Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015




Η κόκκινη κορδέλα

Κλείνω τα μάτια. Ένας θεόρατος τοίχος προβάλλεται μπροστά μου σαν υπενθύμιση ουρανοξύστη. Φτάνει ως τα σύννεφα και χάνεται. Είναι ξεφτισμένος απ’ το χρόνο, γεμάτος ψηλά παράθυρα.  Χωρίς παντζούρια, στοιχειώνουν τα σπασμένα τζάμια τους και σφάζουν τον αέρα που περνάει ανάμεσα. Τον ακούω να σφυρίζει άγρια απ’ τον πόνο.  
Ψάχνω ίχνη ζωής. Το βλέμμα μου στέκεται στην λευκή μπαλίτσα, που κινείται αδέξια σε ένα παγωμένο πρεβάζι. Ξεχωρίζω την κόκκινη κορδέλα στο λαιμό της. Δύο μάτια κάρβουνα ζυγιάζουν την απόσταση ως το χώμα. Στη σκέψη ενός σάλτο στο κενό ο φόβος με χλευάζει.  Αναμετράω τις δυνάμεις μου, απλώνομαι τηλεσκοπικά και την αρπάζω την ώρα της απόφασης. Αφήνεται στην αγκαλιά μου. Τα χέρια μου, σάρκινη φωλιά, διώχνουν τις αγωνίες της. Κι εκεί που ορκίζομαι πως θα την προστατεύω ένα φως, μεγάλο σαν κύμα, την αρπάζει.  

Όλα γύρω είναι στρωμένα λευκά.  Κρυώνω. Περιπλανιέμαι ανάμεσα σε εικόνες που εναλλάσσουν τις εποχές. Μόνο το χιόνι επιμένει να χωρίζει με λευκές γραμμές τ’ αναχώματα στα χωράφια. Σκέφτομαι την μπαλίτσα μου ν’ απαγκιάζει ανάμεσά τους και ελπίζω. Εύχομαι όλο αυτό να είναι παιγνίδι του μυαλού και συνεχίζω να το παίζω για να μην φοβάμαι. Όμως, πονάω και δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Ο πόνος ξεκινάει από την αριστερή άνω σιαγώνα, μεταφέρεται στο αυτί και από εκεί στον κρόταφο. Καλύπτει όλη την πλευρά και μετά διαχέεται. Αναγκάζει κάθε οστό του κρανίου μου να συμμετέχει σ’ αυτήν την οδυνηρή ιεροτελεστία μύησης.  
Ανοίγω τα μάτια. Το βλέμμα και η σκέψη μου γίνονται συνεργοί και ψάχνουν για το σκηνικό της παράστασης. Μπροστά μου ένα τραπέζι γεμάτο χειρουργικά εργαλεία και ματωμένες γάζες. Πονάω. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και αντιλαμβάνομαι πως είμαι μέρος του σκηνικού. Ο πόνος σπρώχνει το βλέμμα μου ψηλά. Ένας τοίχος γέρνει πάνω από το κεφάλι μου. Τα παράθυρά του εκπέμπουν ένα λευκό φως που με τυφλώνει. Κατεβάζω το βλέμμα μου στο τραπέζι και ξεχωρίζω κάτι λευκό που μεταμορφώνεται. Αρχίζει να μεγαλώνει, να γίνεται ένας κοκάλινος όγκος, να μορφοποιείται με εξογκώματα και στις εσοχές του να συγκρατεί αιμάτινες λίμνες. Το βλέπω να γέρνει προς το μέρος του τοίχου και να χώνεται στα σύννεφα για να τον συναντήσει. Κι από το υποθετικό σημείο της ένωσής τους να κατεβαίνει ένας σάρκινος ιμάντας. Τον ακολουθώ με το βλέμμα. Καταλήγει σε διαφανή κύστη, που αιωρείται πάνω από το τραπέζι. Το λευκό φως διαθλάται πάνω της. Εστιάζω το βλέμμα μου στις ανταύγειές της. Το αφήνω να διεισδύσει στο πηχτό εσωτερικό της και έχω την αίσθηση πως διακρίνω την μπαλίτσα που παλεύει να δημιουργήσει διέξοδο.  Αρπάζω ένα χειρουργικό λεπίδιο και διαρρηγνύω τα τοιχώματα του υμένα της. Ένα άλικο κολλώδες  υγρό ξεχειλίζει τον τόπο. Όπως το οξύ, λαστιχοποιεί το λευκό γλυπτό και το σπρώχνει προς το μέρος μου. Πλέουμε παρασυρμένοι από αυτό το πηχτό ποτάμι, ώσπου  να μας ξεράσει από το σπασμένο τζάμι ενός παραθύρου.   
Μένω στο έδαφος, σε στάση εμβρυακή. Αιμορραγώ. Γύρω απλώνεται ένα λευκό φως και με τυφλώνει. Κλείνω τα μάτια και αφήνω το αίμα μου να βάφει το χιόνι. Η λευκή μπαλίτσα προσπαθεί να μου δώσει το φιλί της ζωής. Νοιώθω την ανάσα της, γλυκιά θαλπωρή. Η καρδιά της χτυπάει πλάι στη δική μου. Δεν πονάω. Μόνο φοβάμαι μην την ξαναχάσω και την σφίγγω πάνω μου.

Κάποιος μου φωνάζει ν’ ανοίξω τα μάτια. Το φως έχει σβήσει. Βρίσκομαι σε πολυθρόνα οδοντιατρείου. Ένα δάχτυλο δείχνει κάτι πάνω στο τραπέζι. Εστιάζω. Ένα δόντι κατάλευκο, με μια κόκκινη γραμμή στην μια άκρη του, σαν κορδέλα.  


κα. πα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: