Κυριακή 12 Απριλίου 2015


Ανοιξιάτικο επεισόδιο Γ΄

(Εἶναι μεσονύχτι —  Σαββατόβραδο τοῦ Πάσχα)
Ποτὲ πρὶν δὲν ἀκούστηκαν οἱ θεῖες καμπάνες νὰ χτυποῦν
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν
Ποτὲ πρὶν δὲν ἄναψαν οἱ γιορτινὲς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
γι’ αὐτοὺς ποὺ γιὰ πάντα λείπουν
Ποτὲ πρὶν σὰν ἀπόψε δὲν κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νεῖκος
γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἀποδημητὲς στὴ χώρα τοῦ πολέμου
Ποτὲ πρὶν
Αὐτοὶ τὴν ἁρμονία δίνουν στὶς καμπάνες
Ἀνάβουν τὶς λαμπάδες τῆς Λαμπρῆς
Νικοῦν τὸ θάνατο μὲ τὴν αἰωνιότητά τους.
Τοὺς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Γυρίζουν πολὺν καιρὸ σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία
Ζητοῦν ἀπόψε μιὰ θέση στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ μας
Χωρὶς ὕπνο γιὰ νὰ τοὺς πεῖς νεκροὺς
τυλίγοντας τὴν κλωστὴ τοῦ κεριοῦ στὰ δάχτυλά τους
ψάχνουν νὰ βροῦν τὴν πόρτα μας
ψάχνουν νὰ βροῦν ἁγνὴ τὴ θύμησή τους
σ’ ὅλων μας τὴ μνήμη
Κάθονται στὸ τραπέζι τοῦ δείπνου μας θλιμμένοι
σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ τόσα χώματα πλημμυρισμένα
Ὡραῖοι σὰν τὸ θαῦμα τοῦ Εὐαγγελίου
Σὰ μία κραυγὴ χαρᾶς:
Χριστὸς Ἀνέστη! 
Κι αὐτὲς οἱ θεῖες καμπάνες
εἶναι τὰ λόγια τους
Κι αὐτὲς οἱ κόκκινες λαμπάδες
εἶναι τὸ βλέμμα τους
Κι αὐτὴ ἡ λεπτὴ κλωστὴ στὰ δάχτυλά τους
εἶναι ἡ ζωή μας —Ὅλοι — νεκροὶ καὶ ζωντανοὶ
γύρω στὸ γιορτινὸ τραπέζι τῆς Λαμπρῆς — Στὴν κεφαλὴ
τοῦ τραπεζιοῦ ὁ Ἀναστάς Χριστὸς. 
Μᾶς μένει ἀκόμα αὐτὸ τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής μας
Τὸ δεῖπνο μας πῆρε ἄλλο νόημα καθὼς ἔμπαινε
στὰ πληγωμένα βλέφαρα τὸ φῶς τοῦ θείου του λόγου
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε ἕνα στρωμένο τραπέζι γιὰ τὴ δικαιοσύνη
Ἕνα ἥσυχο σπίτι σ’ αὐτὴ τὴν πολιτεία καμωμένο ἀπὸ ἀγάπη. 
Κ’ ἡ μέρα προμηνοῦσε χίλια διαμάντια στὶς καρδιὲς
νὰ θυμίζουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ κόσμου.

Ιάσωνας Δεπούντης
( Ἀπὸ Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»)




Παρασκευή 10 Απριλίου 2015





άσμα μικρό 

χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως 
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο. 

Νίκος Καρούζος


Τετάρτη 1 Απριλίου 2015







Εγώ, εσύ, η ελπίδα κι ο φόβος


Εγώ
υποκείμενο αποκλειστικό
πολύ αποκλειστικό.
Ενικού αριθμού.
Γένους ειδικού
εσωτερικά απομονωμένο
και φοβικά ανυπεράσπιστο.
Πληθυντικός αριθμός
Εμείς
άφιλου γένους παροπλισμένο λήμμα.

Εσύ
αντικείμενο υποθετικό
πολύ υποθετικό.
Ενικού αριθμού.
Γένους κατά περίπτωση
φαινομενικά συγκροτημένο
και υπερβολικά κατασταλαγμένο.
Πληθυντικός αριθμός
Εσείς
μεμονωμένοι και αποκλειστικά μακρινοί.

Η ελπίδα
όνομα ουσιαστικόν 
πολύ ουσιαστικόν
όπως η μνήμη.
Γένους θηλυκού
όπως η νύχτα.
Ενικού αριθμού
όπως ο έρωτας.
Πληθυντικός αριθμός
οι ελπίδες,
όσες και οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.



Αθήνα 9.11.13

Αφιερωμένο με σεβασμό την ποιήτρια Κ. Δημουλά.
Επηρεασμένο από το ποίημά της ‘Πληθυντικός αριθμός’ 
(συλλογή ‘Το λίγο του κόσμου’ 1971 
εκδ. Νεφέλη 1983/ εκδ. Στιγμή 1990) 


κα. πα.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015



Ωσαννά

Άσε τον λόγο να φανεί
μακρόσυρτος, αδρός, στομφώδης.
Να γίνουν τα νοήματα ακατάληπτα.
Βάλε στολίδια στις απλές τις λέξεις
καν’ τες βαριές, επίσημες να δείχνουν,
οι φράσεις να φαντάζουνε περίτεχνες.
Σ’ άδειες ζωές στηρίγματα αν υπόσχονται
 μεγάλος λόγιος θα χριστείς
και μύστης της γραφής.

Όταν αδειάσει από θάλασσα η καρδιά 
κι από τ’ αλάτι ξεραθούνε στο μυαλό οι σκέψεις
θα νέμεσαι τις τύχες ολονών. Άνθρωπος είσαι.
Τα χαίρε και τα ωσαννά φόβους ξορκίζουν.
Απόπειρες καταστολής συναισθημάτων
οι ηλεκτρονικές αποδοχές, 
με σχήματα δελεαστικά συνθέτουν 
αναχωρητές κι ανθρώπινα κουφάρια. 


κα. πα. 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015





Αυτόν τον τόπο κουβαλάω

Γύρισα πίσω, εκεί που άφησα
κομμάτι της καρδιάς μου.
Στους δρόμους τους χωμάτινους
και στα χορτάρια, που κέρδιζαν
ζωή μες στα πλακόστρωτα.
Έψαξα τα χαλίκια στο λιμάνι, 
που μου ‘χαν βάψει κόκκινα τα γόνατα.







Πέρασα απ’ τις γειτονιές
και οι ξερές αυλές έστειλαν ευωδίες.
Τα φούλια κι οι γαρδένιες πρασίνισαν
δειλά στους τρύπιους τενεκέδες.
Μπήκε ο Μάρτης. Για το Πάσχα
θα βάψουμε λευκούς του τοίχους,
είπα και πίστεψα στο όνειρο.
Είδα τη μάνα μου να ξεφυλλίζει τα ξερά
απ’ τα παρτέρια, ν’ αδειάζει τα νερά
που ξέπλυναν τη σκόνη τ’ ουρανού
κι έπλασαν λάσπη
με τ’ απόσταγμα του χρόνου.








Είδα τα χρώματα, που φώτισαν
τα παιδικά μου μάτια κι άπλωσα
να πιαστώ απ’ τα γνώριμα.
Κι  ως τ’ άγγιξα χαθήκανε.
Πάγωσαν τα χαμόγελα,
γίνανε γκρίζα και με χαιρετούν
ακίνητα απ’ το γυαλιστερό χαρτί.

κα. πα. 

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015






Κάποιες φορές

Κάποιες φορές η ζωή σε σαστίζει,
σε στήνει ακίνητο, σε αποδομεί.  
Αφουγκράζεσαι τους χτύπους της,
μπλέκεσαι στα όνειρά της
κι αναρωτιέσαι αν σ’ αφορούν.  
Οι μυρουδιές της γίνονται γνώριμες  
και συνάμα αλλοτινές.
Ανασαίνεις την αρμύρα της
κι οι θάλασσες των στιγμών της
βάφουν τα μάτια σου
με το βαθύ του ωκεανού.

Δεν φεύγουν πάντα τα χελιδόνια, μικρέ μου.
Κάποιες φορές ο ουρανός τα φέρνει πίσω.

Και τότε, η ζωή σε ξεπερνάει.


                                            
                                                      κα. πα. 

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014



Καλή Πρωτοχρονιά.

Αφήσαμε τα Χριστούγεννα πίσω μας και κρατήσαμε την ελπίδα ν’ ανασαίνει πως δεν τελείωσε, ακόμα, αυτός ο χρόνος.  Κι ας θέλαμε να φύγει. Λόγια. Κάθε τι που διώχνουμε, ξεκολλάει από πάνω μας σαν λέπι ζωντανό. Αφήνει γούβα, που δεν γεμίζει με τα χρόνια, όσο κι αν μαραζώσει το δέρμα γύρω του.  
Κάθε φορά, στο παραπέντε της αλλαγής του χρόνου, μετράμε τις κόκκινες προειδοποιήσεις της ζωής μας και τις πατάμε πίσω, ξορκίζοντάς τες, μην περάσουνε στο μέλλον. Τα ίδια κάθε χρόνο. Και φέτος τι είναι πάλι τούτο;  Ένας αέρας, που σαρώνει.  Πέρσι δεν είχαμε χιονιά. Θυμάσαι εκείνη τη φορά, που η μέρα της Πρωτοχρονιάς ήταν ζεστή;  Πότε να ήταν; Πόσα χρόνια πριν;  Αλλόκοτη ή απότομη αλλαγή.  Στο ένα δευτερόλεπτο το πριν και στο επόμενο το μετά.  Τι να προλάβεις από τη στιγμή;  Πόσο κρατάει ο χρόνος ανάμεσα σε δύο δευτερόλεπτα;  Σαστίζεις μόνο.  Η χαρά και ο πόνος ίδιοι είναι.  Με μια κλωστή δεμένα παρελθόν και μέλλον χτίζουν τη συνέχεια της ζωής μας.  Και εμείς τη σέρνουμε από δω, τη σπρώχνουμε από κει, ζαλίζοντας τη μοίρα που μας ψάχνει.  
Μακάρι τα κακά που ζήσαμε να μην μας ξαναβρούν.  Να μαζευτούνε τα καλά και να τα πνίξουν στη χαρά.  Κι αν κάποιος παραπονεθεί, μην τον ακούτε.  Τυφλός θα είναι ή αλλοπρόσαλλος, σαν και την τύχη του, που αφήνει να τον σέρνει.
Καλή Χρονιά!


                                                                            κα. πα.  

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014



Χριστούγεννα

Θλιβερά τραγουδάκια στο ραδιόφωνο.
Αραδιασμένες  μοναξιές στα μπαρ των ξενοδοχείων.
Ξεχασμένες σχολικές γιορτές.
Κλειστά μαγαζιά.
Μίζερες λαϊκές αγορές.
Κρύες καμινάδες.
Γλιστερές αυλές.
Άδειες φάτνες.

Απέλπιδες ειδήσεις καναλιών.
Πολυτελή συντρίμμια στις εθνικές οδούς.
Διαμελισμένα κορμιά στα ναρκοπέδια.
Δολοφονικές ηγεσίες κατ’ εξακολούθηση.
Νεκρές πόλεις.

Ναυαγισμένες βάρκες λαθρομεταναστών.
Εγκλωβισμένοι υποτελείς πολιτικοί.
Αναίσχυντοι ποιμένες.
Ρημαγμένες εκκλησιές.
Αδιάφοροι βολεμένοι.



Στις ουρές των ανέργων που περιμένουν τα συσσίτια,
στα παιδιά τα ξυπόλητα,
στους άστεγους έξω από τους φούρνους,
στους συνταξιούχους που ορφάνεψαν,
στα νοσοκομεία που ασφυκτιούν,
στα τζάνκια που χάθηκαν στις δίνες της πόλης,
στα σβηστά καντήλια των νεκροταφείων,
στους απελπισμένους λαούς με τις χωρίς ίχνη πατημασιές,
και σε όσους δεν επαναπαύονται με μια βολική μετάφραση,

Καλά Χριστούγεννα.


                                                                          κα. πα.


Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014




                                        ΤΟ ΠΑΝΙ

Ένα κομμάτι πανί ήταν. Κι όντας λευκό, σε σεντόνι παρέπεμπε. Από ‘κείνα που τα κόβουν πατσαβούρια οι νοικοκυρές όταν λιώνουν. Πόσα κορμιά το πότισαν δεν μέτραγε. Προίκα, νυφιάτικο. Είχε πνίξει πολλούς στεναγμούς. Πρώτη φορά που στρώθηκε ποτίστηκε με αίμα. Κι όχι της παρθενιάς. Του μίσους ήταν. Τέσσερις χαρακιές, οι δυο στο στήθος κι οι άλλες δύο στα γλουτιά το πότισαν.
«Σε σημαδεύω», της είπε το πρώτο βράδυ τους «από δω και πέρα μ’ άλλον να μην πας».  
Δεν του άνοιξε τα σκέλια δεύτερη φορά. Εννέα μήνες είχε φύλακα το λεκιασμένο πάνω της, μέχρι που έκανε το σερνικό. Ίσα που βγήκε η φύση του κι είδε στα μάτια του ανδρός της τη χαρά, ξέρασε γέλιο άγριο.
«'Δω σε κρατώ», του φώναξε «από το γιο μου θα το βρεις». Κι ούτε του ξαναμίλησε.
Πήρε κοντά της το παιδί, το σκούπισε, το τύλιξε με το αιματοβαμμένο κι ήταν σαν να το πότιζε το αίμα της διπλά .
«Να εκδικηθείς» το ορμήνεψε. Κι εκείνο λες κατάλαβε, γέλασε μες στα σπάργανα.
Κι όσο αυτό μεγάλωνε, γαντζωνόταν επάνω της κι απόκτημα δικό της γινότανε. Εκείνος ούτε βλέφαρο δεν του ΄ριχνε σαν να μην ένοιωθε γονιός. Τι κι αν αγόρι ήτανε. 
Πήρε ο γιος τη μυρουδιά απ’ της μάνας του το αίμα και αγρίεψε. Και τα καλά του κύρη του ακόμα πιο στραβά τα μέτραγε. Κι όσο περνούσε ο καιρός κι αντρείευε τόσο και η καρδιά του σκλήραινε. Ώσπου, στο τέλος τον πατέρα πατριό τον έβλεπε.  
Τη μέρα εκείνη του κακού ήλιο δεν είχε απ’ το πρωί . Βαρύς σηκώθηκε ο γονιός και πρόσταξε καφέ, να σβήσει το μεθύσι του απ’ τη νύχτα. Τα μάτια του ήταν θολά και η ψυχή του μαύρη απ’ τη μοναξιά.  Μάνα και γιος κοιτάχτηκαν βουβοί.
«Να μαζευτείς», είπε ο γιος στον κύρη του.
«Να βγάλεις το σκασμό», μούγκρισε εκείνος.
Λόγο στο λόγο θέριεψε ο καυγάς. Γιος και πατέρας ‘στελναν απειλές. Ώσπου, ο πατέρας μούλο φώναξε το γιο, τον όπλισε κουράγιο να του ορμήσει.  Δυο χαρακιές πατόκορφες σβήσανε την ντροπή. Σαν τα σημάδια που έβλεπε στη μάνα του όταν βύζαινε. Τον τύλιξε στο ίδιο το σεντόνι, που ‘χε βαστηγμένο να του θρέφει την εκδίκηση, κι ύστερα τον εσκέπασε με χώμα. 

Χρόνια μετά,  σκαλίζοντας βρήκανε το πανί.
«Δεν είναι αυτό δικό μου», είπε ένας γέροντας κι οι εργάτες το ξανάχωσαν.
Είχε ξεβάψει της εκδίκησης το αίμα. 

κα. πα. 


Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014






we trust in love...


     Θα σας πω μια ιστορία.  Μικρή όση κι η ζωή των ηρώων της. Μαυρόασπρη σαν ο φιλμ της ζωής τους.  Χαρούμενη από την ευτυχία που τους ένωσε.  Αληθινή όσο και η αγάπη που μου πρόσφεραν.
     Ο ένας άπρος κι ο άλλος μαύρος.  Δεν έχει καμία σημασία ποιος ακριβώς.  Πιστέψτε με, κάποια στιγμή μπερδεύονται τα χρώματα μεταξύ τους, όπως στην πολύχρωμη παλέτα που στιφογυρίζει.  Και μουνταίνει και σκουραίνει, ώσπου γίνεται σαν το φτερό της προπέλας, που η διάθλαση της αφαιρεί σχήμα και χρώμα μέσα στο νερό. 
     Τέτοια άδολη αγάπη είχαν και τόση προσφορά, μέχρι την αυταπάρνηση.  Ένα βράδυ γιόρτασαν την επέτειο της γνωριμίας τους.  Είπα να τους προσφέρω το δείπνο και διάλεξα το αγαπημένο τους φαγητό: κοκκινιστά κεφτεδάκια με μακαρόνια.  Άνοιξα και κόκκινο Κιάντι για να τους ευχηθώ.
     Κάθισαν ο ένας πλάι στον άλλον και μοιράστηκαν όλα τα μακαρόνια ένα-ένα.  Στο τέλος, το κρέας περίσσεψε.  Ούτε που το άγγιξαν.  Δεν τους ρώτησα γιατί, για να μην τους προσβάλλω.  Άλλωστε, έδειχναν χορτασμένοι.  Με ευχαρίστησαν και έφυγαν αφήνοντας  μια εφημερίδα κιτρινισμένη από τον χρόνο και τις κακουχίες. 
     Στην πρώτη σελίδα είχε τ' αποτελέσματα μιας έρευνας για την ανθρώπινη διατροφή:

     Οι άνθρωποι από χορτοφάγοι έγιναν σαρκοφάγοι, έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα...

     Σήκωσα το κεφάλι μου και τους είδα ν΄απομακρύνονται κουνώντας ικανοποιημένοι την ουρά τους.
    


κα. πα.  

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014




Παράλληλες πορείες

Το βλέμμα σου συγκρατώ,
το αδύναμο κι αδυσώπητο.
Την άβυσσο της ζωής σου στέργω
καθώς αναδιπλώνεται στο νοητικό μου πεδίο,
που ανασαίνει την άρνηση.
Ίπτασαι  ακατάληπτος σε ουράνια κόλαση.
Κείτομαι ακατάλυτος σε κρανίων τόπο.
Ροές δακρύων συνοδεύουν
τη φωνή της δεήσεώς μου.
Ατέρμονη η πορεία
για τις αιώνιες μονές.
"Ψυχή μου 
          ανάστα, τι καθεύδεις".

   κα.πα. 

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014






Σύντροφοι

Στο μακρύ ταξίδι του Οδυσσέα
αφανίστηκαν οι σύντροφοί του
όλοι από δικό τους κρίμα
βάρη περιττά καράβια βιαστικά
στον κάτω Κόσμο ο πιο νέος μόνο
ζητιάνεψε του κορμιού του μια κηδεία
κι ένα κουπί στον τάφο του σημάδι
τόσοι σύντροφοι που χάθηκαν
στην ανωνυμία για έναν «κανένα».

 Γιώργος Παναγιωτίδης
από την ποιητική συλλογή ''Κύμα Άλμα"

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης γεννήθηκε το 1965 στην Αλεξανδρούπολη.  Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη δημιουργική γραφή και είναι υποψήφιος διδάκτορας του ΜΠΣ "Δημιουργική Γραφή" του Παν/μίου Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει δημιουργική γραφή από το 2009.




Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014





Ξημέρωμα  Παρασκευής

Η νέα μέρα
αναδύει  ανακούφιση.
Στραγγίζουν οι αγωνίες 
στις ασημένιες  τρύπες τ’ ουρανού.
Λύσου από τον κάβο σου,
έφυγαν όλα τα καράβια.
Ήλιο ζητάνε οι ίσκιοι
τα νερά τους να ζεστάνουν.
Στον κύκλο μπες
κι απ’ τα κομμένα σου μαλλιά
άσε να τρέξει όσο αίμα
μαύρο περισσεύει.



κα. πα. 
Ετοιμάζεται το μυθιστόρημα της Μαριάννας Τσαντίλη
Σαν ψίθυρος στην έρημο
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη


 Περίληψη
Η Μαργαρίτα ερωτεύεται στην Αμερική έναν Άραβα φοιτητή, συγκρατημένο και πολύ όμορφο, ο οποίος όμως της κρύβει το πραγματικό του πρόσωπο, τον άγριο και βίαιο χαρακτήρα του. Τον ακολουθεί στη Μέση Ανατολή, τον παντρεύεται και αποκτά μαζί του μία κόρη - ένα παιδί που μεγαλώνει ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πολιτισμούς. Σταδιακά, το άγρυπνο μάτι και ο έλεγχος της πουριτανικής κοινωνίας συνθλίβουν τη Μαργαρίτα, που νιώθει να ασφυκτιά. Κάθε απόπειρά της να εναντιωθεί ακολουθείται από απειλές, ίντριγκες, ακόμα και ξυλοδαρμούς. Μόνη της παρηγοριά η δουλειά της στην Ελληνική Πρεσβεία. Κάποια στιγμή, όταν η κόρη της εξαφανίζεται μυστηριωδώς, εκείνη βρίσκει τη δύναμη να αντιδράσει και να κάνει τη μεγάλη ανατροπή, ρισκάροντας ακόμα και τη ζωή της. Θα απομείνει πλέον ολομόναχη ν' αναζητά, στις φλεγόμενες περιοχές του Ισραήλ, της Παλαιστίνης και του Ιράκ, το χαμένο της παιδί, την αξιοπρέπειά της και την ελευθερία της. Θα βγει αλώβητη ή η μοίρα θα παίξει κι αυτή το δικό της απρόσμενο παιχνίδι;

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014






Ετούτη τη στιγμή


Μακριά με πήρε το ποτάμι σου. 

Μ' άρπαξε, με παρέσυρε 

και μ' έκανε κομμάτι ξύλου,

σαπισμένο απ' το νερό,

που απαλό κι αν δείχνει

εκείνο ξέρει πως να γδέρνει

και καρδιές και σάρκες

κι ελπίδες να κρατάει στο βυθό.

Ξέρει να σπρώχνει τις ζωές στις όχθες,

που μαγκώνουν συνειρμούς

και ανατρέπουν συνειδήσεις.

Και στέλνει εκεί τις θύμισες,

που οι χαρές λιγόστευαν

όσο κι οι ελπίδες

πως δεν θα έρθει η στιγμή

του αποχωρισμού μας.




Αφιερωμένο σε σένα, που τα λόγια σου με γύρισαν πολλά χρόνια πίσω και μου φανέρωσαν ότι σε ξέρω. 
κα. πα.