροι, αλλά γεροί.  Ακόμα. Θεωρούν.
Άμα ξοδέψεις τη ζωή σου ολάκερη στο βόλεμα και βρίσκεσαι κάτω από την κουβέρτα του προστατευμένος –έχει αυτό το κακό η φύση- ξεχνάς τον πόνο που προκάλεσες κι αποποιείσαι οφειλές.  Δεν αδιαφορείς –νομίζεις- αλλά ξεχνάς επιλεκτικά ευθύνες πεπραγμένων γιατί δεν αντέχεις να μετρήσεις τις μέρες που απομένουν, τις στιγμές, τα δευτερόλεπτα.  Πέρα από τους θλιβερούς ρομαντισμούς, για σένα κάθε μετά φαντάζει ευκολότερο κι όσοι ακολουθούν πιο τυχεροί απ όσους προπορεύονται.  Πάντα.  
Όμως, ακόμα κι αν γεννιόσουν δύο και τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα και πάλι πίσω θα έψαχνες ασφάλεια και πιο νωρίς απ όλους θα γέμιζες τη σκέψη σου με όνειρα και φαντασία. 
Μικρέ μου μετανάστη της ζωής, που δεν ωρίμασες ποτέ.  
Καλό σου Καλοκαίρι. 


κα. πα. 

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014






Στον ποιητή

Τις φωνές τις καθάριες μην τις φοβάσαι.

Εμπιστεύσου τες ποιητή.

Εκείνες που πηγάζουν απ΄ το θάρρος,

που αφήνει ο λόγος πίσω σου

και τρέφονται από το αίμα της καρδιάς σου.

Είναι τα φύλλα τα νωπά απ΄ τα συναισθήματα,

που κούρνιαζαν στα σπλάχνα σου ως τώρα

και οι ανάσες απ΄ τις σκέψεις

που δεν έκανες ακόμα.  

Να το θυμάσαι ποιητή.


Καλό ταξίδι!


                                                 κα. πα.




Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014



                                    Περίσσιος χρόνος

Όσος χρόνος μένει ανεκμετάλλευτος αρπάζεται από τις ανείπωτες σκέψεις για να υπάρξει. Εκεί στεριώνει καλύβια, μέχρι να σταθεί στα πόδια του, να γεμίσει με ελπίδες τις καρδιές των ανήμπορων και να στήσει παλάτια στα μυαλά των ελαφρόμυαλων.
Κι όσο ο άνθρωπος αναρριχάται κοινωνικά –άσχετα με το λόγο και τη διάρκεια της ύπαρξής του- τόσο βολεύεται στο να μην σκέπτεται. Κι όσο δεν σκέφτεται, άλλο τόσο μεγαλώνει ο περισσευούμενος χρόνος του. Θεριεύει, γίνεται φυτό σαρκοβόρο κι απλώνει πλοκάμια, διαμορφώνει συνειδήσεις αδιάφορες και προβληματικές και καταστρέφει υπαρκτές αξίες. Δεν φέρνει δύναμη η ασυνειδησία ούτε ευτυχία η παρακμή, μόνο, χώρο αφήνουν στην κατάρρευση που θα ακολουθήσει. Η συνειδητοποίηση έρχεται λίγο πριν από το τέλος, εκεί, στα χαρακώματα της απελπισίας πριν την αυλαία της κάθε απεγνωσμένης προσπάθειας.
Συγκεχυμένα συναισθήματα αναζητούν χώρο ύπαρξης. Τρυπώνουν στο πρόσφορο χώμα της αναποφασιστικότητας. Διασταυρώνονται, πλέκουν ρίζες και στήνουν στην επιφάνεια θέσεις παραλλαγής για να σώσουν υπολήψεις από τον ιό της κατακραυγής.
Μη μου μιλάς για αδυναμίες σωματικές. Οι ψυχικές είναι που τρίζουν συθέμελα το οικοδόμημα της ζωής σου. Μη με κοιτάς με το βλέμμα του αθώου παιδιού, που νομίζει πως με έπεισε. Βλέπω την πίσω πλευρά σου ν’ αντιστέκεται στην αθωότητα, που προβάλει η επιθυμία σου για λύτρωση. Δεν καταδικάζω εγώ τους ανθρώπους, αλλά οι πράξεις τους. Δεν κόβω εγώ τα πρόστιμα, αλλά ο ελεγκτής της ψυχής τους.  Παραμονεύει δικαίωση για την καταπίεση που του φορτώνουν κάθε φορά που αναπνέουν ελεύθερα μετά από την θηριωδία. Βγάλε τα φίλτρα από τους καθρέφτες σου. Ζήσε στην πραγματικότητα της καταστροφής που σκορπάς και βίωσε τις ανάγκες και τους πόνους που προκαλείς. Τότε θα καταλάβεις πόσο κοστίζουν οι επιβολές της αόρατης φατρίας που εξαπλώνεται διαβρωτικά.
Υποφέρουν τα χώματα κάτω από την στάχτη της κι ο καπνός της σκεπάζει κάθε ελπίδα ανάσας.    

                                           κα. πα.