Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015



Νανούρισμα

Άμμος ψιλή σας σκέπασε ρούχα μου ρημαγμένα
η αρμύρα σε κανάκεψε βλέμμα μου σφαλιστό
παραταγμένα άναρχα κι απ' τ' όνειρο κλεμμένα
τα φύκια σε παγώσανε κορμάκι μου ζεστό. 

Να "τα φυλάξεις'', γιόκα μου, να μην κρυφοκυτάξεις
τον νου σου να τον ακουμπάς στο μέρος της καρδιάς
κι όταν σωθεί το μέτρημα να βγεις να ξαναψάξεις
καλοσυνάτα πρόσωπα χαμόγελα ανθρωπιάς

είπα, μα 'συ ξεμάκραινες κι ούτε που με κοιτούσες
νόμισα πως αντρείεψες που πάτησες στεριά
κι ας μην την καταλάβαινα τη γλώσσα που μιλούσες
μου φάνηκε πως άκουσα το ''φτου ξελευτεριά''.  




Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015




         

             Γολγοθάς



            Κι εκεί που έφτανα
            στην κορυφή του λόφου
            με τις πληγές
            να αιμορραγούν
            κάτω απ’ το σταυρό
            με πόδια σκισμένα
            από βράχους κι αγκάθια

            κάποιος φώναξε.

            Από την αρχή.
            Η σκηνή του Γολγοθά
            θα ξαναγυριστεί.


              Σούλα Κατσαντώνη
              «Ενώπιος ενωπίω»

              Εκδ. Γαβριηλίδης 


Κυριακή 9 Αυγούστου 2015




αίμα

νόμισα πως θα έφταναν
σαράντα μέρες μόνο
να ξεκολλήσει  το  βαρύ
το μαύρο από τη σάρκα
να μη βαρύνει πιότερο
εκείνη που η ψυχή της
από τη γη χωρίστηκε
άδικα το ευχήθηκα
αυτή η σκιά που λείπει
δικό μου αίμα φόραγε
κι ότι απόμεινε απ’ αυτό
δεν θα τη φέρει πίσω


κα.πα.



Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015





Διάψαλμα ζωής

Του Πυθαγόρα τα ζωντανά
ψυχή ενφορούν απαλλαγμένη
απ’ την επιθανάτια φροντίδα,
το ελεήμον ταξίδι στον ουρανό,
την γενναιοδωρία της Θείας Χειρός,
την ελεημοσύνη της γνώσης.
Κουράγιο, ελπίδες κι όνειρα,
λέξεις κενές. Το ένστικτο κυβερνάει
και η φροντίδα απλώνει
τη σπουδαιότητα της αποστολή της.
Ανέκφραστοι ουρανοί, γαλαζωπά
λιμνάζουν πάνω απ’ τα κεφάλια τους,
εξοστρακίζουν κάθε μελετημένη
προσπάθεια για ματαιοδοξία.
Με το αμήν, στέκεται η ζωή
ακίνητη, γίνεται η σιωπή
απόκοσμη σοβαρότητα,
βυζαντινή παύση
ανάμεσα σε δυο ψαλμούς.
Διάψαλμα η ακινησία,
μηρυκασμός νοημάτων.
Με τον δείκτη στον αέρα
διαγράφεται η ανάπαυλα.





Σάββατο 20 Ιουνίου 2015





ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟΥΣ

του John Djinn Demiris 

Την είδε μπαίνοντας στο δωμάτιο. Καθόταν στην πολυθρόνα και κοίταζε το πάτωμα. Τ’ άσπρο πουκάμισό της, ξεκούμπωτο, άφηνε να φαίνεται μεγάλο μέρος του μπούστου της. Τα πόδια της, ανοιχτά, σχημάτιζαν τρίγωνο κι έκρυβαν μέσα του ένα Smith and Wesson τριάντα δύο χιλιοστών. Στ’ αριστερό χέρι κρατούσε ένα μπουκάλι ουίσκι και στο δεξί έναν σουγιά μ’ ανοξείδωτη λάμα. Μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία του άφησε τον σουγιά να πέσει στο πάτωμα, άρπαξε τ’ όπλο και το έφερε γρήγορα στο στήθος της.
«Τί ’ναι αυτό; Ανάγκη για προσοχή;», της είπε.
Εκείνη δεν απάντησε. Ακούμπησε το μπουκάλι στο πάτωμα κι έσυρε μπροστά της το διπλανό τραπεζάκι. Πάνω του λαμποκοπούσε ένας σκεπαστός δίσκος σερβιρίσματος. Σήκωσε το καπάκι κι αποκάλυψε έναν μικρό εγκέφαλο από μπλε και κόκκινα καλώδια μπερδεμένα μεταξύ τους. Ανάμεσά τους μικρές ασημί λυχνίες  χωμένες σε γκρι νευρώνες, συνέθεταν μία πολυπλοκότητα, που αψηφούσε τη λογική. Μόνο το τικ τακ του μικρού ρολογιού, που ήταν τυλιγμένο πάνω στο κόκκινο πλαίσιο της κατασκευής με χαρτοταινία σ’ έκανε να υποπτεύεσαι.  
«Βόμβα; Έφτιαξες μια γαμημένη βόμβα;», είπε εκείνος.
Τα  δεκαέξι χρόνια της δεν τον άφηναν, μέχρι τώρα, να την υποπτευθεί. Μα όσο συνδύαζε τους μαύρους κύκλους στα μάτια της, τις περίεργες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, την καρό μαντήλα στον πάτο της τσάντας της και χίλιες δυο άλλες λεπτομέρειες απ’ τις συναντήσεις τους όταν το ‘σκαγε απ’ το σχολείο, τόσο το μυαλό του έβαζε τα πράγματα σε μια σειρά. Έπειτα ήταν κι ο πατέρας της, δημόσιος υπάλληλος ισχνός κι ανέκφραστος. Κάθε πρωί άγγιζε με τα δυο του δάχτυλα το γείσο του καπέλου του σ’ ένδειξη χαιρετισμού κι έφευγε για τη δουλειά. Το ίδιο έκανε και το βράδυ, όταν επέστρεφε. Δεν την άγγιξε ποτέ, σαν να την απέφευγε. Η επικοινωνία τους άρχιζε και τελείωνε σ’ αυτόν τον χαιρετισμό. Το χαρτζιλίκι της το ‘παιρνε απ’ τη σύνταξη της μάνας της, χωρίς αντιρρήσεις, μόνο «πάρε αυτά» και τα χρήματα την περίμεναν στο τραπέζι. Σαν συναλλαγή για τα χρόνια που τους χώριζαν, ένα είδος επένδυσης δίχως απαιτήσεις.
Ακούμπησε τον δίσκο στο τραπεζάκι κι άφησε το πιστόλι στα πόδια της. Έβγαλε απ’ το σλιπάκι της ένα μικρό χειριστήριο με κόκκινο κουμπί και το χάιδεψε.
«Άσε το κουμπί», προσπάθησε να την αποτρέψει εκείνος.
Της θύμισε τις φίλες της στο σχολείο και τα πράγματα που αγαπούσε. τις μέρες που περάσανε μαζί, τον ζεστό καφέ και τη σοκολάτα. Κι όσο έψαχνε λόγους για να την πείσει πως τη χρειαζόταν τόσο στέρευαν οι δικαιολογίες για τη δικιά του ζωή. Σκέφτηκε το περίπτερο, που ’χαν πουλήσει οι γονείς του για να ζήσουν σαν ερημίτες, την ωριμότητα που δεν είχε, παρά τα τριάντα πέντε χρόνια του, και μέτρησε τις φορές που την απάτησε. Εκείνη, λες και διάβαζε τη σκέψη του, τον κοίταζε με ειρωνεία χωρίς να μιλάει. Το σώμα της προκλητικό κι απόρθητο τον κορόιδευε. Κι εκείνος μίκραινε, κι όλο μίκραινε.
Τότε κατάλαβε πως το κόκκινο κουμπί τον αφορούσε. Ο ιδρώτας έτρεξε στο μέτωπό του και του θόλωσε τα μάτια. Ένοιωσε την ανάσα του να κόβεται και τα γόνατά του να λυγίζουν.
«Πάτα το κουμπί», της είπε κλείνοντας τα βλέφαρα και χάθηκε στη μυρωδιά του λεπτού λαιμού της.




Τρίτη 16 Ιουνίου 2015




Mr Gold
του John Djinn Demiris 

Ξύπνησε μέσα σ’ ένα δωμάτιο που έμοιαζε με κουτί και είχε το χρώμα της σέπιας. Μία βαλίτσα διακοσμούσε τη μια πλευρά του. Στο κιτρινισμένο από το πέρασμα του χρόνου πάτωμα ήταν σκορπισμένα διάφορα άχρηστα αντικείμενα. Εκείνος ήταν μικρό παιδάκι, έξι-εφτά χρόνων. Κοίταξε γύρω του για να βρει ένα σημάδι λογικής, κάτι, που να εξηγεί γιατί βρέθηκε μέσα σε αυτό το δωμάτιο που έζεχνε κλεισούρα. Έξω από το μοναδικό παράθυρο γυναίκες πίεζαν τα στήθη τους και του έγνεφαν. Ακόμα κι αν προσπαθούσε δεν θα κατάφερνε να τις ακολουθήσει. Όσο περισσότερο σκεφτόταν την ικανοποίηση της σάρκας του, τόσο λιγότερο ήθελε να βγει έξω.
Αυτό το μέρος τον κρατούσε μακριά από τους άλλους ανθρώπους και του παρείχε ασφάλεια από τα στοιχεία της φύσης. Λαχταρούσε να νιώσει το τσίμπημα της βροχής στους γυμνούς ώμους του, ν’ ακούσει τις φωνές της γειτονιάς του και το φτερούγισμα των περιστεριών στον κήπο. Γι’ άλλη μια φορά δεν έκανε καμία κίνηση. Δεν τόλμησε. Έμεινε μόνος, εκεί στη γωνιά του. Αγκάλιασε τα γόνατά του και σήκωσε το κεφάλι να πιει τις μικρές σταγόνες που έσταζαν από την οροφή. Η γεύση τους ήταν πικρή. Σιγά-σιγά το δωμάτιο γέμισε με λάμψεις, σαν να το φώτιζε ένας ήλιος από κάπου. Εκείνος ακίνητος. Μόνο η σκιά του στον τοίχο μεγάλωνε και μίκρυνε στο πέρασμα κάθε καινούργιας αχτίδας, που τρύπωνε στο δωμάτιο. Πότε εξαφανιζόταν μέσα στις χαραμάδες και πότε ορθωνόταν σαν γίγαντας.   
«Μάο,» ακούστηκε μια φωνή. Απέναντι του, μέσα από τα σπλάχνα της αραχνιασμένης γωνίας, ένα μικρό γατί τον πλησίασε κι έριξε μια απαλή κουτουλιά στην ανοιχτή παλάμη του. Προσπάθησε να δει βρει το φύλο του, όμως αυτό του γυρνούσε την πλάτη και δεν τον άφηνε. Έγλυφε μόνο την χρυσαφένια γούνα του και συλλάβιζε «μάο». Με την τραχιά του γλώσσα του γαργαλούσε τα γόνατα. Το πήρε στην αγκαλιά του και το ‘σφιξε πάνω του. “Mr Gold”, του ψιθύρισε κι εκείνο λες κι  άκουσε τ’ όνομά του τρίφτηκε πάνω του. Mr Gold, σαν τον χρυσό, σαν το καλό που είχε φωλιάσει μέσα του. Με κάθε χάδι τους το φως γέμιζε όλο και περισσότερο το δωμάτιο. Στο τέλος, στάθηκε όλο μπροστά στα μάτια του και τον ανάγκασε να τ’ ανοίξει.
Αν μπορούσε να δει τον εαυτό του θα έβλεπε έναν ογδοντάχρονο γέρο ζητιάνο ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο. Στην αγκαλιά του χωμένος βαθιά ο Mr Gold του γαργαλούσε τη γενειάδα. Η τεράστια χάρτινη κούτα, που μέχρι τώρα ήταν το σπίτι του, στέγνωνε στο κράσπεδο μισολιωμένη από την έντονη βροχή. Έκλεισε τα μάτια του για τελευταία φορά κι άφησε την ψυχή του να ταξιδέψει μακριά, σ’ ένα μέρος, όπου οι γάτες δοξάζονται ως θεοί, και οι ζητιάνοι μπορούν να ονειρεύονται σαν βασιλιάδες.





Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015



φωτογραφία Travis Louie


Το γεύμα

Τα βράδια που ο Γκρέγκορ κλειδωνόταν στο δωμάτιό του δεν ήταν μόνος. Τους τελευταίους πέντε μήνες συγκατοικούσε με μία αράχνη, την Νίνα. Μόλις ο Γκρέγκορ αποκοιμιόταν η Νίνα ύφαινε έναν ιστό και πλησίαζε στο πρόσωπό του. Η αποπνικτική οσμή, που έβγαινε από μέσα του την έλκυε. Ακουμπούσε στην άκρη των χειλιών του κι άφηνε τη βαριά ανάσα του να ξεπλένει το δηλητήριό της. 

Η Νίνα είδε πρώτη τον Γκρέγκορ μεταμορφωμένο σε σκαθάρι. Εκείνη είχε ήδη βιώσει τη δική της μεταμόρφωση. Η σκληρή πανοπλία του τον κρατούσε ανάσκελα με το βάρος της και τον εμπόδιζε να περπατήσει. Κινούσε σπασμωδικά τα ισχνά ποδαράκια του, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να κατέβει απ' το κρεβάτι. Τον είδε να προσπαθεί μάταια να πιει γάλα απ' τη γαβάθα, να τσαλαβουτάει στην εφημερίδα με τ' αποφάγια κι ύστερα να κρύβεται ντροπιασμένος μπροστά στα τρομαγμένα ανθρώπινα βλέμματα. Στο τέλος, τον είδε ν' αρνείται να φάει. Ο θαυμασμός της εξατμίστηκε. Ο Γκρέγκορ ήτανε πια ένα αδύναμο αρσενικό ζωύφιο, που έκανε άγαρμπες σπασμωδικές κινήσεις. Δεν θα τον άφηνε να πεθάνει. 
   
"Σήμερα ετοίμασα εγώ το γεύμα σου", του είπε κι άφησε να κρέμεται μπροστά στο πρόσωπό του το κουφάρι ενός ζωυφίου.
Ο Γκρέγκορ γούρλωσε τα μεγάλα μάτια του. Ο άνθρωπος μέσα του δεν είχε ακόμα εξατμιστεί. Προσπάθησε να ξεφύγει όμως η αράχνη τον είχε τυλίξει με τον ιστό της. Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει και το ψόφιο ζωύφιο κύλισε στον ουρανίσκο του. Η Νίνα έφερε κοντά στο στόμα του κι άλλο ένα ψόφιο ζωύφιο. Ο Γκρέγκορ δεν αντέδρασε. Κράτησε το στόμα και τα μάτια του κλειστά σαν άρνηση. Έδειχναν τόσο διαφορετικοί, η Νίνα ευκίνητη, χνουδωτή και μαύρη σαν την εκδίκηση κι αυτός μια ακίνητη, φαρδιά κατσαρίδα.

 "Αν είχε μείνει μέσα του κάτι απ' τον παλιό Γκρέγκορ, θα μας είχε αφήσει ήσυχους", είχε πει η αδελφή του το πρωί. "Αυτό είναι αλήθεια", σκέφτηκε ο Γκρέγκορ. Ήταν αποκλεισμένος πριν από τη μεταμόρφωσή του. 

Άκουγε πάλι τους θορύβους που ακούν τα ζωύφια. Αναδύονταν απ' τα πατώματα, διαπερνούσαν τους τοίχους, έστελναν γρατζουνιστά ψιθυρίσματα στους νευρώνες του εγκεφάλου του και καταλάμβαναν το μυαλό του. Απ' το φόβο του άρχισε να κάνει μεγάλη φασαρία.

Αν έμενε ακίνητος και σιωπηλός θα γέμιζε η σκέψη του από 'κείνο το χωρίς νόημα μουρμουρητό με τις ελάχιστες παύσεις, τους μπερδεμένους φθόγγους και τους λυγμούς, τους χωρίς τέλος άρα και χωρίς νόημα. Γιατί η μετάλλαξη του Γκρέγκορ δεν είχε τελειώσει άρα δεν είχε νόημα και η ζωή του, αφού το τέλος είναι που δίνει νόημα και στις λέξεις και στις ζωές. Και σ' αυτή τη φάση ο Γκρέγκορ σίγουρα δεν ήταν ούτε άνθρωπος ούτε ζωύφιο. Ήταν ένα ολοκληρωμένο τίποτα. 

Μ' ένα δυνατό τίναγμα ο Γκρέγκορ έπεσε στο πάτωμα και το κεφάλι του χωρίστηκε απ' το σώμα του. Η Νίνα το κατάπιε αμάσητο. Τα επόμενα δευτερόλεπτα με το νεκρό σώμα της συμπλήρωνε το αποκομμένο μέλος του Γκρέγκορ. Την είχε σκοτώσει το ίδιο της το δηλητήριο. Ένα είδος αυτοχειρίας σαν απόδοση δικαιοσύνης.

Το πρωί βρήκαν το ανθρώπινο κουφάρι του Γκρέγκορ Σάμσα στο πάτωμα. Το πρόσωπό του διαγραφόταν θαμπά μέσα απ' την τεντωμένη κοιλιά της αράχνης. Τα τριχωτά πόδια της έδιναν την εντύπωση ακατάστατης κόμης.

Οι δυο τους ενώθηκαν μ' ένα τέλος που έδινε νόημα στις ζωές και των δύο. 

                 
       bbarends

Κυριακή 10 Μαΐου 2015




Μη-κ-τρότητες

μικρός εγώ
μικρές κι οι ώρες που σ' ακούμπαγα
μικρή κι η γη που στο πλευρό μου περπατούσες
άφησες πίσω όση αγάπη μου χρωστούσες

μικρός εγώ
μικρά κι εκείνα που για σένα συλλογίστηκα
μικροί και  όσοι να σε νοιώσουν προσδοκούσες
σ' εγκαταλείψαν χωρίς λόγο κι απορούσες

μικροί κι αυτοί που εμπιστεύτηκες
μικροί κι εκείνοι που βοηθούσες
και όσοι πριν να φύγεις σκέφτηκες
κι αν σ' αγαπούσα τους ρωτούσες

στο τέλος έγινε μικρότερος κι ο θάνατος
λιγότερος απ' όσο τον φοβάμαι
τις  μνήμες που μου πήρε τις επέστρεψε
σε βρήκα σε αισθάνομαι θυμάμαι 



κα.πα.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015


Ανοιξιάτικο επεισόδιο Γ΄

(Εἶναι μεσονύχτι —  Σαββατόβραδο τοῦ Πάσχα)
Ποτὲ πρὶν δὲν ἀκούστηκαν οἱ θεῖες καμπάνες νὰ χτυποῦν
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν
Ποτὲ πρὶν δὲν ἄναψαν οἱ γιορτινὲς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
γι’ αὐτοὺς ποὺ γιὰ πάντα λείπουν
Ποτὲ πρὶν σὰν ἀπόψε δὲν κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νεῖκος
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἀποδημητὲς στὴ χώρα τοῦ πολέμου
Ποτὲ πρὶν
Αὐτοὶ τὴν ἁρμονία δίνουν στὶς καμπάνες
Ἀνάβουν τὶς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
Νικοῦν τὸ θάνατο μὲ τὴν αἰωνιότητά τους.
Τοὺς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Γυρίζουν πολὺν καιρὸ σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία
Ζητοῦν ἀπόψε μιὰ θέση στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ μας
Χωρὶς ὕπνο γιὰ νὰ τοὺς πεῖς νεκροὺς
τυλίγοντας τὴν κλωστὴ τοῦ κεριοῦ στὰ δάχτυλά τους
ψάχνουν νὰ βροῦν τὴν πόρτα μας
ψάχνουν νὰ βροῦν ἁγνὴ τὴ θύμησή τους
σ’ ὅλων μας τὴ μνήμη
Κάθονται στὸ τραπέζι τοῦ δείπνου μας θλιμμένοι
σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ τόσα χώματα πλημμυρισμένα
Ὡραῖοι σὰν τὸ θαῦμα τοῦ Εὐαγγελίου
Σὰ μία κραυγὴ χαρᾶς:
Χριστὸς Ἀνέστη! 
Κι αὐτὲς οἱ θεῖες καμπάνες
εἶναι τὰ λόγια τους
Κι αὐτὲς οἱ κόκκινες λαμπάδες
εἶναι τὸ βλέμμα τους
Κι αὐτὴ ἡ λεπτὴ κλωστὴ στὰ δάχτυλά τους
εἶναι ἡ ζωή μας —Ὅλοι — νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ
γύρω στὸ γιορτινὸ τραπέζι τῆς Λαμπρῆς — Στὴν κεφαλὴ
τοῦ τραπεζιοῦ ὁ Ἀναστάς Χριστὸς. 
Μᾶς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Τὸ δεῖπνο μας πῆρε ἄλλο νόημα καθὼς ἔμπαινε
στὰ πληγωμένα βλέφαρα τὸ φῶς τοῦ θείου του λόγου
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε ἕνα στρωμένο τραπέζι γιὰ τὴ δικαιοσύνη
Ἕνα ἥσυχο σπίτι σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία καμωμένο ἀπὸ ἀγάπη. 
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε χίλια διαμάντια στὶς καρδιὲς
νὰ θυμίζουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

Ιάσωνας Δεπούντης
( Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»)




Παρασκευή 10 Απριλίου 2015





άσμα μικρό 

χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως 
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο. 

