Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

 




Δεύτερη σειρά ανεπίδοτα γράμματα

Κο-Βιτ-ομολογίες 8

 

Κύριε Κο Βιτ κακή σας ημέρα.

Δύσκολα τα πράγματα σήμερα. Πρωί πρωί μας ξύπνησαν δυνατές φωνές, που έρχονταν από τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας μας· οι συγκάτοικοί μας είχαν κρεμαστεί στα κάγκελα των μπαλκονιών για να βλέπει ο ένας τον άλλον και χειρονομούσαν. Η γιαγιά δυνάμωσε την ένταση της τηλεόρασης και ο παππούς βγήκε στο πίσω μπαλκόνι και χτυπούσε παλαμάκια.

Σε λίγο όλα τα μπαλκόνια των γύρω πολυκατοικιών είχαν γεμίσει κόσμο. Μέχρι και στις ταράτσες είχαν ανεβεί κάποιοι για να βλέπουν καλύτερα. Άλλος με τη φόρμα του, άλλος με τις πιζάμες, άλλος με το σώβρακο και μερικές νοικοκυρές με τα νυχτικά, τις ρόμπες και από πάνω τις ποδιές της κουζίνας. Ό,τι βρήκε μπροστά του φόρεσε ο καθένας δηλαδή. Εγώ, βγήκα στο μπαλκόνι ξυπόλυτος και δεν φτάνει που πάτησα σε κάτι φρέσκες κουτσουλιές περιστεριών, έφαγα και μια ξανάστροφη γιατί τις έφερα μέσα στο παρκέ. Καλά που δεν γλίστρησε ο παππούς να σκοτωθεί, είπε η μάνα μου.

Αυτά πρόλαβα να δω τρίβοντας τα μάτια μου, μέχρι να με τραβήξει μέσα από την μπαλκονόπορτα ο πατέρας μου, που βγήκε στις επάλξεις με το σκουπόξυλο και το κοπανούσε όπου έβρισκε φωνάζοντας: «Ένας-ένας με τη σειρά να καταλαβαίνουμε τι λέτε». Τελικά, η γιαγιά βρήκε τη λύση. Του έδωσε τη ροκάνα και αυτός άρχισε να την φέρνει γυροβολιές στον αέρα, ώστε να κάνει εκείνον τον απαίσιο κρότο σα να ήταν μυδράλιο. Έτσι το είπε ο παππούς, έτσι κατάφερε κι ο πατέρας μου να ηρεμίσει για λίγο την οχλαγωγία μπας και μπορέσει να καταλάβει επιτέλους τι είχε συμβεί. Όμως, αφού σταμάτησαν να τσακώνονται μεταξύ τους άρχισαν να τα βάζουν με τον πατέρα μου –ή έτσι μου φάνηκε, όπως είπε και η μάνα μου. Τα πρόσωπά τους έγιναν πάλι κατακόκκινα από τα ουρλιαχτά και χειρονομούσαν απελπισμένα, δείχνοντας τον πάτο του ακάλυπτου. Τελικά, με τη ροκάνα καταφέρανε να συνεννοηθούνε και επιτέλους καταλάβαμε και εμείς τι είχε γίνει. Ένας ένοικος της πολυκατοικίας μας πριόνισε όλα τα φυτά στον ακάλυπτο. Πήδηξε από το μπαλκόνι του πρώτου και θέρισε ό,τι λουλουδικό και δενδρύλλιο βρήκε μπροστά του. Τα ξάπλωσε όλα, το ένα δίπλα στο άλλο, όπως έπεφταν κάποτε τα κοτόπουλα στο κοτέτσι μετά από μεταδοτική ασθένεια, είπε η γιαγιά και συνέχισε απαθής να βλέπει τηλεόραση. Γι αυτό το λόγο φώναζαν οι συγκάτοικοι από το πρωί και οι γριές βρήκαν την ευκαιρία να τον θρηνήσουν προκαταβολικά, απ’ ότι είπε η μάνα μου αλλά δεν το κατάλαβα και καλά.