Νίκος Καρούζος


Τετάρτη 1 Απριλίου 2015







Εγώ, εσύ, η ελπίδα κι ο φόβος


Εγώ
υποκείμενο αποκλειστικό
πολύ αποκλειστικό.
Ενικού αριθμού.
Γένους ειδικού
εσωτερικά απομονωμένο
και φοβικά ανυπεράσπιστο.
Πληθυντικός αριθμός
Εμείς
άφιλου γένους παροπλισμένο λήμμα.

Εσύ
αντικείμενο υποθετικό
πολύ υποθετικό.
Ενικού αριθμού.
Γένους κατά περίπτωση
φαινομενικά συγκροτημένο
και υπερβολικά κατασταλαγμένο.
Πληθυντικός αριθμός
Εσείς
μεμονωμένοι και αποκλειστικά μακρινοί.

Η ελπίδα
όνομα ουσιαστικόν 
πολύ ουσιαστικόν
όπως η μνήμη.
Γένους θηλυκού
όπως η νύχτα.
Ενικού αριθμού
όπως ο έρωτας.
Πληθυντικός αριθμός
οι ελπίδες,
όσες και οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.



Αθήνα 9.11.13

Αφιερωμένο με σεβασμό την ποιήτρια Κ. Δημουλά.
Επηρεασμένο από το ποίημά της ‘Πληθυντικός αριθμός’ 
(συλλογή ‘Το λίγο του κόσμου’ 1971 
εκδ. Νεφέλη 1983/ εκδ. Στιγμή 1990) 


κα. πα.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015



Ωσαννά

Άσε τον λόγο να φανεί
μακρόσυρτος, αδρός, στομφώδης.
Να γίνουν τα νοήματα ακατάληπτα.
Βάλε στολίδια στις απλές τις λέξεις
καν’ τες βαριές, επίσημες να δείχνουν,
οι φράσεις να φαντάζουνε περίτεχνες.
Σ’ άδειες ζωές στηρίγματα αν υπόσχονται
 μεγάλος λόγιος θα χριστείς
και μύστης της γραφής.

Όταν αδειάσει από θάλασσα η καρδιά 
κι από τ’ αλάτι ξεραθούνε στο μυαλό οι σκέψεις
θα νέμεσαι τις τύχες ολονών. Άνθρωπος είσαι.
Τα χαίρε και τα ωσαννά φόβους ξορκίζουν.
Απόπειρες καταστολής συναισθημάτων
οι ηλεκτρονικές αποδοχές, 
με σχήματα δελεαστικά συνθέτουν 
αναχωρητές κι ανθρώπινα κουφάρια. 


κα. πα. 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015





Αυτόν τον τόπο κουβαλάω

Γύρισα πίσω, εκεί που άφησα
κομμάτι της καρδιάς μου.
Στους δρόμους τους χωμάτινους
και στα χορτάρια, που κέρδιζαν
ζωή μες στα πλακόστρωτα.
Έψαξα τα χαλίκια στο λιμάνι, 
που μου ‘χαν βάψει κόκκινα τα γόνατα.







Πέρασα απ’ τις γειτονιές
και οι ξερές αυλές έστειλαν ευωδίες.
Τα φούλια κι οι γαρδένιες πρασίνισαν
δειλά στους τρύπιους τενεκέδες.
Μπήκε ο Μάρτης. Για το Πάσχα
θα βάψουμε λευκούς του τοίχους,
είπα και πίστεψα στο όνειρο.
Είδα τη μάνα μου να ξεφυλλίζει τα ξερά
απ’ τα παρτέρια, ν’ αδειάζει τα νερά
που ξέπλυναν τη σκόνη τ’ ουρανού
κι έπλασαν λάσπη
με τ’ απόσταγμα του χρόνου.








Είδα τα χρώματα, που φώτισαν
τα παιδικά μου μάτια κι άπλωσα
να πιαστώ απ’ τα γνώριμα.
Κι  ως τ’ άγγιξα χαθήκανε.
Πάγωσαν τα χαμόγελα,
γίνανε γκρίζα και με χαιρετούν
ακίνητα απ’ το γυαλιστερό χαρτί.

κα. πα.