Οι άντρες της πολυκατοικίας μας, αφού σταμάτησαν οι φασαρίες, φόρεσαν τις μάσκες τους και πήγαν να χτυπήσουν την πόρτα του φταίχτη. Εκείνος δεν άνοιγε, αυτοί φώναζαν και η φασαρία μεταδόθηκε σε όλο το κλιμακοστάσιο. Παλάβωσαν τα κατοικίδια, αγανάκτησαν οι νοικοκυρές. Έβαλαν πανιά στις χαραμάδες της πόρτας τους αλλά αποτέλεσμα δεν είδανε. Ο αντίλαλος έστελνε τους ήχους μέσα στα σπίτια. Για να βρεθεί λύση με ησυχία οι άντρες μετακόμισαν στα εσωτερικά σκαλιά της εισόδου, εκεί που γίνονταν οι συνελεύσεις. Πάλι φωνές, πάλι διαφωνίες. Έσκαγαν που δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, τους έπνιγαν και οι μάσκες, στο τέλος τέντωσαν τα λάστιχα που κρέμονταν από τα αυτιά και τις κατέβασαν να κρατάνε τα σαγόνια τους, που είχαν πέσει από τις φωνές. Τότε πήρανε τις ανάσες τους και σαν από θαύμα επικράτησε η λογική και άρχισαν να μιλάνε ένας ένας.

Εγώ παρακολουθούσα τις συνομιλίες τους κρυμμένος πίσω από τον παππού. Πρώτος μίλησε ο διαχειριστής και είπε για τα σημαντικά λάθη, που είχαμε κάνει –δεν είπε ποιοι– μέχρι τώρα, παίρνοντας πρωτοβουλίες για τα θέλω των άλλων. Κάποιος άλλος είπε πως μπορεί να συμβούν και χειρότερα, γιατί δεν ξέρουμε που θα καταλήξει αυτή η κατάσταση. Ο πατέρας μου είπε πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι για ό,τι απρόοπτο μπορεί να συμβεί, είτε καλό είτε κακό. Και μετά ο διαχειριστής ξαναείπε πως παίζουμε σε ένα έργο χωρίς σενάριο, που διαμορφώνεται ανάλογα με το τι θα συναντήσουμε στην πορεία μας. Μέχρι εκεί θυμάμαι γιατί μετά με πήρε ο ύπνος στα πόδια του παππού, που είχε καθίσει στο τελευταίο σκαλοπάτι.

Κύριε Κο Βιτ, όπως θα προσέξατε, μας συμβαίνουν δύσκολες καταστάσεις και μας απασχολούν ιδιαίτερα. Ο φταίχτης ήταν ήσυχος άνθρωπος και καλός οικογενειάρχης. Δεν ξέρω αν βάλατε το χεράκι σας για να τον παλαβώσετε ή αν ρούφηξε την παλαβομάρα από τις ειδήσεις αλλά, για κάποιον περίεργο λόγο, ενώ το βράδυ κοιμήθηκε καλά το επόμενο πρωί ξύπνησε με τα λογικά του τιναγμένα στον ακάλυπτο.   

Τελικά, επειδή κρυφάκουσα όταν ψιθύριζε η μάνα μου στον πατέρα μου, ήρθαν και τον πήραν οι άνθρωποι με τα άσπρα και μη με ρωτάς ποιοι ήταν και που τον πήγαν γιατί εγώ μικρό παιδί είμαι και δεν είναι της ηλικίας μου να μιλάω για τέτοια πράγματα. Έτσι είπε η μάνα μου.   

Πάντως, η συνέλευση αποφάσισε να βάλουμε καινούργια λουλούδια στον ακάλυπτο. 

 Συνεχίζεται…


Δεν υπάρχουν σχόλια: